Μια πολύ ενδιαφέρουσα απόφαση έλαβε η Κεντρική Επιτροπή του ΚΚΕ που συνεδρίασε ενόψει της εκλογικής μάχης.
-Πού θα οδηγήσει η εκλογική φθορά της Νέας Δημοκρατίας; Μπορεί να οδηγήσει ακόμα και σε αλλαγή ηγεσίας ή σε κυβέρνηση ακόμα και ειδικού σκοπού;
-Τι σηματοδοτεί η ίδρυση των κομμάτων του Αλέξη Τσίπρα και της Μαρίας Καρυστιανού, αλλά και των αναμενόμενων κομμάτων του Αντώνη Σαμαρά και πιθανόν του Ηλία Κασιδιάρη;
-Μπορεί μπροστά στο ενδεχόμενο δεύτερων εκλογών να ενισχυθεί η πίεση για τη συγκρότηση μιας «προοδευτικής διακυβέρνησης»;
-Γιατί η δημιουργία του κόμματος Τσίπρα αντικειμενικά οδηγεί σε αναδιάταξη των δυνάμεων του ΣΥΡΙΖΑ, της ΝΕ.ΑΡ, του ΜέΡΑ25 «και έμμεσα του οπορτουνιστικού χώρου»;
-Πού στοχεύουν τα κόμματα του «λαϊκισμού» και του ψευδεπίγραφου «αντισυστημισμού», όπως της Μαρίας Καρυστιανού και της Ζωής Κωνσταντοπούλου; Οι τοποθετήσεις αυτών των κομμάτων κινούνται στη γραμμή "καθαρά χέρια", είναι μεταξύ άλλων η εκτίμηση για την Ελπίδα για τη Δημοκρατία και την Πλεύση Ελευθερίας.
Τα «Παιχνίδια Εξουσίας» αναδημοσιεύουν σήμερα εκτεταμένα αποσπάσματα από την απόφαση της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ.
2. Οι πρόσφατες εξελίξεις στο αστικό πολιτικό σύστημα
Στο παραπάνω πλαίσιο καταγράφεται το τελευταίο διάστημα πιο έντονη κινητικότητα στο αστικό πολιτικό σκηνικό:
- Δυναμώνουν οι διεργασίες και οι αντιθέσεις εντός της κυβέρνησης, με αμφισβήτηση που προέρχεται από το εσωτερικό της ΝΔ και κατευθύνεται κυρίως στη σημερινή της ηγεσία. Αυτή η αμφισβήτηση εκδηλώνεται σε αυτήν τη φάση με την οργανωμένη διαφοροποίηση βουλευτών της ΝΔ και τις δημόσιες παρεμβάσεις πρώην πρωθυπουργών (Σαμαράς, Καραμανλής), ενώ επικεντρώνει κυρίως την κριτική στο «μοντέλο διακυβέρνησης», το οποίο ενοχοποιείται για «υπερσυγκέντρωση εξουσιών», αξιοποίηση εξωκοινοβουλευτικών υπουργών (κυρίως προερχόμενων από το ΠΑΣΟΚ), «ανικανότητα αντιμετώπισης των σκανδάλων», αλλά και την πορεία των ελληνοτουρκικών σχέσεων κ.λπ. Ολα αυτά προφανώς συνδέονται με τη μεγάλη φθορά της κυβέρνησης της ΝΔ, ενώ συνδέονται και με την επόμενη ημέρα μιας πιθανής διαδοχής στη ΝΔ.
- Πυκνώνουν, επίσης, οι απευθείας και αυτοπρόσωπες παρεμβάσεις μεγάλων επιχειρηματιών με πολιτικό περιεχόμενο σε ένα μεγάλο εύρος θεμάτων, από τη γεωστρατηγική αναβάθμιση, τις διεθνείς συμφωνίες και την εμπλοκή της Ελλάδας στους ιμπεριαλιστικούς σχεδιασμούς μέχρι το «μοντέλο διακυβέρνησης».
- Ολοκληρώνεται η διαδικασία ίδρυσης νέων κομμάτων με τη στήριξη μεγάλων επιχειρηματικών συμφερόντων, όπως το κόμμα Τσίπρα, που αντικειμενικά επιδρά στη διάταξη των δυνάμεων στον χώρο της σοσιαλδημοκρατίας (ΠΑΣΟΚ, ΣΥΡΙΖΑ, ΝΕ.ΑΡ.), έμμεσα και του οπορτουνισμού. Εκανε ήδη την ιδρυτική του συγκέντρωση το κόμμα Καρυστιανού με την ονομασία «Ελπίδα για τη Δημοκρατία», είναι πιθανή η ίδρυση ενός κόμματος Σαμαρά, ενώ δραστηριοποιείται στον φασιστικό χώρο ο Κασιδιάρης. Στο πλαίσιο αυτό εντείνεται η μετακίνηση βουλευτών και άλλων στελεχών μεταξύ των αστικών κομμάτων, γεγονός το οποίο συνδέεται οπωσδήποτε και με προσωπικούς υπολογισμούς εκλογής και επανεκλογής, σε κάθε περίπτωση όμως αναδεικνύει τις δυσκολίες της αστικής διαχείρισης και την κοινή στρατηγική βάση των αστικών πολιτικών δυνάμεων. Στο παραπάνω πλαίσιο δυναμώνει και η στήριξη φασιστικών, εθνικιστικών δυνάμεων ως εφεδρειών για την αστική εξουσία, ιδιαίτερα στις συνθήκες της πολεμικής προετοιμασίας.
- Επιταχύνονται μια σειρά από αλλαγές στο αστικό κράτος, με επίκεντρο τη συνταγματική αναθεώρηση που αναμένεται να ξεκινήσει άμεσα, από αυτή τη Βουλή και να ολοκληρωθεί στην επόμενη, μετά τη μεσολάβηση των εκλογών. Στο επίκεντρο αυτών των αλλαγών βρίσκεται η «οικονομική και πολιτική σταθερότητα», δηλαδή η περαιτέρω θωράκιση του αστικού κράτους από πιθανούς κραδασμούς, κυρίως από την εργατική - λαϊκή αντεπίθεση. Στο πλαίσιο αυτών των αλλαγών ανοίγει, επίσης, η συζήτηση για την αναθεώρηση του εκλογικού νόμου (με βάση το γερμανικό μοντέλο), σε κατεύθυνση περαιτέρω ενίσχυσης της καλπονοθείας και των εκβιαστικών διλημμάτων, αλλά και το επικίνδυνο ζήτημα της παρέμβασης στην εσωτερική λειτουργία των πολιτικών κομμάτων με βάση και τις αντιδραστικές κατευθύνσεις της ΕΕ. Τα παραπάνω ζητήματα δεν αποτελούν μόνο προτάσεις της κυβέρνησης της ΝΔ, αλλά σε πολλές περιπτώσεις τίθενται κι από άλλες αστικές πολιτικές δυνάμεις, κυρίως της σοσιαλδημοκρατίας, αποδεικνύοντας ότι αποτελούν συνολικότερες στοχεύσεις της αστικής τάξης. Είναι χαρακτηριστικό ότι η κριτική των άλλων κομμάτων στις προτάσεις Μητσοτάκη για τη συνταγματική αναθεώρηση δεν αφορά τον πυρήνα αυτών των προτάσεων, αλλά ότι αυτές αποτελούν «επικοινωνιακό αντιπερισπασμό» ή ότι η κυβέρνηση δεν έχει την αξιοπιστία για να εξασφαλίσει ευρύτερες πολιτικές συναινέσεις.
