Σημαντικές αλλαγές στην αγορά της καταναλωτικής πίστης φέρνει το νέο νομοσχέδιο του υπουργείου Ανάπτυξης, το οποίο τέθηκε σε δημόσια διαβούλευση και προβλέπει για πρώτη φορά ανώτατα όρια στο συνολικό κόστος των καταναλωτικών δανείων, επιχειρώντας να περιορίσει φαινόμενα υπέρμετρων χρεώσεων και να ενισχύσει την προστασία των δανειοληπτών. Το σχέδιο νόμου ενσωματώνει στην ελληνική νομοθεσία την ευρωπαϊκή Οδηγία 2023/2225 και αφορά δάνεια χωρίς εμπράγματες εξασφαλίσεις επί ακινήτων, ύψους έως 100.000 ευρώ, καλύπτοντας κυρίως καταναλωτικά και επισκευαστικά δάνεια, καθώς και πιστωτικές κάρτες.
Κεντρική πρόβλεψη του νομοσχεδίου αποτελεί η θέσπιση ανώτατου ορίου στο συνολικό κόστος της πίστωσης που επιβαρύνει τον καταναλωτή. Το κόστος αυτό περιλαμβάνει τόκους, προμήθειες, επιβαρύνσεις και κάθε είδους έξοδα που συνδέονται με τη δανειακή σύμβαση. Σύμφωνα με τη διάταξη, το μέγιστο συνολικό κόστος δεν θα μπορεί να υπερβαίνει το 60% του αρχικού κεφαλαίου για δάνεια διάρκειας έως τέσσερα έτη, το 70% για συμβάσεις με διάρκεια άνω των τεσσάρων και έως οκτώ ετών και το 75% για δάνεια με διάρκεια μεγαλύτερη των οκτώ ετών.
Στην πράξη, αυτό σημαίνει ότι ένας πολίτης που λαμβάνει δάνειο 10.000 ευρώ με διάρκεια αποπληρωμής έως τέσσερα χρόνια δεν θα μπορεί να καταβάλει συνολικά περισσότερα από 16.000 ευρώ έως την πλήρη εξόφλησή του.
Αντίστοιχα, για μεγαλύτερες διάρκειες, το ανώτατο όριο των επιβαρύνσεων προσαρμόζεται ανάλογα, δημιουργώντας ένα σαφές πλαίσιο προστασίας από υπερβολικές χρεώσεις που ενδέχεται να εκτοξεύσουν το τελικό κόστος δανεισμού.
Παράλληλα, το άρθρο 40 του νομοσχεδίου προβλέπει την επιβολή πλαφόν και στο Συνολικό Ετήσιο Πραγματικό Επιτόκιο (ΣΕΠΕ), το οποίο αποτυπώνει το πραγματικό κόστος του δανείου για τον καταναλωτή. Συγκεκριμένα, το ΣΕΠΕ δεν θα μπορεί να υπερβαίνει το μέσο ΣΕΠΕ που δημοσιεύεται ανά τρίμηνο από την Τράπεζα της Ελλάδος για αντίστοιχες κατηγορίες δανείων, προσαυξημένο κατά ποσοστό από 30% έως 50%. Το ακριβές ύψος της προσαύξησης θα καθορίζεται με κοινή απόφαση των υπουργών Ανάπτυξης και Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, σε συνεργασία με τον διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος.
Οι νέοι περιορισμοί θα εφαρμόζονται τόσο σε δάνεια σταθερού όσο και κυμαινόμενου επιτοκίου, ενώ η κυβέρνηση εκτιμά ότι με τον τρόπο αυτό θα αποτραπούν ακραίες πρακτικές υπερχρέωσης, ιδιαίτερα από νέους παρόχους πιστώσεων που δραστηριοποιούνται τα τελευταία χρόνια στην ευρωπαϊκή αγορά. Τραπεζικές πηγές επισημαίνουν ότι η ελληνική αγορά καταναλωτικών δανείων λειτουργεί ήδη σε σχετικά ισορροπημένα επίπεδα, ωστόσο η ευρωπαϊκή νομοθεσία επιδιώκει να δημιουργήσει ενιαίο πλαίσιο προστασίας για όλους τους καταναλωτές.
