Οι αναβαθμολογήσεις γραπτών στις Πανελλήνιες παραμένουν ένα από τα πιο αμφιλεγόμενα σημεία του εξεταστικού συστήματος. Παρότι η διαδικασία έχει βελτιωθεί τα τελευταία χρόνια και θεωρείται κατά βάση αξιόπιστη, εξακολουθεί να γεννά ερωτήματα για το κατά πόσο αποτυπώνει με απόλυτη ακρίβεια την πραγματική επίδοση των υποψηφίων. Σύμφωνα με την ανάλυση του μαθηματικού και εκπαιδευτικού αναλυτή Στράτου Στρατηγάκη, το βασικό ζήτημα δεν είναι μόνο ο αριθμός των αναβαθμολογήσεων, αλλά οι «γκρίζες ζώνες» που δημιουργούνται από τον τρόπο που λειτουργεί το σύστημα βαθμολόγησης.
Βαθμολόγηση στις Πανελλήνιες 2026: Όταν η διαφορά δεν φτάνει ποτέ στον τρίτο βαθμολογητή
Κάθε γραπτό βαθμολογείται από δύο βαθμολογητές. Αν η διαφορά τους υπερβαίνει τις 12 μονάδες, τότε το γραπτό οδηγείται σε τρίτο βαθμολογητή. Αν όμως η διαφορά είναι 12 ή μικρότερη, η διαδικασία σταματά εκεί, ακόμη κι αν οι δύο βαθμολογίες απέχουν σημαντικά ως προς το αποτέλεσμα. Αυτό, όπως επισημαίνεται, δημιουργεί το εξής παράδοξο: γραπτά που ενδέχεται να έχουν ουσιαστική απόκλιση δεν ελέγχονται ποτέ από τρίτο βαθμολογητή, άρα ο τελικός βαθμός μπορεί να επηρεαστεί σημαντικά από δύο μόνο αξιολογήσεις. Αυτό σημαίνει ότι αν ένας βαθμολογητής δώσει 100 και ο δεύτερος 88, το γραπτό δεν αναβαθμολογείται. Ο τελικός βαθμός προκύπτει από τον μέσο όρο, δηλαδή 94. Όμως κανείς δεν γνωρίζει ποια από τις δύο εκτιμήσεις ανταποκρίνεται πραγματικά στην ποιότητα του γραπτού. Στην πράξη, ο υποψήφιος μπορεί να έχει χάσει ή να έχει κερδίσει εκατοντάδες μόρια χωρίς να υπάρχει καμία πρόσθετη αξιολόγηση
Παραθέτοντας σχετικά στοιχεία από το 2020 και το 2025 ο κ. Στρατηγάκης σημειώνει ότι «ότι τον μεγαλύτερο αριθμό αναβαθμολογήσεων με διαφορά έχουμε στο μάθημα της Νέας Ελληνικής Γλώσσας και Λογοτεχνίας. Πρόκειται για το μοναδικό μάθημα στο οποίο εξετάζονται όλοι οι υποψήφιοι, γι’ αυτό ο αριθμός των αναβαθμολογήσεων είναι τόσο μεγάλος. Πρέπει να προσέξουμε και το ποσοστό, που σ’ αυτή την περίπτωση μας δίνει καλύτερη εικόνα. Βλέπουμε ότι το ποσοστό των αναβαθμολογήσεων σ’ αυτό το μάθημα έχει μειωθεί στο μισό και αυτό είναι πολύ θετικό. Βοήθησε πολύ σ’ αυτό η αλλαγή στον τρόπο εξέτασης του μαθήματος. Στα υπόλοιπα μαθήματα του πίνακα υπάρχουν τα Αρχαία Ελληνικά και η Ιστορία.» Όπως επισημαίνει στη Νέα Ελληνική Γλώσσα και Λογοτεχνία το ποσοστό αναβαθμολογήσεων μειώνεται σημαντικά από 17,17% το 2020 σε 8,92% το 2025, ενώ και ο συνολικός αριθμός γραπτών που αναβαθμολογούνται σχεδόν υποδιπλασιάζεται. Η μείωση αυτή δείχνει ότι οι αλλαγές στον τρόπο εξέτασης και αξιολόγησης έχουν συμβάλει θετικά στη μείωση των αμφισβητήσεων στη βαθμολόγηση.