- Κλιμακώνεται η επίθεση ενάντια στο ΚΚΕ με πιο ωμές - ανοιχτές και πιο ύπουλες συγκαλυμμένες μορφές, όπως είναι η όξυνση του αντικομμουνισμού, τα φαινόμενα παρεμπόδισης ή αποσιώπησης της πολιτικής δράσης του Κόμματος και της ΚΝΕ, η προσπάθεια πλαγιοκόπησης δυνάμεών μας, η ενεργοποίηση διαφόρων προβοκατόρικων κέντρων, οι απαγορεύσεις σε Φεστιβάλ, οι διώξεις προηγούμενων χρόνων κ.λπ. Εντείνεται η εργοδοτική τρομοκρατία και καταστολή των αγώνων των εργαζομένων. Το γεγονός ότι το πολιτικό σύστημα βρίσκεται σε διεργασία αναμόρφωσης, σε συνθήκες μάλιστα πιθανών σοβαρών κλονισμών, καθώς και η καταγραφή αυξημένης πολιτικής επιρροής του ΚΚΕ, αντικειμενικά σημαίνει ότι θα αυξηθούν τέτοιες πιέσεις και επιθέσεις προς το Κόμμα, απαιτεί αντίστοιχη ετοιμότητα και επαγρύπνηση.
Όλες αυτές οι κινήσεις, παρεμβάσεις κ.λπ. επικεντρώνουν στην «κρίση εκπροσώπησης» στο αστικό πολιτικό σύστημα και κατ' επέκταση στο ζήτημα της κυβέρνησης και συνολικά του πολιτικού προσωπικού που απαιτείται για να διασφαλιστεί η «σταθερότητα», η «διαχείριση των επερχόμενων κρίσεων» κ.λπ. Από τη σκοπιά της αστικής τάξης, το βλέμμα είναι στραμμένο στην πιθανότητα μαζικής αμφισβήτησης του σημερινού πολιτικού συστήματος, που περιλαμβάνει όλα τα κόμματα που έχουν κυβερνήσει, όπως η ΝΔ, το ΠΑΣΟΚ, ο ΣΥΡΙΖΑ, χωρίς δυνατότητα υποκατάστασης από νέα αστικά κόμματα που έχουν προκύψει από τις αλλεπάλληλες διασπάσεις τους.
Θυμίζουμε ότι αυτός ο προβληματισμός είχε καταγραφεί ήδη μετά τις εκλογές του 2023 και την εκλογική καθίζηση του ΣΥΡΙΖΑ, εντοπίζοντας το πρόβλημα της «ανισορροπίας του πολιτικού συστήματος» και την ανάγκη αποκατάστασης του «σοσιαλδημοκρατικού - κεντροαριστερού» πόλου, προκειμένου αυτός να λειτουργεί, είτε για την αναπαραγωγή του δίπολου της αστικής κυβερνητικής εναλλαγής, δηλαδή να απορροφά τη λαϊκή δυσαρέσκεια και να την μεταγγίζει πότε στο ένα αστικό κόμμα ή συνεργασία κομμάτων και πότε στο άλλο, είτε με τον ρόλο ενός «αξιόπιστου» κυβερνητικού συμπληρώματος.
Σήμερα, στο έδαφος των υπαρκτών δυσκολιών, αυτός ο προβληματισμός ισχυροποιείται ακόμη περισσότερο. Το τελευταίο διάστημα και με διάφορες αφορμές έχουν πυκνώσει οι παρεμβάσεις διαφόρων αστών πολιτικών και εκπροσώπων του κεφαλαίου. Σχεδόν όλες οι παρεμβάσεις επικεντρώνουν στην ανάγκη προετοιμασίας του αστικού πολιτικού συστήματος για να αντιμετωπίσει την «επερχόμενη κρίση», τον κίνδυνο αστάθειας εξαιτίας των διεθνών εξελίξεων, την όξυνση του ανταγωνισμού μέσα στο ευρωατλαντικό στρατόπεδο, τους πιθανούς κραδασμούς από μια παρατεταμένη κρίση στην ενεργειακή, εφοδιαστική αλυσίδα κ.λπ. Το γεγονός ότι από όλες τις αστικές πολιτικές δυνάμεις προεξοφλείται η είσοδος σε μια εποχή «αστάθειας», «κρίσεων» κ.λπ. αξιοποιείται επιπλέον για να καλλιεργήσει κλίμα μειωμένων απαιτήσεων στον λαό, ανοχής και συναίνεσης στις νέες μεγάλες θυσίες που θα απαιτηθούν στο όνομα των έκτακτων συνθηκών.
Σε κάθε περίπτωση η διαμόρφωση του αστικού πολιτικού συστήματος θα επηρεαστεί από τη δυναμική των διεθνών εξελίξεων, δηλαδή από την πορεία κλιμάκωσης του ιμπεριαλιστικού πολέμου και την όξυνση των ανταγωνισμών μέσα στο ΝΑΤΟικό στρατόπεδο, κυρίως στις σχέσεις ανάμεσα στις ΗΠΑ και ηγετικά καπιταλιστικά κράτη της ΕΕ, τις εξελίξεις των ελληνοτουρκικών σχέσεων και του Κυπριακού, που μπορούν να ενισχύσουν υπάρχουσες ή να δημιουργήσουν νέες αντιθέσεις στην ελληνική αστική τάξη. Αλλωστε, η «σταθερότητα» είναι ζήτημα που πατά πάνω σε αντικειμενικές εξελίξεις. Η στρατηγική επιλογή της άρχουσας τάξης, έστω και με αποχρώσεις, να παίξει ρόλο εξισορροπητικό στις σχέσεις ΗΠΑ - ΕΕ αντικειμενικά οδηγεί σε μια «κινούμενη άμμο», ειδικά αν οι σχέσεις αυτές οξυνθούν, είναι δηλαδή αντικειμενικός παράγοντας «αστάθειας».
Πώς εκδηλώνονται κυρίως οι δυσκολίες σε αυτήν τη φάση:
α) Η δυσκολία για το αστικό πολιτικό σύστημα είναι ότι έχουν στενέψει τα όποια περιθώρια ελιγμών των αστικών κομμάτων και κυβερνήσεων, ενώ δεν υπάρχει πλέον η ευνοϊκή συγκυρία, ως προς τον καπιταλιστικό οικονομικό κύκλο, που επέτρεψε μια πιο «χαλαρή» δημοσιονομική πολιτική και πολιτική ευελιξία της κυβέρνησης της ΝΔ, μέσω του Ταμείου Ανάκαμψης κ.λπ. Αυτό φυσικά δεν σημαίνει ότι δεν θα υπάρχει κοινοτική χρηματοδότηση μετά το 2026 (19 δισ. ΕΣΠΑ 2021-2027, νέο ΕΣΠΑ, Κοινωνικό Κλιματικό Ταμείο, Ταμείο Εκσυγχρονισμού, Εθνικό Πρόγραμμα Ανάπτυξης 2026-2030). Απέναντι σε μια σειρά οξυμένα εργατικά - λαϊκά προβλήματα που επιδεινώνονται εξαιτίας και των εξελίξεων (πόλεμος, ακρίβεια, ενεργειακή κρίση κ.λπ.), δεν μπορεί να συγκροτηθεί σε αυτήν τη φάση μια εναλλακτική αστική πρόταση που να εμφανίζεται - χωρίς φυσικά να είναι - ριζικά διαφορετική από την κυρίαρχη.
