Η προπαγάνδα δεν γνωρίζει αργίες ούτε εποχές. Δεν χρειάζεται πόλεμο για να αναπτυχθεί ούτε ειδικές συνθήκες για να κυκλοφορήσει. Είναι παρούσα διαρκώς, σε κάθε δημόσιο διάλογο, σε κάθε timeline. Άλλοτε φανερή και ωμή, άλλοτε υπόγεια και με τη μορφή μιας «αθώας πληροφορίας», έχει έναν μόνιμο στόχο. Να καθοδηγήσει τον τρόπο που σκεφτόμαστε πριν προλάβουμε να κρίνουμε μόνοι μας. Αυτό είναι και το πιο ανησυχητικό στοιχείο της. Η κανονικοποίηση. Η προπαγάνδα δεν εμφανίζεται μόνο σε αφίσες και δελτία τύπου, αλλά σε memes, σε posts, σε τίτλους που κυκλοφορούν σαν ειδήσεις. Είναι ο αόρατος θόρυβος που συνοδεύει κάθε είδηση και μας ακολουθεί, ακόμα κι όταν νομίζουμε ότι ενημερωνόμαστε αντικειμενικά.
Η δολοφονία την περασμένη εβδομάδα του Anas al-Sharif, δημοσιογράφου του Αλ Τζαζίρα, είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα του πώς σε καιρό πολέμου, η πληροφορία δεν κυκλοφορεί ποτέ μόνη της. Σχεδόν αμέσως, δεμφανίστηκαν ύο αντίθετα αφηγήματα. Για τη μία πλευρά ήταν τρομοκράτης, για την άλλη ένας αντικειμενικός δημοσιογράφος που έκανε με αυτοθυσία τη δουλειά του. Το βέβαιο είναι ότι γύρω από τέτοια γεγονότα στήνεται ακαριαία μια μάχη προπαγάνδας, όπου η αλήθεια και το ψέμα μπλέκονται σε τέτοιο βαθμό ώστε να γίνονται εργαλείο στα χέρια όσων γνωρίζουν να χειρίζονται το αφήγημα.
Η δύναμή της προπαγάνδας πλέον είναι συχνά ισοδύναμη ή και μεγαλύτερη κάποιες φορές από τα όπλα στο πεδίο της μάχης. Ο πόλεμος δεν διεξάγεται μόνο με στρατιώτες, άρματα, drones και πυραύλους, αλλά με εικόνες, λέξεις, φήμες και αφηγήματα. Στη Μέση Ανατολή σήμερα, η στρατιωτική αναμέτρηση συνοδεύεται από μια ανελέητη μάχη για τον έλεγχο της εικόνας, όπου η πρώτη εντύπωση μπορεί να καθορίσει το αφήγημα για χρόνια. Φωτογραφίες, βίντεο, hashtags, αποσπασματικές «αλήθειες» και καλοδουλεμένες ψευδείς ειδήσεις και από τις δυο πλευρές, δεν είναι παράπλευρη επικοινωνία, είναι στρατηγικά όπλα με στόχο την πολιτική, στρατιωτική και ηθική υπεροχή. Οι στόχοι παραμένουν διαχρονικοί: διατήρηση ηθικού στο εσωτερικό, δαιμονοποίηση του αντιπάλου για να δικαιολογηθούν πολεμικές ενέργειες, επηρεασμός της διεθνούς κοινής γνώμης για να εξασφαλιστεί στήριξη ή ανοχή. Από το εμβληματικό στιγμιότυπο με τον κορμοράνο καλυμμένο στο πετρέλαιο στον Πόλεμο του Κόλπου το 1991, που έγινε διεθνές σύμβολο περιβαλλοντικού εγκλήματος και έστρεψε τη Δυτική κοινή γνώμη εναντίον του Ιράκ, μέχρι την ιστορική φωτογραφία ανύψωσης της σημαίας στην Ιβο Τζίμα που ενίσχυσε το αμερικανικό ηθικό στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, η δύναμη της εικόνας υπήρξε πάντα κεντρική. Το ίδιο και η διαβόητη μαρτυρία της Ναγίρα το 1990, όταν ένα 15χρονο κορίτσι περιέγραψε πώς Ιρακινοί στρατιώτες σκότωναν μωρά σε θερμοκοιτίδες – μια μαρτυρία που αποδείχθηκε σκηνοθετημένη, αλλά είχε ήδη κάνει τη δουλειά της. Πιο πρόσφατα, στον αιματηρό πόλεμο της Ουκρανίας, η ρωσική αφήγηση βάφτισε την εισβολή «ειδική στρατιωτική επιχείρηση», μιλώντας για «αποναζιστικοποίηση» και «προστασία των ρωσόφωνων», ενώ προβαλλόταν υλικό όπου κάτοικοι φέρονταν να υποδέχονται τους στρατιώτες ως «απελευθερωτές» — μια εικόνα με σαφές προπαγανδιστικό αποτύπωμα.