Στα Αρχαία Ελληνικά, επίσης καταγράφεται πτώση τόσο στο ποσοστό όσο και στον αριθμό αναβαθμολογήσεων (από 3,66% σε 2,05%), γεγονός που υποδηλώνει μεγαλύτερη σταθερότητα και πιθανώς πιο ομοιόμορφη βαθμολόγηση. Αντίθετα, στην Ιστορία, το ποσοστό αναβαθμολογήσεων παραμένει σχεδόν σταθερό (4,35% το 2020 και 4,38% το 2025), παρότι ο αριθμός των περιπτώσεων μειώνεται ελαφρώς. Αυτό δείχνει ότι το πρόβλημα δεν έχει ουσιαστικά μεταβληθεί ως προς τη συχνότητά του. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η Πληροφορική, όπου το ποσοστό αναβαθμολογήσεων αυξάνεται σημαντικά από 0,88% σε 2,03% και ο αριθμός υπερδιπλασιάζεται. Η εξέλιξη αυτή μπορεί να υποδηλώνει είτε αυξημένη δυσκολία ή ασάφεια στα θέματα είτε διαφοροποιήσεις στον τρόπο βαθμολόγησης.
Η «αθόρυβη» επίδραση στους βαθμούς
Η περίπτωση ενός γραπτού που βαθμολογείται, για παράδειγμα, με 100 από τον έναν βαθμολογητή και 88 από τον δεύτερο, καταλήγει σε τελικό βαθμό 94. Σε επίπεδο μορίων, η διαφορά αυτή μπορεί να σημαίνει εκατοντάδες μόρια πάνω ή κάτω, χωρίς αυτό να γίνεται εμφανές ως πρόβλημα του συστήματος. Με άλλα λόγια, η αναβαθμολόγηση δεν αφορά μόνο τις περιπτώσεις μεγάλων αποκλίσεων, αλλά και τις «σιωπηλές» διαφορές που δεν ενεργοποιούν καν τον μηχανισμό ελέγχου. Ακόμη και όταν ενεργοποιείται ο τρίτος βαθμολογητής, τίθεται ζήτημα για τον τρόπο υπολογισμού του τελικού βαθμού. Σήμερα, λαμβάνονται υπόψη οι δύο μεγαλύτερες βαθμολογίες από τις τρεις. Όμως έχει διατυπωθεί η άποψη ότι αυτή η πρακτική μπορεί να μην αποδίδει πάντα τη δικαιότερη εικόνα του γραπτού. Σε ορισμένες περιπτώσεις, οι πλησιέστερες βαθμολογίες μεταξύ τους ενδέχεται να αντανακλούν πιο αξιόπιστα την πραγματική επίδοση, σε σχέση με την απλή επιλογή των υψηλότερων τιμών. Έτσι, εύλογα εγείρεται το ερώτημα αν το σύστημα επιδιώκει να «εξισορροπήσει» τον βαθμό ή να τον αποτυπώσει με τη μεγαλύτερη δυνατή ακρίβεια.
Σύμφωνα με τον κ. Στρατηγάκη «Στον πίνακα 2 βλέπουμε τη βαθμολογία ενός υποψηφίου: ο πρώτος βαθμολογητής βαθμολογεί με 100 ο δεύτερος με 88. Το γραπτό δεν πηγαίνει σε τρίτο αναβαθμολογητή, βάσει του νόμου. Ο τελικός βαθμός του υποψηφίου είναι 94, δηλαδή 18,8. Με υπολογισμό των μορίων με συντελεστή 25%, χωρίς δηλαδή βαρύτητα, το γραπτό του υποψηφίου θα δώσει 4.700 μόρια.Το γραπτό θα έπρεπε να βαθμολογηθεί με 100, που θα έδινε 5.000 μόρια ή με 88, που θα έδινε 4.400 μόρια. Αυτό σημαίνει ότι ο υποψήφιος ή έχασε 300 μόρια ή κέρδισε 300 με τον τελικό βαθμό 94, που δεν άξιζε. Είναι μεγάλη η διαφορά για να περάσει απαρατήρητη και, κυρίως, δεν καταγράφεται πουθενά. Δεν θεωρείται πρόβλημα.»