β) Στη φθορά της κυβέρνησης της ΝΔ, αν και σε αυτήν τη φάση δεν φαίνεται να έχει πάρει χαρακτηριστικά αποσάθρωσης, αντίστοιχης με εκείνη των ΠΑΣΟΚ - ΝΔ τον Μάη του 2012 ή με εκείνη του ΣΥΡΙΖΑ το 2023, ενώ η αστική κριτική, που επιδρά και σε εργατικές - λαϊκές δυνάμεις, επικεντρώνει κυρίως στην «ομάδα του Μαξίμου» και στο αίτημα να «φύγει ο Μητσοτάκης». Παρ' όλα αυτά και ανάλογα με τις εξελίξεις, κυρίως την όξυνση των λαϊκών προβλημάτων, να μην αποκλείσουμε μια πιθανή σημαντική πτώση των ποσοστών της ΝΔ, που ακόμη κι αν δεν φτάσει στο επίπεδο του 2012, δεν αποκλείεται από το 40,5% του 2023 να πέσει στα επίπεδα του 20%-25%. Είναι πολύτιμη η πείρα του 2012 και η εκτίμησή μας σε συνέχεια ότι αιφνιδιαστήκαμε, δεν περιμέναμε τέτοια κατάρρευση του κυβερνώντος κόμματος, γεγονός που είχε φέρει με ψηλά ποσοστά διάφορα λαϊκίστικα κόμματα. Στο ενδεχόμενο μεγάλης μείωσης της εκλογικής δύναμης της ΝΔ, είναι πιθανή η απόσυρση Μητσοτάκη για την επανασυσπείρωση της ΝΔ. Η μείωση των ποσοστών της ΝΔ είναι πιθανό επίσης να συνοδευτεί από ενίσχυση λαϊκίστικων τυχοδιωκτικών κομμάτων (Ελληνική Λύση, Πλεύση, Ελπίδα για τη Δημοκρατία, Φωνή Λογικής) και το κόμμα Σαμαρά ή το κόμμα Κασιδιάρη, εφόσον συγκροτηθούν. Ενα τέτοιο ενδεχόμενο θα οξύνει το κάλπικο εκβιαστικό δίλημμα «αριστεράς - δεξιάς», αφού θα ενταθεί η παρέμβαση της σοσιαλδημοκρατίας να αναλάβει αυτή τη διακυβέρνηση και της ΝΔ να παίξει ρόλο στην κυβερνητική εναλλαγή με νέα ηγεσία, εγκλωβίζοντας εργατικές - λαϊκές δυνάμεις. Με πιο σταθερό και συστηματικό μέτωπο αποκάλυψης του ρόλου τους, μπορούμε να ενισχύσουμε τα περιθώρια το Κόμμα να κερδίσει από μισθωτούς και λαϊκά τμήματα των μεσαίων στρωμάτων που στήριζαν ΝΔ (από χώρους δουλειάς, βιοπαλαιστές αγρότες κ.λπ.), όπως και από άλλα κόμματα του συστήματος, σε συνδυασμό με την πρωτοπόρα δράση μας στους αγώνες. Ιδιαίτερη σημασία αποκτά σήμερα η συστηματική παρακολούθηση όλων αυτών των εξελίξεων, όχι μόνο κεντρικά, που γίνεται έτσι κι αλλιώς, αλλά έως κάτω, έως τις ΚΟΒ, ιδιαίτερα της δράσης και των διεργασιών που συντελούνται ανάμεσα στις άλλες πολιτικές δυνάμεις, ακόμα και τη στάση της εργοδοσίας, ώστε να είμαστε πιο κοντά και άμεσα σε ό,τι εξελίσσεται σε κάθε χώρο.
γ) Την ίδια ώρα δεν ξεχωρίζει κάποιο εναλλακτικό σοσιαλδημοκρατικό κόμμα που να μπορεί να δώσει άμεσα κυβερνητική λύση και να απορροφήσει τη λαϊκή δυσαρέσκεια, ούτε φαίνεται ότι αυτό μπορεί να προκύψει μέχρι τις εκλογές μέσα από μια «ανασύνθεση του προοδευτικού χώρου». Παραμένει η λαϊκή δυσπιστία απέναντι σε αυτές τις δυνάμεις (ΠΑΣΟΚ, ΣΥΡΙΖΑ, Τσίπρας κ.λπ.), γιατί άσκησαν αντιλαϊκή πολιτική από τη θέση της κυβέρνησης ή την στήριξαν από τη θέση της αντιπολίτευσης. Οσο κι αν προσπαθούν με διάφορους τρόπους να κρατήσουν αποστάσεις από το κυβερνητικό τους παρελθόν, δεν πείθουν ότι εκφράζουν κάτι «νέο», «αδοκίμαστο» κ.λπ. Βεβαίως, μια μεγαλύτερη φθορά της ΝΔ σε συνδυασμό με το άθροισμα των εκλογικών ποσοστών ΠΑΣΟΚ - Τσίπρα, ή μπροστά στο ενδεχόμενο δεύτερων εκλογών, μπορεί να ενισχύσει την πίεση για συγκρότηση μιας «προοδευτικής» συγκυβέρνησης, ανεξάρτητα από τη ρεαλιστική προοπτική ενός τέτοιου ενδεχόμενου εξαιτίας και των μεταξύ τους αντιθέσεων.
δ) Δεν μπορούμε να αποκλείσουμε - ανάλογα με τις διεθνείς ή άλλες εξελίξεις - τη δημιουργία κάποιας κυβέρνησης ειδικού σκοπού, συνεργασίας κ.λπ., με επικεφαλής κάποιον τεχνοκράτη και τη συμμετοχή των βασικών πολιτικών κομμάτων. Σε αυτήν την κατεύθυνση ήδη επεξεργάζονται σχέδιο απόσυρσης του Μητσοτάκη, αλλαγής ηγεσίας στη ΝΔ, αμέσως μετά τις εκλογές, προκειμένου να διευκολυνθεί το σενάριο αυτό και η γενικότερη αναμόρφωση του αστικού πολιτικού συστήματος.
4. Πιο ειδικά για τις διεργασίες στις αστικές πολιτικές δυνάμεις
α. Οι εξελίξεις στη ΝΔ και τον ευρύτερο «δεξιό» χώρο
Με βάση τα παραπάνω, το κεντρικό δίλημμα που θέτει η ΝΔ είναι ο κίνδυνος της ακυβερνησίας και της πολιτικής αστάθειας, «αν θα παραμείνει η Ελλάδα ασφαλής, ισχυρή και σταθερή σε μια τροχιά προόδου ή θα ρισκάρει τις κατακτήσεις για να μετατραπεί σε ένα ακυβέρνητο καράβι μέσα σε αχαρτογράφητα διεθνή νερά». Η ΝΔ προβάλλει την ανάγκη να μην επιστρέψει η χώρα στην περιπέτεια του λαϊκισμού και να συνεχίσει στον δρόμο των μεταρρυθμίσεων, των ισχυρών διεθνών συμμαχιών που θωρακίζουν τη χώρα, της ενεργειακής αναβάθμισης (π.χ. Κάθετος Διάδρομος), της δημοσιονομικής πειθαρχίας και σταθερότητας. Στο πλαίσιο αυτό αξιοποιεί την επανεμφάνιση Τσίπρα (είναι χαρακτηριστικό το ντοκιμαντέρ στον «ΣΚΑΪ» για τα γεγονότα του 2015), ενώ κατηγορεί την ηγεσία του ΠΑΣΟΚ ότι έχει εγκαταλείψει τη «θεσμικότητα» που το διέκρινε και έχει προσχωρήσει σε λογικές ΣΥΡΙΖΑ, Κωνσταντοπούλου κ.λπ., ασκώντας πίεση και για μια πιθανή συγκυβέρνηση μαζί του.
