Μια ωρολογιακή βόμβα που μετρά αντίστροφα σιωπηλά, σχεδόν αθόρυβα, μέχρι τη στιγμή που η έκρηξη γίνεται αναπόφευκτη». Με αυτή τη δραματική αλλά ρεαλιστική μεταφορά περιγράφουν σήμερα πολλοί επιστήμονες τον καρκίνο των ωοθηκών. Πρόκειται για μια νόσο που συχνά εξελίσσεται αθόρυβα μέσα στο σώμα, χωρίς σαφή προειδοποιητικά σημάδια, μέχρι τη στιγμή που έχει ήδη εξαπλωθεί και έχει επηρεάσει ζωτικά όργανα.
Αυτή ακριβώς η ύπουλη φύση της ασθένειας είναι και ο βασικός λόγος που ο καρκίνος των ωοθηκών παραμένει η γυναικολογική κακοήθεια με τα υψηλότερα ποσοστά θνησιμότητας παγκοσμίως. Σύμφωνα με τον διεθνή οργανισμό World Ovarian Cancer Coalition, περισσότερες από 210.000 γυναίκες χάνουν τη ζωή τους ετησίως από καρκίνο των ωοθηκών. Το ανησυχητικό αυτό στοιχείο συνδέεται κυρίως με το γεγονός ότι η διάγνωση γίνεται συχνά σε προχωρημένο στάδιο, όταν οι θεραπευτικές επιλογές είναι πλέον περιορισμένες. Σε αντίθεση με άλλες μορφές καρκίνου, όπως του τραχήλου, της μήτρας ή του μαστού, δεν υπάρχει ακόμη καθιερωμένη και αξιόπιστη εξέταση πληθυσμιακού ελέγχου που να μπορεί να εντοπίζει τη νόσο στα πρώιμα στάδιά της.
Ακριβώς σε αυτό το επιστημονικό και κοινωνικό αδιέξοδο επιχειρεί να δώσει απάντηση μια νέα φιλόδοξη διεθνής ερευνητική πρωτοβουλία υψηλής στρατηγικής σημασίας που φέρει έντονο ελληνικό αποτύπωμα.
Το έργο DISARM, που υλοποιείται στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής αποστολής για τον καρκίνο του προγράμματος Horizon Europe, θέτει ως στόχο να «αφοπλίσει» τη νόσο πριν ακόμη εκδηλωθεί κλινικά, δημιουργώντας ένα νέο πρότυπο πρόληψης, έγκαιρης διάγνωσης και εξατομικευμένης φροντίδας για τον κληρονομικό καρκίνο των ωοθηκών που σήμερα γνωρίζουμε ότι αφορά περίπου το 15% των περιστατικών καρκίνου.
Με συνολικό προϋπολογισμό 13,2 εκατομμύρια ευρώ, το έργο ξεκίνησε πρόσφατα συγκεντρώνοντας 28 εταίρους από 12 χώρες, μεταξύ των οποίων το Ηνωμένο Βασίλειο και ο Καναδάς. Η πρωτοβουλία συνδέει ερευνητικά ιδρύματα, πανεπιστήμια, οργανισμούς υγείας, φορείς πολιτικής αλλά και οργανώσεις ασθενών, δημιουργώντας ένα διεπιστημονικό οικοσύστημα που φιλοδοξεί να αλλάξει τον τρόπο με τον οποίο προσεγγίζεται η νόσος.
Τον επιστημονικό συντονισμό του έργου έχει αναλάβει η ερευνητική ομάδα I-SENSE του Ερευνητικού Πανεπιστημιακού Ινστιτούτου Συστημάτων Επικοινωνίας και Υπολογιστών (ΕΠΙΣΕΥ) του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου ΕΠΙΣΕΥ, ενώ την κλινική εποπτεία ασκεί το Portuguese Institute of Oncology Lisbon.
«Στη μάχη με τον καρκίνο, η γνώση είναι δύναμη και οι νέες τεχνολογίες λειτουργούν ως πολλαπλασιαστής αυτής της δύναμης. Στο DISARM αξιοποιούμε προηγμένες ψηφιακές τεχνολογίες, όπως η τεχνητή νοημοσύνη, για να μετατρέψουμε την πληροφορία σε πρόβλεψη και την πρόβλεψη σε έγκαιρη δράση», σχολιάζει ο Άγγελος Αμδίτης, επιστημονικός υπεύθυνος του έργου και Διευθυντής Έρευνας και Ανάπτυξης του ΕΠΙΣΕΥ.