Το νομοσχέδιο περιλαμβάνει ακόμη σειρά διατάξεων για την ενίσχυση της διαφάνειας στις διαφημίσεις δανειακών προϊόντων. Στο εξής, κάθε διαφημιστικό μήνυμα που αφορά πίστωση θα πρέπει υποχρεωτικά να φέρει την προειδοποίηση «Προσοχή! Ο δανεισμός χρημάτων κοστίζει χρήματα». Επιπλέον, θα πρέπει να παρουσιάζονται με σαφήνεια βασικά στοιχεία, όπως το συνολικό ποσό που θα καταβάλει ο καταναλωτής έως τη λήξη του δανείου, ο αριθμός των δόσεων, το επιτόκιο και το ΣΕΠΕ.
Παράλληλα, απαγορεύονται διαφημιστικές πρακτικές που ενδέχεται να παραπλανήσουν τους καταναλωτές. Συγκεκριμένα, δεν θα επιτρέπεται να προβάλλεται η πίστωση ως μέσο βελτίωσης της οικονομικής κατάστασης του πολίτη, ούτε να δημιουργείται η εντύπωση ότι οι υφιστάμενες οφειλές επηρεάζουν ελάχιστα ή καθόλου την έγκριση νέου δανείου. Επίσης, απαγορεύεται η σύνδεση εκπτώσεων σε προϊόντα ή υπηρεσίες με την υποχρεωτική λήψη χρηματοδότησης, καθώς και πρακτικές παραπλανητικής οικολογικής προβολής (greenwashing).
Ιδιαίτερη μέριμνα λαμβάνεται και για τους δανειολήπτες που αντιμετωπίζουν δυσκολίες στην αποπληρωμή των υποχρεώσεών τους. Πριν από την έναρξη διαδικασιών αναγκαστικής εκτέλεσης, οι πιστωτές θα υποχρεούνται να εξετάζουν εύλογες λύσεις ρύθμισης, προσαρμοσμένες στις οικονομικές και οικογενειακές συνθήκες κάθε καταναλωτή. Ωστόσο, διευκρινίζεται ότι οι πιστωτικοί φορείς δεν υποχρεούνται να επαναλαμβάνουν επ’ αόριστον προτάσεις ρύθμισης όταν ο οφειλέτης δεν ανταποκρίνεται, εκτός εάν συντρέχουν ειδικές περιστάσεις.
Παράλληλα, το νομοσχέδιο ενισχύει τα δικαιώματα των δανειοληπτών σε σχέση με ασφαλιστικά προϊόντα που συνδέονται με δανειακές συμβάσεις. Οι καταναλωτές θα μπορούν να επιλέγουν ασφαλιστική εταιρεία της προτίμησής τους, εφόσον η κάλυψη που προσφέρεται είναι ισοδύναμη με εκείνη που προτείνει ο πιστωτικός φορέας. Η επιλογή διαφορετικής ασφαλιστικής εταιρείας δεν θα μπορεί να οδηγήσει σε δυσμενέστερους όρους χρηματοδότησης.
Ιδιαίτερη πρόβλεψη υπάρχει και για την προστασία προσωπικών δεδομένων. Οι πιστωτικοί φορείς και οι ασφαλιστικές εταιρείες δεν θα μπορούν να χρησιμοποιούν στοιχεία που σχετίζονται με προηγούμενη διάγνωση ογκολογικής νόσου για σκοπούς ασφαλιστικής σύμβασης συνδεδεμένης με πίστωση, εφόσον έχουν περάσει πέντε χρόνια από την ολοκλήρωση της θεραπείας.
Οι νέες διατάξεις δεν θα έχουν αναδρομική ισχύ και θα αφορούν αποκλειστικά συμβάσεις που θα συναφθούν από τις 20 Νοεμβρίου 2026 και μετά. Η δημόσια διαβούλευση θα ολοκληρωθεί στις 29 Ιουνίου, ενώ στόχος του υπουργείου Ανάπτυξης είναι το νομοσχέδιο να κατατεθεί και να ψηφιστεί από τη Βουλή μέσα στο καλοκαίρι, σηματοδοτώντας μια νέα εποχή αυστηρότερων κανόνων και μεγαλύτερης προστασίας για τους καταναλωτές στην αγορά δανεισμού.
