Ωστόσο, η επιδείνωση της κατάστασης σε εργατικές - λαϊκές δυνάμεις και ιδιαίτερα σε τμήματα των μεσαίων στρωμάτων, στα οποία η ΝΔ είχε μεγάλη επιρροή, σε συνδυασμό με τα σκάνδαλα, την κριτική από συγκεκριμένα επιχειρηματικά συμφέροντα, την αποδυνάμωση του δημαγωγικού επιχειρήματος περί «των εξωγενών παραγόντων», δυναμώνει τη φθορά της και επιδρά στον κλονισμό της συνοχής στη ΝΔ, όπως δείχνουν και οι δημόσιες και οργανωμένες διαφοροποιήσεις βουλευτών της. Η αντιπαράθεση γύρω από τον ρόλο του βουλευτή, το ασυμβίβαστο βουλευτών - υπουργών κ.λπ. δεν έχει μόνο «επικοινωνιακό» χαρακτήρα λόγω των σκανδάλων, αντανακλά τόσο τον ανταγωνισμό μεταξύ ομάδων στη ΝΔ, κυρίως με τους εξωκοινοβουλευτικούς υπουργούς - τεχνοκράτες, όσο και συνολικότερους προβληματισμούς για την αναμόρφωση του αστικού πολιτικού συστήματος.
Μετά και το τελευταίο συνέδριό της έχουν ανοίξει πιο έντονα η συζήτηση και ο ανταγωνισμός για τη διάδοχη κατάσταση στη ΝΔ, που εκφράζουν και διαφορετικές ιεραρχήσεις στις διεθνείς συμμαχίες της αστικής τάξης. Ακόμη και αν ενόψει των εκλογών αυτή η συζήτηση υποχωρήσει, είναι δεδομένο ότι κρίσιμο και καταλυτικό θα είναι το εκλογικό αποτέλεσμα και μια ενδεχόμενη μεγάλη φθορά της ΝΔ.
Σημαντικό ρόλο στη διάταξη δυνάμεων εντός της ΝΔ θα έχει κι ένα πιθανό κόμμα Σαμαρά, η στάση Καραμανλή, αλλά και το ποιοι θα συμμετέχουν τελικά στο κόμμα Καρυστιανού. Η κριτική Σαμαρά επικεντρώνει στο ότι η κυβέρνηση δεν μπορεί να εκμεταλλευτεί τη διεθνή συγκυρία για τη γεωστρατηγική αναβάθμιση της χώρας, ότι έχει «υποχωρητική» στάση στα Ελληνοτουρκικά, ότι έχει αλλάξει τη φυσιογνωμία της παράταξης με τη στροφή στο «κέντρο», ότι χρειάζεται πιο ευέλικτη τακτική στις σχέσεις με τη Ρωσία. Μια ενδεχόμενη είσοδος στη Βουλή του κόμματος Σαμαρά θα μπορούσε να επιταχύνει εξελίξεις και να αξιοποιηθεί σε ρόλο κυβερνητικού συμπληρώματος, φυσικά με άλλο πρόσωπο πρωθυπουργού, να αναπληρώσει δηλαδή δυνάμεις που θα χάσει η ΝΔ.
β. Οι εξελίξεις στον χώρο της σοσιαλδημοκρατίας και του οπορτουνισμού (ΠΑΣΟΚ, ΣΥΡΙΖΑ, κόμμα Τσίπρα, Νέα Αριστερά, ΜέΡΑ25 κ.λπ.)
Οι διεργασίες ανασύνθεσης στον χώρο της σοσιαλδημοκρατίας προχωράνε. Παρά την αδυναμία να συγκροτήσουν έναν εναλλακτικό κυβερνητικό πόλο, δεν πρέπει να υπάρχει καμία υποτίμηση ή απαξίωση. Η κριτική αυτών των δυνάμεων προς τη ΝΔ επικεντρώνεται στο κράτος δικαίου, στην ευρωπαϊκή κανονικότητα, στην ανακατανομή κονδυλίων του Ταμείου Ανάκαμψης κ.λπ.
Αυτό που προβάλλεται ως το «διακύβευμα» στον χώρο της σοσιαλδημοκρατίας είναι η «μάχη για τη 2η θέση», δηλαδή ο συσχετισμός μεταξύ ΠΑΣΟΚ - κόμματος Τσίπρα (ΕΛ.Α.Σ.) και το ποιος θα έχει την πρωτοβουλία των κινήσεων σε συνδυασμό με πιθανές αλλαγές προσώπων στον «χαμένο». Δεν πρέπει να υποτιμήσουμε την επίδραση αυτής της αντιπαράθεσης σε δυνάμεις που κι εμείς απευθυνόμαστε, κυρίως της προσπάθειας να αναβαπτιστούν σε λαϊκές συνειδήσεις. Φαίνεται, ωστόσο, ότι υπάρχουν διαφορετικές απόψεις μέσα στο ΠΑΣΟΚ για τη στάση που θα πρέπει να κρατήσει απέναντι στο «κόμμα Τσίπρα».
Το ΠΑΣΟΚ προσπαθεί να εμφανιστεί ότι είναι αξιόπιστο και θεσμικό κόμμα έναντι του Τσίπρα, ότι έχει προτάσεις και πρόγραμμα με «κοινωνικό περιεχόμενο», ότι δεν περιορίζεται στην καταγγελία και τον λαϊκισμό. Στο πλαίσιο αυτό εντάσσονται οι προτάσεις του για την 4ήμερη εργασία, τη στέγη, τη μητρότητα, τις τραπεζικές χρεώσεις κ.λπ. Σε πολλές περιπτώσεις οι προτάσεις του αυτές είναι αυτούσιες οι αντιλαϊκές Οδηγίες της ΕΕ, που συνοδεύονται με την κριτική προς την κυβέρνηση ότι αργεί ή δεν θέλει να τις ενσωματώσει. Παρόλο που απορρίπτει τη συνεργασία με τη ΝΔ, ακόμη και με άλλο πρωθυπουργό, το παρελθόν του, η πρακτική των συνεργασιών με τη ΝΔ σε μια σειρά χώρους (Τοπική Διοίκηση, ΓΣΕΕ, Επιμελητήρια κ.λπ.), οι διάφορες δηλώσεις στελεχών του (ότι η ΝΔ είναι αντίπαλος μέχρι την κάλπη) και πάνω από όλα η στρατηγική του αφήνει ορθάνοιχτο αυτό το ενδεχόμενο.
Το ΠΑΣΟΚ κάνει σοβαρή προσπάθεια ανασυγκρότησης, ειδικά μετά το τελευταίο του συνέδριο, ενισχύει τον αντικομμουνισμό, αξιοποιεί την υποδομή και τις δυνάμεις που διατηρεί σε μια σειρά χώρους. Μέσω των δυνάμεών του αποτελεί βασικό στήριγμα του εργοδοτικού συνδικαλισμού στο εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα και παρεμβαίνει στο αγροτικό κίνημα μέσω των συνεταιρισμών. Αποσπά βουλευτές από άλλα κόμματα (κυρίως από τον ΣΥΡΙΖΑ), ενώ κάνει και καλύτερη προσπάθεια παρέμβασης στη νεολαία (φοιτητικές εκλογές, αξιοποίηση ΜΚΔ, influencers κ.λπ.). Το ΠΑΣΟΚ, όπως και συνολικά η σοσιαλδημοκρατία, προβάλλει το «αποκεντρωμένο κράτος με ισχυρή Τοπική Αυτοδιοίκηση» έναντι του «συγκεντρωτικού κράτους Μητσοτάκη», αξιοποιώντας και τις δυνάμεις του στην Τοπική Διοίκηση.
Το «κόμμα Τσίπρα» πραγματοποίησε την ιδρυτική του συγκέντρωση στις 26/5 με το όνομα «Ελληνική Αριστερή Συμπαράταξη» (ΕΛ.Α.Σ.), προβάλλει το σύνθημα της «κυβερνώσας αριστεράς», ενώ ήδη δημοσιοποιήθηκε το «Μανιφέστο» του Ινστιτούτου για τη συμπόρευση των δυνάμεων της ριζοσπαστικής αριστεράς, της σοσιαλδημοκρατίας και της οικολογίας. Αναμένεται να απορροφήσει ένα μεγάλο τμήμα του ΣΥΡΙΖΑ, της Νέας Αριστεράς, το κόμμα του Πέτρου Κόκκαλη.