Ένα νέο οπλοστάσιο στη μάχη κατά του καρκίνου των ωοθηκών
Η κατανόηση της κληρονομικής διάστασης της νόσου αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα επιστημονικά επιτεύγματα των τελευταίων ετών. Όπως επισημαίνει η Δήμητρα Διονυσίου, επιστημονική συν-συντονίστρια του έργου και επικεφαλής του τμήματος Health Technologies της ομάδας I-SENSE, σήμερα γνωρίζουμε ότι ένα σημαντικό ποσοστό των περιστατικών καρκίνου των ωοθηκών έχει γενετική βάση. Αυτή η γνώση ανοίγει ένα κρίσιμο παράθυρο για πρόληψη και έγκαιρη διάγνωση.
Στο DISARM οι ερευνητές θα αξιοποιήσουν πρωτοποριακές τεχνολογίες για την ανάπτυξη και επικύρωση σύνθετων μοριακών δεικτών διάγνωσης, ενώ παράλληλα θα εξετάσουν πώς ένα μοντέλο πρόβλεψης κινδύνου που συνδυάζει γενετικά, επιδημιολογικά και κλινικά δεδομένα μπορεί να ενταχθεί συστηματικά στην καθημερινή ιατρική πρακτική.
Στόχος είναι η δημιουργία μιας νέας γενιάς εργαλείων που θα επιτρέπουν τον έγκαιρο εντοπισμό γυναικών με αυξημένο γενετικό κίνδυνο για εμφάνιση καρκίνου των ωοθηκών και την ανάπτυξη εξατομικευμένων στρατηγικών παρακολούθησης και φροντίδας. Παράλληλα, το έργο θα δημιουργήσει μία από τις πιο ολοκληρωμένες ευρωπαϊκές βάσεις δεδομένων για τη νόσο, η οποία θα αποτελέσει πολύτιμο εργαλείο για τη μελλοντική επιστημονική έρευνα.
Στην καρδιά της ερευνητικής προσπάθειας βρίσκεται η ανάπτυξη προηγμένων εργαλείων πρόβλεψης κινδύνου. Ένα από τα σημαντικότερα είναι το CanRisk, ένα ψηφιακό μοντέλο που ενσωματώνει δεδομένα οικογενειακού ιστορικού, γενετικών μεταλλαγών, ορμονικών και αναπαραγωγικών παραγόντων.
Το εργαλείο αναπτύχθηκε στο University of Cambridge υπό την καθοδήγηση του Έλληνα καθηγητή Αντώνη Αντωνίου και προσφέρει μια εξατομικευμένη εκτίμηση κινδύνου εμφάνισης καρκίνου σε διαφορετικές ηλικιακές φάσεις της ζωής μιας γυναίκας και ήδη προτείνεται από διεθνείς οργανισμούς όπως η European Society for Medical Oncology.
Στο πλαίσιο του DISARM, το εργαλείο θα δοκιμαστεί σε πραγματικές συνθήκες κλινικής πρακτικής μέσα από μια πολυκεντρική κλινική δοκιμή σε τέσσερις χώρες (Λιθουανία, Πορτογαλία, Τσεχία και Ελλάδα) με τη συμμετοχή περίπου 2.000 γυναικών που έχουν αυξημένο γενετικό κίνδυνο. Τα δεδομένα που θα προκύψουν αναμένεται να συμβάλουν καθοριστικά στην αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας και της βιωσιμότητας της νέας προσέγγισης.
Παράλληλα, το έργο προχωρά στην κλινική επικύρωση τριών καινοτόμων εξετάσεων υγρής βιοψίας για την έγκαιρη ανίχνευση του καρκίνου των ωοθηκών. Οι εξετάσεις βασίζονται στην ανάλυση μοριακών «αποτυπωμάτων» που κυκλοφορούν στο αίμα και σχετίζονται με την έναρξη και την εξέλιξη της νόσου, προσφέροντας μια ελάχιστα επεμβατική διαγνωστική προσέγγιση.
Στόχος είναι η συλλογή περίπου 2.000 δειγμάτων υγρής βιοψίας από ασθενείς και υγιείς γυναίκες στο πλαίσιο μιας μεγάλης διεθνούς μελέτης που θα πραγματοποιηθεί σε πέντε χώρες.