Όπως σημειώνει ο κ. Στρατηγάκης «Το σωστό θα ήταν να μετράνε οι δύο πλησιέστεροι. Σκοπός μας δεν είναι να δώσουμε στον υποψήφιο τον μεγαλύτερο δυνατό βαθμό, αλλά αυτόν που αξίζει στο γραπτό του, διότι διαφορετικά αδικούνται οι υπόλοιποι υποψήφιοι. Στο παράδειγμά μας στον πίνακα 3 ο τρίτος βαθμολογητής βαθμολογεί με 90 και οι βαθμοί που μετράνε είναι το 90 και το 100, που είναι οι υψηλότεροι. Οι πλησιέστεροι βαθμοί, όμως, είναι το 87 και το 90, πράγμα που μας κάνει να υποθέσουμε ότι ο λάθος βαθμός είναι το 100, αφού οι άλλοι δύο είναι πολύ κοντά. Αυτό σημαίνει ότι ο σωστός βαθμός θα ήταν το 88,5 και όχι το 95, που τελικά υπολογίζεται. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να ευνοηθεί ο υποψήφιος κατά 325 μόρια, διότι αυτή είναι η διαφορά του τελικού βαθμού που θα μετρήσει από τον βαθμό που θα έπρεπε να πάρει το γραπτό του υποψηφίου.»
Οι «γκρίζες ζώνες» της αξιολόγησης
Το βασικό συμπέρασμα της ανάλυσης είναι ότι η αναβαθμολόγηση δεν είναι απλώς μια τεχνική διαδικασία διόρθωσης λαθών, αλλά ένα σημείο όπου αποκαλύπτονται οι εγγενείς δυσκολίες της ανθρώπινης αξιολόγησης. Δύο διαφορετικοί βαθμολογητές μπορεί να έχουν διαφορετική αντίληψη για την ίδια απάντηση, και το σύστημα καλείται να μετατρέψει αυτή τη διαφορά σε έναν ενιαίο αριθμό, ο οποίος θα καθορίσει την πορεία ενός υποψηφίου. Μια μικρή απόκλιση στη βαθμολόγηση μπορεί να μεταφραστεί σε σημαντική μεταβολή μορίων, χωρίς να υπάρχει πάντα επαρκής μηχανισμός «διόρθωσης» της τελικής εικόνας. Έτσι, η αναβαθμολόγηση αναδεικνύεται ως εργαλείο που προσπαθεί να εξασφαλίσει δικαιοσύνη, αλλά ταυτόχρονα αποκαλύπτει τα όρια της ίδιας της αξιολόγησης.
Καταλήγοντας ο κ. Στρατηγάκης τονίζει ότι «Στα πλαίσια της συζήτησης που έχει ανοίξει για το Εθνικό Απολυτήριο, που δυστυχώς ασχολείται μόνο με την αξιολόγηση των μαθητών, έχουν ακουστεί διάφορες γνώμες για τη βαθμολόγηση των γραπτών. Κάποιο λένε ότι είναι απαραίτητο να δημιουργηθεί σώμα βαθμολογητών, που θα είναι εκπαιδευμένοι και θα βαθμολογούν σωστά. Προφανώς η ιδέα είναι πολύ καλή. Δεν νομίζω ότι χωρά συζήτηση. Η εφαρμογή της όμως, είναι προβληματική. Οι βαθμολογητές είναι καθηγητές της αντίστοιχης ειδικότητας. Η συμμετοχή στην βαθμολόγηση είναι υποχρεωτική, διότι η συμμετοχή των καθηγητών είναι πολύ μικρή. Η αμοιβή των 2,1 ευρώ ανά γραπτό μεικτά οδηγεί στην αποχή των καθηγητών από τη βαθμολόγηση των γραπτών και γι’ αυτό τον εξαναγκασμό τους για τη διόρθωση. Η απόσταση από αυτό που έχουμε σήμερα μέχρι αυτό που θέλουμε (το σώμα βαθμολογητών) είναι πάρα πολύ μεγάλη, όπως βλέπουμε. Μεγαλώνει πολύ μάλιστα αν αναλογιστούμε ότι θα πρόκειται για τη βαθμολόγηση όλων των μαθητών και των τριών τάξεων του Λυκείου σε 7 γραπτά κατά μέσο όρο. Δεν ξέρω αν αυτή η απόσταση μπορεί να καλυφθεί, καλό είναι όμως οι προτάσεις να συνοδεύονται και από τον τρόπο υλοποίησής τους για να μη λέμε λόγια του αέρα.Το αδιάβλητο του συστήματος, που όντως υπάρχει δεν αρκεί, για να δικαιολογεί τις αστοχίες του, όπως οι αναβαθμολογήσεις των γραπτών.». Επομένως η ανάγκη για μεγαλύτερη ακρίβεια και ενιαία αξιολόγηση παραμένει ανοιχτή πρόκληση για το εκπαιδευτικό σύστημα.
