Οπως κάνει παγίως η σοσιαλδημοκρατία, προσπαθεί να καπηλευτεί την ιστορία του λαϊκού κινήματος (αναφορές σε Εθνική Αντίσταση, Ηλ. Αποστόλου, Λαμπράκη κ.λπ.) για να επιδράσει σε τμήματα του λαού που αυτοπροσδιορίζονται ως αριστεροί κ.λπ. Σε αυτό έχει απροκάλυπτη «στήριξη» από αστικά ΜΜΕ, ακόμη και τα κυβερνητικά, και από επιτελεία που κατά την πάγια τακτική τού αποδίδουν χαρακτηριστικά που δεν έχει, για να δημιουργήσουν τα γνωστά κάλπικα «δίπολα». Ενώ στο κεντρικό επιτελείο του ανήκει και ο γνωστός αντικομμουνιστής Μαρατζίδης. Θα εναλλάσσει έναν ψευδεπίγραφο ριζοσπαστικό λόγο με τα διαπιστευτήρια ότι μπορεί να αποτελέσει εναλλακτική διαχειριστική λύση για την «επιστροφή του συστήματος στην κανονικότητα».
Σε κάθε περίπτωση, οι μέχρι σήμερα δημόσιες παρεμβάσεις του είναι αναπαραγωγή των χιλιοειπωμένων «κλισέ» περί δίκαιης ανάπτυξης, αναμόρφωσης του κράτους κ.λπ., όπου τα λαϊκά προβλήματα αποδίδονται στη διαφθορά, στο πελατειακό κράτος, στη στρεβλή χρησιμοποίηση των κοινοτικών πόρων. Αποτυπώνουν την ακόμη μεγαλύτερη ευθυγράμμισή του με τις στρατηγικές επιλογές του κεφαλαίου. Είναι χαρακτηριστικό ότι, μεταξύ άλλων, προβάλλει το γεγονός ότι ήταν η δική του κυβέρνηση που αναβάθμισε τις σχέσεις με τις ΗΠΑ και το Ισραήλ, με την ψεύτικη και παραπλανητική υποσημείωση ότι δήθεν αυτές οι συμφωνίες έγιναν σε μια εποχή που οι χώρες αυτές δεν ήταν «πολεμοχαρείς». Μιλάει γενικόλογα για στήριξη της εργασίας και του εισοδήματος, για αποκατάσταση εργασιακών σχέσεων, προστασία των δημοσίων αγαθών, χωρίς καμία συγκεκριμένη αναφορά για κατάργηση αντεργατικών - αντιλαϊκών νόμων.
Τα βασικά ζητήματα που αναδεικνύει είναι:
- Η προσωρινή φορολογία λίγων μεγάλων ομίλων της χώρας μέσω μιας «πατριωτικής εισφοράς» που θα αξιοποιηθεί για τη δημιουργία ενός Ταμείου Σύγκλισης για τη στήριξη του κοινωνικού κράτους.
- Η δημιουργία αναπτυξιακού ταμείου, κατά τα πρότυπα της Βρετανίας (για την Υγεία) ή της Γερμανίας (για την Αμυνα) που θα αξιοποιήσει κονδύλια του Ταμείου Ανάκαμψης, ιδιωτικά κεφάλαια, έσοδα από το Υπερταμείο.
- Η στήριξη της μικρομεσαίας επιχειρηματικότητας μέσω της ανακατανομής των κονδυλίων του Ταμείου Ανάκαμψης, αναπαράγοντας την ψευδαίσθηση ότι η ΕΕ μπορεί να στηρίξει τις μικρές επιχειρήσεις, μπορεί να υπάρχει αρμονική συμβίωση με τους μεγάλους ομίλους.
- Η ενίσχυση του δημόσιου χαρακτήρα της ΔΕΗ.
- Η αποκέντρωση του κράτους μέσω ενός συνεργατικού κράτους που θα διευρύνει τις αρμοδιότητες των ΟΤΑ.
Σε όλες τις παρεμβάσεις του «φωτογραφίζει» με ύπουλο τρόπο κι επιτίθεται στη γραμμή του Κόμματος, περί παραπομπής της επίλυσης όλων των προβλημάτων στον σοσιαλισμό. Στο Μανιφέστο του, μάλιστα, αναφέρεται ότι «το ιστορικό δίλημμα "μεταρρύθμιση ή επανάσταση", που σφράγισε και δίχασε την ευρωπαϊκή Αριστερά στον 20ό αιώνα, δεν μπορεί πλέον να καθοδηγεί τις επιλογές του παρόντος. Οι σύγχρονες προκλήσεις υπερβαίνουν αυτούς τους διαχωρισμούς και απαιτούν νέες ιδεολογικές συνθέσεις αλλά και οργανωτικές αποκρυσταλλώσεις».
Προσπαθεί να εμφανιστεί ως ο μοναδικός αντίπαλος της κυβέρνησης Μητσοτάκη, ότι τον «έφεραν» η αδυναμία των άλλων κομμάτων της αντιπολίτευσης και η ανάγκη επιστροφής στην κανονικότητα. Με αυτόν τον τρόπο προσπαθεί να απαντήσει και στην κριτική που του γίνεται και έχει βάση, ότι τον στηρίζουν ποικιλοτρόπως μεγάλα επιχειρηματικά συμφέροντα.
Την ίδια στιγμή αξιοσημείωτη είναι η τοποθέτηση του συντονιστή του Ινστιτούτου Τσίπρα (Σιακαντάρη) ότι «η Δεξιά και η σοσιαλδημοκρατία είναι ιδεολογικοί και πολιτικοί αντίπαλοι και όχι στρατηγικοί (...) τους πληροφορώ, επειδή πολλοί εξ αυτών μάλλον είναι όψιμοι σοσιαλδημοκράτες, πως πάγια θέση της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας ήταν πως γι' αυτή στρατηγικός αντίπαλος είναι μόνο αυτοί που αμφισβητούν το πρωτείο της δημοκρατίας». Αφήνοντας, εκ των πραγμάτων, ανοιχτό το ενδεχόμενο ακόμη και συμπράξεων χάριν της πολιτικής σταθερότητας, όπως έχουν κάνει κατά κόρον άλλα ευρωπαϊκά σοσιαλδημοκρατικά κόμματα.
Προσπαθεί, επίσης, να βγάλει την εικόνα ότι θα στηριχθεί σε νέα πρόσωπα, επιστήμονες, ακαδημαϊκούς κ.λπ., ενώ είναι σε επικοινωνία με διάφορα στελέχη, πρώην βουλευτές του ΠΑΣΟΚ ή παράγοντες που στηρίχθηκαν από αυτό.
Το «κόμμα Τσίπρα» επιβεβαιώνει και ενισχύει τον ιδεολογικό - πολιτικό - οργανωτικό εκφυλισμό αυτού του χώρου. Αν και μιλάει στο όνομα της «αριστεράς», έχει απεμπολήσει ακόμα και τα όποια δήθεν προοδευτικά συνθήματα της περιόδου διακυβέρνησης του «όλου ΣΥΡΙΖΑ» - μαζί με τους ΑΝΕΛ - που τροφοδοτούσαν τη δημιουργία αυταπατών φιλολαϊκής διαχείρισης του καπιταλισμού και που φυσικά διαψεύστηκαν. Αντανακλά τη συνολικότερη ιδεολογική - πολιτική αντιδραστικοποίηση, όπου θολώνουν ακόμα περισσότερο οι όποιες «ιδεολογικές» διαφορές ανάμεσα στα αστικά κόμματα. Κυριαρχεί η λογική ότι «δεν υπάρχει κάποια άλλη εναλλακτική - ούτε καν ως ψευδαίσθηση και αυταπάτη - το ζήτημα είναι να διαχειριστούμε με τον καλύτερο τρόπο αυτό που υπάρχει, την καπιταλιστική πραγματικότητα». Εμφανίζεται με ένα πιο καθαρό διαχειριστικό πρόσωπο και με χλιαρό «αριστερό» καμουφλάζ σε σχέση με το 2015, με έμφαση σε ζητήματα διαφθοράς, ψηφιακά κόμματα, τον ατομικό δικαιωματισμό, λογικές μεσσιανισμού, αναπαραγωγή ακόμη και αντιδραστικών απόψεων, (όπως αυτή για την ενσωμάτωση των μεταναστών με κριτήριο την προέλευση και τα έθιμά τους κ.λπ.), με στόχο την προσέλκυση «κεντρώων» και «δεξιών» ψηφοφόρων, προσπαθώντας να διατηρήσει την επαφή με ένα «αριστερό» ακροατήριο που τον παρακολουθεί.