Τα δεδομένα που θα προκύψουν θα συνδυαστούν με προηγμένα μοντέλα τεχνητής νοημοσύνης που αναπτύσσονται από το ΕΠΙΣΕΥ, δημιουργώντας νέα αλγοριθμικά εργαλεία πρόβλεψης κινδύνου.
Ωστόσο, το DISARM δεν περιορίζεται μόνο στην τεχνολογική καινοτομία. Το έργο δίνει ιδιαίτερη έμφαση στην εκπαίδευση των επαγγελματιών υγείας, στην ενημέρωση των πολιτών και στη διαμόρφωση πολιτικών υγείας που θα επιτρέψουν την ευρεία εφαρμογή των νέων εργαλείων.
Μια ισχυρή διεθνής κοινοπραξία με ελληνικό πυρήνα
Η διεθνής κοινοπραξία του DISARM συγκεντρώνει μερικούς από τους σημαντικότερους οργανισμούς παγκοσμίως στον τομέα της βιοϊατρικής έρευνας και της ιατρικής τεχνολογίας. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται το Imperial College London, το University of Birmingham, το University of Liège, το University of La Rioja καθώς και η World Ovarian Cancer Coalition.
Ιδιαίτερα ισχυρή είναι η ελληνική παρουσία. Εκτός από τον συντονιστικό ρόλο του ΕΠΙΣΕΥ, στο έργο συμμετέχουν το Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών (ΕΚΠΑ), το Εθνικό Κέντρο Έρευνας Φυσικών Επιστημών «Δημόκριτος», το Εθνικό Κέντρο Έρευνας και Τεχνολογικής Ανάπτυξης (ΕΚΕΤΑ), η Ελληνική Ομοσπονδία Καρκίνου και η 1η Υγειονομική Περιφέρεια Αττικής. Μέσα από αυτή τη συνεργασία διαμορφώνεται σταδιακά ένας ισχυρός επιστημονικός και τεχνολογικός πυρήνας στην Ελλάδα που φιλοδοξεί να συμβάλει ουσιαστικά στην ευρωπαϊκή στρατηγική για την αντιμετώπιση του καρκίνου.
Το ιατρικό σκέλος αυτής της μελέτης συντονίζεται από τη Θεραπευτική Κλινική της Ιατρικής Σχολής του ΕΚΠΑ-ΓΝΑ Αλεξάνδρα.
«Ο στόχος μας είναι στο μέλλον, μέσα από μια απλή αιμοληψία, να καθίσταται δυνατή η ανίχνευση βιολογικών ‘αποτυπωμάτων’ του καρκίνου σε πρώιμο στάδιο, όταν οι συμβατικές απεικονιστικές ή βιοχημικές μέθοδοι δεν είναι ακόμη διαγνωστικά επαρκείς» επισημαίνει ο Μιχάλης Λιόντος, επικουρικός επιμελητής στην Ογκολογική Μονάδα της Θεραπευτικής Κλινικής του Νοσοκομείου Αλεξάνδρα, και Επίκουρος Καθηγητής της Ιατρικής Σχολής του ΕΚΠΑ.
Όπως τονίζει η Φατίμα Βαζ, διευθύντρια Ιατρικής Ογκολογίας στο Portuguese Institute of Oncology Lisbon και κλινική συντονίστρια του έργου, η ευαισθητοποίηση του πληθυσμού, η ενίσχυση της πρόληψης και η ισότιμη πρόσβαση των γυναικών σε γενετικό έλεγχο αποτελούν κρίσιμους πυλώνες της ευρωπαϊκής στρατηγικής κατά του καρκίνου.
Οι ερευνητές του έργου φιλοδοξούν αυτός ο συνδυασμός γενετικής γνώσης, ψηφιακών τεχνολογιών και νέων διαγνωστικών μεθόδων να ανοίξει τον δρόμο για μια εντελώς διαφορετική εποχή στην αντιμετώπιση του καρκίνου των ωοθηκών. Μια εποχή όπου η νόσος θα μπορεί να εντοπίζεται πριν ακόμη εμφανιστούν τα πρώτα συμπτώματα, μια εποχή όπου αυτή η «ωρολογιακή βόμβα» δεν θα προλαβαίνει να εκραγεί.


