Όλα αυτά δεν θα είχαν την ίδια ισχύ χωρίς το μέσο που τα πολλαπλασιάζει: την τεχνολογία και την ακαριαία διάχυση εικόνων και μηνυμάτων. Η τεχνολογία έχει μικρύνει τον χρόνο αντίδρασης στο ελάχιστο. Ένα βίντεο που κάποτε θα χρειαζόταν μέρες για να προβληθεί, σήμερα γίνεται παγκόσμιο σε ελάχιστα λεπτά, πριν καν ελεγχθεί η αυθεντικότητά του. Deepfakes δημιουργούν ανύπαρκτες σκηνές και δηλώσεις, το επιλεκτικό μοντάζ κόβει και ράβει γεγονότα, η συναισθηματική υπερφόρτωση μέσω εικόνων πόνου και θρήνου παρακάμπτει τη λογική και μιλά κατευθείαν στο θυμικό. Οι πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης λειτουργούν ως πολλαπλασιαστές, καθώς οι αλγόριθμοι προωθούν ό,τι προκαλεί μεγαλύτερη αντίδραση, ανεξαρτήτως αλήθειας.
Δεν είναι όμως μόνο οι πόλεμοι που γεννούν προπαγάνδα. Η εμπειρία της ελληνικής δημόσιας σφαίρας δείχνει ότι η διαρκής παραπληροφόρηση είναι πλέον οργανικό κομμάτι της καθημερινής ζωής. Όλες τις τελευταίες ημέρες, παρατηρούσα προσεκτικά τη διάχυση ψευδών, ή αμφισβητούμενων ειδήσεων και το πως κυκλοφορούσαν από στόμα σε στόμα, από παρέα σε παρέα. Κατέληξα στο συμπέρασμα ότι ο Αύγουστος όχι μόνο έχει ειδήσεις, αλλά πολλές από αυτές είναι παραποιημένες. Βλέπεις, η χαλαρότητα των ημερών, σε κάνει περισσότερο επιρρεπή στο να καταναλώσεις μια είδηση χωρίς να την διασταυρώσεις. Στις καλοκαιρινές μας συζητήσεις, από τον τραγικό θάνατο της κόρης του Αντώνη Σαμαρά μέχρι τις πυρκαγιές και τις συλλήψεις υπόπτων, οι ειδήσεις έφταναν ήδη διαστρεβλωμένες, φορτωμένες με πολιτικό πρόσημο ή συναισθηματική φόρτιση. Άλλοτε διογκωμένες, άλλοτε κομμένες στα μέτρα μιας αφήγησης, άλλοτε απλώς ψευδείς. Το αποτέλεσμα ήταν το ίδιο. Μια πληροφορία που δεν έμοιαζε με εργαλείο κατανόησης, αλλά με έτοιμο όπλο για χρήση στο δημόσιο διάλογο. Και εδώ αποκαλύπτεται η μεγάλη παγίδα. Η προπαγάνδα δεν παρουσιάζεται πια μόνο από κρατικούς μηχανισμούς. Παράγεται και αναπαράγεται από τον καθένα μας. Τα social media επιταχύνουν τον κύκλο. Μια ανάρτηση, μια εικόνα, ένα βίντεο χωρίς πλαίσιο αρκούν για να κατασκευάσουν «γεγονός» σε λίγα λεπτά. Από εκεί και πέρα, η διάψευση δεν έχει καμία σημασία. Όπως μου είχε πει κάποιος γνωστός μου κάποτε για μια ψευδή είδηση, «σημασία έχει ότι θα μπορούσε να είναι και αλήθεια». Το αφήγημα έχει ήδη τρέξει, έχει ήδη κλειδώσει στο μυαλό του κοινού. Έτσι, η προπαγάνδα δεν είναι πλέον εργαλείο που ενεργοποιείται μόνο σε συνθήκες κρίσης. Είναι η μόνιμη ατμόσφαιρα μέσα στην οποία ενημερωνόμαστε. Και εδώ είναι το σημείο που χρειάζεται να ειπωθεί το αυτονόητο. Κάθε είδηση, κάθε εικόνα, κάθε βίντεο, ειδικά σε καιρό πολέμου αλλά και στην καθημερινότητα μας, θα πρέπει να περνάει από δύο και τρία φίλτρα πριν την αποδεχτούμε. Όχι γιατί η αλήθεια είναι άπιαστη, αλλά γιατί η προπαγάνδα είναι παντού και λειτουργεί καλύτερα όταν εμείς είμαστε βιαστικοί, θυμωμένοι ή αδιάφοροι για τη διασταύρωση. Αν δεν θέλουμε να γίνουμε τα πρόθυμα θύματά της, η κριτική σκέψη δεν είναι πολυτέλεια, είναι στοιχειώδης άμυνα.
(Ο Ηλίας Τσαουσάκης είναι Σύμβουλος Στρατηγικής & Επικοινωνίας)






