Η δημιουργία της ΕΛ.Α.Σ., του κόμματος Τσίπρα, αντικειμενικά οδηγεί σε αναδιάταξη των δυνάμεων του ΣΥΡΙΖΑ, της ΝΕ.ΑΡ., του ΜέΡΑ25 κι έμμεσα του οπορτουνιστικού χώρου. Παραμένει ερωτηματικό το πώς θα ενταχθούν στο κόμμα Τσίπρα οι δυνάμεις που προέρχονται από τον ΣΥΡΙΖΑ και τη ΝΕ.ΑΡ., όπως και το αν ο ΣΥΡΙΖΑ θα παραμείνει με τους εναπομείναντες ως αυτοτελές κόμμα.
Επίσης, από την αρχή των τοποθετήσεων του Τσίπρα καταγράφεται κριτική ορισμένων στελεχών του ΣΥΡΙΖΑ, όχι στη γενική κατεύθυνση, αλλά κυρίως στο ότι οι θέσεις του δεν είναι συνεπείς και δεν εγγυώνται τη «ρήξη με τη διαπλοκή», «την επανάκτηση από το Δημόσιο στρατηγικών τομέων». Χρειάζεται παρακολούθηση, καθώς αυτές οι τοποθετήσεις μπορούν να αξιοποιηθούν ως ξεχωριστή πολιτική πλατφόρμα για τη συγκράτηση δυνάμεων εντός ή εκτός ΣΥΡΙΖΑ, που σε κάθε περίπτωση θα λειτουργούν συμπληρωματικά στο κόμμα Τσίπρα.
Στο συνέδριο της ΝΕ.ΑΡ. επικράτησε η γραμμή της μη άμεσης συνεργασίας με το κόμμα Τσίπρα. Αυτό οδήγησε στην παραίτηση Χαρίτση από την προεδρία, την ανάδειξη άλλης ηγετικής ομάδας (Σακελλαρίδης - προεδρεύων, Πέρκα - πρόεδρος της ΚΟ) καθώς και την αποχώρηση του μεγαλύτερου μέρους των βουλευτών της. Διαμορφώνεται η προοπτική σύμπλευσης ή σύμπραξης με άλλες δυνάμεις - ΜέΡΑ25, τμήματα της ΑΝΤΑΡΣΥΑ - για τη διαμόρφωση ενός νέου αναχώματος (μικρού ΣΥΡΙΖΑ) στη ριζοσπαστικοποίηση και τη χειραφέτηση λαϊκών δυνάμεων από τη σοσιαλδημοκρατία, με στόχο να αναβιώσει το παραμύθι του «καλού ΣΥΡΙΖΑ» του 2010-2015. Αν και υπάρχει αρκετή πείρα και δυνατότητες για να περιορίσουμε τέτοιον εγκλωβισμό, δεν πρέπει να υποτιμηθεί το αβαντάρισμα του Βαρουφάκη και τέτοιων δυνάμεων από το σύστημα (ΜΜΕ, δημοσκοπικές εταιρείες), η σχέση τους με διάφορα επιτελεία εντός και εκτός Ελλάδας.
γ. Τα κόμματα του «λαϊκισμού» και του ψευδεπίγραφου «αντισυστημισμού»
Στον χώρο αυτό καταγράφονται το νέο κόμμα της Καρυστιανού (Ελπίδα για τη Δημοκρατία) και το κόμμα της Κωνσταντοπούλου (Πλεύση Ελευθερίας). Πρόκειται για μονοπρόσωπα, αλληλοτροφοδοτούμενα κόμματα που αναδείχτηκαν κυρίως στον απόηχο του εγκλήματος των Τεμπών και των μαζικών κινητοποιήσεων του λαού και της νεολαίας, με στόχο να «ακρωτηριάσουν» κάθε ριζοσπαστισμό και αμφισβήτηση των πραγματικών αιτίων του εγκλήματος. Απέναντι στο σύνθημα «τα κέρδη τους ή οι ζωές μας» προσπάθησαν να αντιπαρατάξουν την παραβίαση του «κράτους δικαίου» από το «σύστημα Μητσοτάκη» και τη «διαπλεκόμενη δικαιοσύνη» και να αναγορεύσουν την ΕΕ και την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία σε δυνάμεις κάθαρσης, αθωώνοντας την πολιτική που ευθύνεται για το έγκλημα των Τεμπών και για άλλα εγκλήματα σε βάρος του λαού.
Η Καρυστιανού εμφανίζεται με τον μανδύα του «ανεξάρτητου» και ως αντίπαλος του παλιού και διεφθαρμένου «πολιτικού συστήματος». Εμφανίζεται ότι εκπροσωπεί τους «ενεργούς πολίτες απέναντι στους επαγγελματίες πολιτικούς». Στηρίζεται σε ένα επιτελείο «πολιτευτών» κυρίως προερχόμενων από ακροδεξιά κόμματα, τη ΝΙΚΗ, το ΕΠΑΜ, με στενές σχέσεις με την Εκκλησία, μηχανισμούς του κράτους και με προβολή αντιδραστικών απόψεων (βλ. αμβλώσεις). Παρ' όλα αυτά προσπαθεί να καλλιεργήσει την εικόνα του «πλουραλισμού», στοχεύοντας και σε δυνάμεις που στο παρελθόν έχουν εμφανιστεί ως «αριστεροί». Η εμφάνιση στο στενό επιτελείο αυτού του κόμματος του Θ. Αυγερινού (δημοσιογράφου - ανταποκριτή στη Ρωσία του καναλιού «OPEN» του Σαββίδη), όπως και του προέδρου της Ελληνικής Κοινότητας Αγ. Πετρούπολης Ρωσίας, παρουσιάζεται από ΜΜΕ ως ύπαρξη σχέσεων με επιτελεία του ρωσικού κράτους. Ευθύνη για την εξέλιξη με το συγκεκριμένο κόμμα έχουν και οι δυνάμεις του οπορτουνιστικού χώρου, που με διάφορους τρόπους στήριξαν τόσο τη λογική της Καρυστιανού στις κινητοποιήσεις για τα Τέμπη όσο και αυτοτελώς το ίδιο το πρόσωπο.
