Νέα δεδομένα για τη φορολογική μεταχείριση των τιτλοποιήσεων και της διαχείρισης δανείων δημιουργεί η απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην υπόθεση T-184/25, η οποία εκδόθηκε στις 17 Ιουνίου 2026 και αναμένεται να προκαλέσει έντονο προβληματισμό στις φορολογικές αρχές (ΑΑΔΕ), τις τράπεζες και τις εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων σε ολόκληρη την Ευρώπη, συμπεριλαμβανομένης της Ελλάδας.
Το Δικαστήριο έκρινε ότι όταν μια τράπεζα ή άλλο χρηματοπιστωτικό ίδρυμα εκχωρεί δάνεια σε τρίτο φορέα και στη συνέχεια συνεχίζει να τα διαχειρίζεται έναντι αμοιβής για λογαριασμό του νέου δικαιούχου, η υπηρεσία αυτή δεν καλύπτεται από τις απαλλαγές ΦΠΑ που προβλέπει η ευρωπαϊκή νομοθεσία για τις χρηματοοικονομικές υπηρεσίες.
Η απόφαση αναμένεται να θέσει σε κατάσταση αυξημένης εγρήγορσης την ΑΑΔΕ
Η απόφαση αποκτά ιδιαίτερη σημασία για την ελληνική αγορά, όπου τα τελευταία χρόνια πραγματοποιήθηκαν μαζικές τιτλοποιήσεις μη εξυπηρετούμενων δανείων μέσω του προγράμματος «Ηρακλής», ενώ δισεκατομμύρια ευρώ απαιτήσεων έχουν μεταβιβαστεί σε επενδυτικά κεφάλαια και εταιρείες ειδικού σκοπού. Στο πλαίσιο αυτό, η διαχείριση των χαρτοφυλακίων ανατέθηκε σε εξειδικευμένους servicers, οι οποίοι αποτελούν πλέον βασικό πυλώνα της αγοράς.
Σύμφωνα με φορολογικούς κύκλους, η απόφαση αναμένεται να θέσει σε κατάσταση αυξημένης εγρήγορσης την ΑΑΔΕ, καθώς επαναφέρει στο προσκήνιο το ζήτημα της υπαγωγής σε ΦΠΑ των αμοιβών διαχείρισης που καταβάλλονται μετά τη μεταβίβαση δανείων. Εφόσον η ερμηνεία του Γενικού Δικαστηρίου υιοθετηθεί από τις εθνικές φορολογικές διοικήσεις, δεν αποκλείεται να επηρεαστούν τόσο υφιστάμενα όσο και μελλοντικά σχήματα τιτλοποιήσεων, με σημαντικές οικονομικές και λογιστικές συνέπειες για τους εμπλεκόμενους φορείς.
Τι σημαίνει πρακτικά η απόφαση
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι το Δικαστήριο απέρριψε διαδοχικά όλα τα επιχειρήματα που προβλήθηκαν υπέρ της απαλλαγής. Στην απόφασή του διευκρίνισε ότι οι υπηρεσίες διαχείρισης εκχωρημένων δανείων δεν μπορούν να χαρακτηριστούν ως «διαχείριση πιστώσεων» από τον αρχικό δανειστή, ούτε ως πράξεις σχετικές με εγγυήσεις ή ασφάλειες. Παράλληλα, έκρινε ότι δεν συνιστούν πράξεις που αφορούν απαιτήσεις κατά την έννοια της Οδηγίας ΦΠΑ και, ως εκ τούτου, δεν δικαιούνται φορολογική απαλλαγή.
Η πρακτική σημασία της απόφασης είναι ιδιαίτερα εμφανής στις περιπτώσεις τιτλοποιήσεων. Για παράδειγμα, όταν μια ελληνική τράπεζα μεταβιβάζει χαρτοφυλάκιο στεγαστικών δανείων ύψους 2 δισ. ευρώ σε εταιρεία ειδικού σκοπού (SPV) και συνεχίζει να παρακολουθεί τις πληρωμές, να επικοινωνεί με τους δανειολήπτες, να εγκρίνει ρυθμίσεις και να εισπράττει δόσεις έναντι αμοιβής, η συγκεκριμένη αμοιβή δεν θεωρείται πλέον απαλλασσόμενη χρηματοοικονομική υπηρεσία. Αντίθετα, ενδέχεται να υπαχθεί σε ΦΠΑ, καθώς η τράπεζα διαχειρίζεται δάνεια που δεν ανήκουν πλέον στον ισολογισμό της.
Αντίθετα, όταν μια τράπεζα εξακολουθεί να διατηρεί το δάνειο στον ισολογισμό της και να διαχειρίζεται η ίδια τη σχέση με τον πελάτη μέχρι τη λήξη της σύμβασης, η δραστηριότητα αυτή εξακολουθεί να καλύπτεται από την απαλλαγή που προβλέπει το άρθρο 135 της Οδηγίας ΦΠΑ. Στην περίπτωση αυτή δεν επέρχεται καμία μεταβολή στο ισχύον φορολογικό καθεστώς.
Ανάλογη είναι η εικόνα και στην αγορά των μη εξυπηρετούμενων δανείων. Όταν ένα επενδυτικό fund αποκτά χαρτοφυλάκιο «κόκκινων» δανείων και αναθέτει τη διαχείρισή του σε ανεξάρτητο servicer, όπως η doValue Greece ή η Cepal Hellas, η απόφαση ενισχύει τη θέση ότι οι υπηρεσίες που παρέχονται προς το fund συνιστούν αυτοτελείς φορολογητέες υπηρεσίες και όχι απαλλασσόμενες τραπεζικές εργασίες. Αντίθετα, οι δανειολήπτες δεν επηρεάζονται άμεσα από την απόφαση, καθώς αυτή αφορά αποκλειστικά τη φορολογική μεταχείριση των αμοιβών διαχείρισης μεταξύ τραπεζών, εταιρειών ειδικού σκοπού, επενδυτικών κεφαλαίων και servicers.





