Οι τοποθετήσεις αυτών των κομμάτων κινούνται στη γραμμή «καθαρά χέρια», που σε άλλες χώρες αξιοποιήθηκε για την αναδιάταξη του πολιτικού συστήματος, την εμφάνιση νέων κομμάτων κ.λπ. Προβάλλουν σχεδόν αποκλειστικά τα ζητήματα της διαφθοράς των πολιτικών ως βασική αιτία των προβλημάτων, αθωώνοντας την καπιταλιστική κερδοφορία και εξουσία και τη διαπλοκή με το αστικό πολιτικό σύστημα. Τοποθετούνται κυρίως σε ζητήματα που μπορούν να υπηρετήσουν την παραπάνω γραμμή, αξιοποιώντας κυρίως τα ΜΚΔ κι ένα δίκτυο καναλιών - εκπομπών που τους στηρίζει και προσπαθούν να επιδράσουν στο συναίσθημα και το «θυμικό» λαϊκών μαζών, της νεολαίας κ.λπ. Την ίδια στιγμή τοποθετούνται θολά και γενικόλογα σε κρίσιμα μέτωπα, όπως είναι η πολεμική εμπλοκή, η επίθεση στα εργατικά - λαϊκά δικαιώματα κ.λπ. Ακόμη και στην περίπτωση του αγώνα των βιοπαλαιστών αγροτών, η προσπάθεια παρέμβασής τους κινήθηκε σχεδόν αποκλειστικά γύρω από την κακοδιαχείριση του ΟΠΕΚΕΠΕ και την παρέμβαση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας. Σε πολλές περιπτώσεις λειτουργούν ως «λαγοί» αντιδραστικών μέτρων.
Η στάση ιδιαίτερα της Κωνσταντοπούλου στη Βουλή (σόου, αντιπαραθέσεις με συγκεκριμένους υπουργούς κ.λπ.) αξιοποιείται από την κυβέρνηση και τα φιλοκυβερνητικά μέσα για να καλλιεργούνται κάλπικα δίπολα (υπευθυνότητα - λαϊκισμός). Βεβαίως, την ίδια στιγμή η Κωνσταντοπούλου ψηφίζει ή αρνείται να δώσει ψήφο σε σοβαρά αντιλαϊκά νομοσχέδια, αντιμετωπίζει διαφοροποιημένα τους υπουργούς της ΝΔ (Δένδια, Πιερρακάκη, Κεραμέως κ.λπ.). Πρωτοστατεί στον αντικομμουνισμό ακόμη και σε χυδαίες επιθέσεις σε βάρος του Κόμματος και βουλευτών του (Λαμπρούλη, Κομνηνάκα, Κανέλλη κ.λπ.).
Σε κάθε περίπτωση και ανάλογα με τις εξελίξεις τα κόμματα αυτά αντικειμενικά μπορούν να στηρίξουν ή να τροφοδοτήσουν τόσο κεντροδεξιές όσο και κεντροαριστερές συμπράξεις, κυβερνήσεις ειδικού σκοπού κ.λπ., στη βάση του αφηγήματός τους για την αποκατάσταση του κράτους δικαίου και την ευρωενωσιακή νομιμότητα.
δ. Οι λαϊκίστικες ακροδεξιές, φασιστικές δυνάμεις
Η Ελληνική Λύση (Βελόπουλος) και η Φωνή Λογικής (Λατινοπούλου) προσπαθούν να εμφανιστούν ως οι πιο αυθεντικοί εγχώριοι εκφραστές της λογικής Τραμπ. Ο Βελόπουλος, παρόλο που υιοθετεί τις στρατηγικές επιλογές της αστικής τάξης στο πλαίσιο του ευρωατλαντισμού (στρατηγικές συμφωνίες με ΗΠΑ και Ισραήλ, συμμετοχή στους σχεδιασμούς ΝΑΤΟ κ.λπ.), ακολουθεί μια πιο ευέλικτη τακτική κυρίως ως προς τις σχέσεις με τη Ρωσία, τη στήριξη της Ουκρανίας κ.λπ. Κατηγορεί κι αυτός (όπως και ο Σαμαράς) την κυβέρνηση της ΝΔ ότι εξαιτίας «ενδοτισμού» δεν μπορεί να εκμεταλλευτεί την ευνοϊκή γεωπολιτική συγκυρία έναντι της Τουρκίας.
Ο Βελόπουλος, σε αντίθεση με την Λατινοπούλου που συντάχθηκε με την κυβερνητική εκδοχή για το έγκλημα των Τεμπών, κινήθηκε στο ίδιο πλαίσιο με Κωνσταντοπούλου και Καρυστιανού, αυτό της απόκρυψης των βασικών αιτιών του εγκλήματος. Κάνει προσπάθεια να παρέμβει σε ΕΒΕ, αγρότες κ.λπ., όχι μόνο στη Βόρεια Ελλάδα, ενώ παρακολουθεί συστηματικά τις δικές μας τοποθετήσεις και προσαρμόζεται ανάλογα. Βελόπουλος και Λατινοπούλου κάνουν προσπάθεια να απευθυνθούν σε δυσαρεστημένους ψηφοφόρους της ΝΔ, κατηγορώντας την κυβέρνηση για κεντρώα στροφή, για τον γάμο των ομόφυλων, για ανεκτική στάση στο Μεταναστευτικό κ.λπ.
Ταυτόχρονα, έχει εντοπιστεί η προσπάθεια ανασυγκρότησης της δράσης φασιστικών - ναζιστικών ομάδων, ιδιαίτερα σε χώρους νεολαίας, κυρίως στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση, η επεξεργασμένη ιδεολογική και πολιτική δουλειά που κάνουν σε μικρές ηλικίες, η ευθεία αντιπαράθεση με δικές μας δυνάμεις στα σχολεία με πιο δουλεμένο τρόπο, οι επιθέσεις σε βάρος μελών του Κόμματος και της ΚΝΕ. Σε αυτήν τη φάση η προσπάθεια αυτή συνδυάζεται με την αναγγελία ίδρυσης κόμματος από τον Κασιδιάρη, χωρίς να είναι επικεφαλής, με την προοπτική της αποφυλάκισής του. Οι δυνάμεις αυτές προσαρμόζουν τη δράση τους σε πιο «νόμιμα» πλαίσια, ακολουθώντας και το παράδειγμα του ΕΛΑΜ στην Κύπρο.
Επιβεβαιώνεται η επιλογή στήριξης τέτοιων δυνάμεων από κύκλους της αστικής τάξης. Διαχρονικό στοιχείο, άλλωστε, της πολεμικής προετοιμασίας των καπιταλιστικών κρατών είναι, εκτός από την ενσωμάτωση, και η καταστολή του «εσωτερικού ταξικού εχθρού», που σημαίνει ότι θα γίνονται όλο και περισσότερο χρήσιμες για το σύστημα ακροδεξιές ή φασιστικές πολιτικές δυνάμεις, με την επανεμφάνιση και στήριξή τους, που μιλώντας στο όνομα της «εθνικής ενότητας» και του «κοινού εθνικού συμφέροντος», θα στρέφονται ενάντια στην ταξική πάλη και θα επιχειρούν να σύρουν εργατικές - λαϊκές δυνάμεις στους σχεδιασμούς της καπιταλιστικής εξουσίας.
Γ. ΓΙΑ ΤΟ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΜΑΣ ΠΑΡΕΜΒΑΣΗΣ
α) Οι επόμενες βουλευτικές εκλογές θα γίνουν σε πολύ πιο δύσκολες και απαιτητικές συνθήκες από εκείνες του 2023, με δεδομένη και την ένταση της προσπάθειας δημιουργίας αναχωμάτων προς το ΚΚΕ και οριστικής ενσωμάτωσης του ρεύματος αμφισβήτησης στο σύστημα, ώστε αυτό να μην αποκτά ριζοσπαστικά χαρακτηριστικά. Θα δυναμώσουν τα εκβιαστικά διλήμματα γύρω από την «κυβερνησιμότητα» από τη μία και την ανάγκη της ψευδεπίγραφης «πολιτικής αλλαγής» από την άλλη. Αυτό δεν πρέπει να μας οδηγεί σε υποτίμηση των δυνατοτήτων που έχει το Κόμμα να επιδράσει και να κερδίσει και εκλογικά αγωνιζόμενες και προβληματισμένες εργατικές - λαϊκές δυνάμεις. Αντίθετα, οι υπαρκτές δυσκολίες και αντιφάσεις στο αστικό πολιτικό σύστημα, σε συνδυασμό με την αυξημένη πολιτική επιρροή του Κόμματος, πρώτα απ' όλα στο εργατικό και γενικότερα το λαϊκό κίνημα, περιέχουν και δυναμικά στοιχεία που πρέπει να αξιοποιούμε για να δυναμώνουμε την πολιτική μας παρέμβαση.
β) Είναι ανάγκη να οργανώσουμε από τώρα αυτή την παρέμβαση με πνεύμα αισιοδοξίας και μαχητικότητας, που θα στηρίζεται στην καλύτερη προετοιμασία των δυνάμεών μας για να διεξάγουμε πιο εύστοχα και αποτελεσματικά την ιδεολογικοπολιτική διαπάλη, με καλύτερη και πιο στοχευμένη ιεράρχηση στο πού απευθυνόμαστε, με συνδυασμένα κοινωνικοταξικά, ηλικιακά, πολιτικά κριτήρια. Για παράδειγμα σε δυνάμεις που συμμετείχαν σε μεγάλους αγώνες (εργατικό κίνημα, βιοπαλαιστές αγρότες), που συμπορεύτηκαν στο εργατικό - λαϊκό κίνημα και σε άλλες μάχες, που συμφωνούν με τις θέσεις του Κόμματος για τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο και την ανάγκη απεμπλοκής της χώρας μας, σε νεότερες ηλικίες κ.λπ.
γ) Σήμερα, μπορούμε από καλύτερες θέσεις να διεξάγουμε την ιδεολογικοπολιτική διαπάλη για την αποκάλυψη του πραγματικού περιεχομένου των διεργασιών και δυσκολιών στο αστικό πολιτικό σύστημα και το ξεσκέπασμα των διάφορων αστικών διλημμάτων. Βάση μας αποτελεί το γεγονός ότι το Κόμμα έχει κατακτήσει πιο στέρεη στρατηγική, ιδεολογική και πολιτική υποδομή, μεγαλύτερη ετοιμότητα παρέμβασης, ικανότητα συσπείρωσης και διεύρυνσης των αγωνιστικών δεσμών, μεγαλύτερη ικανότητα προβολής και εκλαΐκευσης της θέσης του για τον ψευδεπίγραφο διαχωρισμό «δεξιάς» και «αριστερής» κυβέρνησης, για την ανάγκη η εργατική - λαϊκή δυσαρέσκεια και αμφισβήτηση της αστικής πολιτικής να εκφραστεί στο κίνημα και με πιο μαχητική συσπείρωση με το ΚΚΕ.
δ) Ακόμη κι αν η επίθεση ενάντια στο Κόμμα δεν πάρει τη μορφή των δημαγωγικών προτάσεων και της πίεσης για συμμετοχή σε μια «προοδευτική» κυβέρνηση, όπως το 2012-2015, αυτό δεν σημαίνει ότι ένα κομμάτι της εκλογικής επιρροής του Κόμματος δεν είναι επιρρεπές στις αυταπάτες της κυβερνητικής εναλλαγής, οπότε η συζήτηση της προγραμματικής θέσης του ΚΚΕ είναι μόνιμο καθήκον, σε συνδυασμό με το ότι αυτή η θέση το καθιστά ικανό να υπερασπιστεί τα λαϊκά συμφέροντα στις σημερινές συνθήκες μέσα στη Βουλή και κυρίως στο κίνημα.
ε) Να αναδείξουμε την αναγκαιότητα της εργατικής - λαϊκής αντιπολίτευσης απέναντι σε «λογικές» που καλλιεργούνται ιδιαίτερα σε μάχιμες δυνάμεις και διαχωρίζουν την «κοινωνική» από την «πολιτική» αντιπολίτευση, διακρίνοντας δηλαδή τους εργατικούς - λαϊκούς αγώνες από το κριτήριο της ψήφου «που αφορά ποιο κόμμα είναι στην κυβέρνηση». Οτι το ΚΚΕ είναι «χρήσιμο» για το πρώτο, αλλά όχι για το δεύτερο. Με απώτερο στόχο αυτοί οι αγώνες να ενσωματωθούν τελικά στον στόχο της κυβερνητικής εναλλαγής, να αποδυναμωθεί το κίνημα, το ΚΚΕ. Η εργατική - λαϊκή αντιπολίτευση πρέπει να δυναμώνει και όχι να αδυνατίζει μέσα κι από την εκλογική μάχη και εγγύηση γι' αυτό είναι η ισχυροποίηση του ΚΚΕ.
στ) Το αίτημα «να φύγει ο Μητσοτάκης», που καλλιεργούν οι δυνάμεις της σοσιαλδημοκρατίας, όπως και δυνάμεις που αποσπώνται από τη ΝΔ, έχει σαν βασικό κριτήριο την κυβερνητική εναλλαγή, μπορούμε όμως να επιδράσουμε, να προβληματίσουμε, να ανοίξουμε μια πιο ουσιαστική συζήτηση με εργατικές - λαϊκές δυνάμεις. Να ενισχύσουμε το στοιχείο ότι η πείρα επιβεβαιώνει ότι οι κυβερνητικές εναλλαγές δεν αλλάζουν το κύριο ζήτημα, το ποιος έχει την εξουσία. Οσο την εξουσία την έχουν οι καπιταλιστές, όσο η οικονομία λειτουργεί με κριτήριο το καπιταλιστικό κέρδος, όλες οι κυβερνήσεις θα διαχειρίζονται την εκμετάλλευση, την αδικία απέναντι στη μεγάλη πλειοψηφία που παράγει τον πλούτο, αλλά δεν τον καρπώνεται. Κάθε επόμενη κυβέρνηση θα συνεχίζει από εκεί που σταμάτησε η προηγούμενη. Σήμερα μάλιστα είναι πιο ορατό από ποτέ ότι το σύστημα αυτό γίνεται πραγματική απειλή για τους εργαζόμενους και τους λαούς, αφού ζητάει θυσίες στα πεδία των ιμπεριαλιστικών συγκρούσεων. Ο πόλεμος βγάζει τη μάσκα του καπιταλισμού.
ζ) Το γεγονός ότι σε αρκετές δημοσκοπήσεις στο ερώτημα για το κριτήριο της ψήφου υπερέχει η «διαμαρτυρία» έναντι της «κυβέρνησης», χωρίς να απολυτοποιείται καθώς αστικές πολιτικές δυνάμεις υιοθετούν τη γραμμή της «θολής» αντισυστημικής διαμαρτυρίας, δείχνει δυνατότητες να δουλέψουμε με τη δική μας γραμμή, αναδεικνύοντας την ανάγκη αυτή η διαμαρτυρία να βάζει στο στόχαστρο τον πραγματικό αντίπαλο, το κεφάλαιο, την εξουσία και τα κόμματά του.
η) Επαναφέρουμε την ανάγκη καλής παρακολούθησης και εκτίμησης των εξελίξεων στο αστικό πολιτικό σύστημα, όχι μόνο σε κεντρικό επίπεδο, αλλά με συνδυασμένη μελέτη για το πώς αυτές αποτυπώνονται «κάτω», σε τοπικό, κλαδικό, περιφερειακό επίπεδο, αλλά και γενικότερα των εξελίξεων όσον αφορά τους μηχανισμούς του κράτους. Αλλωστε, η κινητικότητα που καταγράφεται δεν εξαντλείται σε επίπεδο «κορυφών», διαπερνά το συνδικαλιστικό κίνημα, την Τοπική Διοίκηση, τα επιμελητήρια, τους επιστημονικούς συλλόγους κ.λπ. Χρειάζεται συνεπώς καλή παρακολούθηση από τις Κομματικές Οργανώσεις, με δεδομένο ότι μιλάμε για μεταβατική περίοδο, συνεπώς οι τάσεις μπορούν να προσαρμόζονται ή να τροποποιούνται.




























