Ιδιαίτερη ανησυχία για τον τρόπο εποπτείας των εταιρειών διαχείρισης απαιτήσεων (servicers) εκφράζει το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ) σε έκθεσή του για το ελληνικό χρηματοπιστωτικό σύστημα, επισημαίνοντας ότι το μεγαλύτερο μέρος του προβλήματος των μη εξυπηρετούμενων δανείων έχει πλέον μεταφερθεί εκτός τραπεζικών ισολογισμών, χωρίς όμως να έχει επιλυθεί ουσιαστικά.
Παρότι οι ελληνικές τράπεζες κατάφεραν μέσα σε λίγα χρόνια να μειώσουν δραστικά τα «κόκκινα» δάνειά τους μέσω τιτλοποιήσεων και πωλήσεων χαρτοφυλακίων στο πλαίσιο του προγράμματος «Ηρακλής» (HAPS), το ΔΝΤ τονίζει ότι ο κίνδυνος δεν έχει εξαφανιστεί αλλά έχει μετακινηθεί σε ένα διαφορετικό τμήμα του χρηματοπιστωτικού συστήματος. Σήμερα, servicers διαχειρίζονται περισσότερα από 3 εκατομμύρια δάνεια, εκ των οποίων τα 2,9 εκατομμύρια παραμένουν μη εξυπηρετούμενα, με συνολική αξία που αντιστοιχεί περίπου στο ένα τρίτο του ελληνικού ΑΕΠ.
Η έκθεση επισημαίνει ότι η κλίμακα του προβλήματος είναι τέτοια ώστε να αποκτά πλέον συστημική διάσταση. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παραθέτει το Ταμείο, οι απαιτήσεις που βρίσκονται υπό διαχείριση αφορούν περίπου 2,4 εκατομμύρια δανειολήπτες, αριθμός που αντιστοιχεί σε σημαντικό ποσοστό του συνολικού πληθυσμού της χώρας. Παρά το μέγεθος αυτό, το ΔΝΤ εκτιμά ότι η πρόοδος στην οριστική επίλυση των προβληματικών δανείων παραμένει αργή και υπολείπεται των προσδοκιών.
Στο επίκεντρο της κριτικής βρίσκεται η εποπτεία των εταιρειών διαχείρισης απαιτήσεων από την Τράπεζα της Ελλάδος. Το ΔΝΤ θεωρεί ότι η κεντρική τράπεζα θα πρέπει να ενισχύσει σημαντικά τόσο τους διαθέσιμους ανθρώπινους πόρους όσο και την ένταση των εποπτικών παρεμβάσεων. Η έκθεση αναφέρει ότι η σημερινή προσέγγιση πρέπει να εξελιχθεί από έναν έλεγχο συμμόρφωσης σε μια πιο ενεργητική παρακολούθηση της πραγματικής αποτελεσματικότητας των servicers ως προς την ανάκτηση οφειλών και την αναδιάρθρωση χρεών.
Το Ταμείο ζητά από την Τράπεζα της Ελλάδος να αξιοποιήσει πλήρως τις εποπτικές εξουσίες που ήδη διαθέτει και να θέσει στο επίκεντρο των ελέγχων την απόδοση των εταιρειών στη διαχείριση των προβληματικών χαρτοφυλακίων. Μεταξύ των συστάσεων περιλαμβάνεται η απαίτηση για τακτικά επικαιροποιημένα επιχειρησιακά σχέδια από τους servicers, καθώς και η δημιουργία πιο αναλυτικών μηχανισμών αναφοράς στοιχείων, ώστε να αξιολογείται σε πραγματικό χρόνο η πρόοδος στην ανάκτηση απαιτήσεων και στις ρυθμίσεις δανείων.
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται επίσης στη διαφάνεια. Το ΔΝΤ θεωρεί ότι η αγορά, οι επενδυτές αλλά και οι φορολογούμενοι δεν διαθέτουν επαρκή εικόνα για την πορεία των τιτλοποιήσεων που πραγματοποιήθηκαν μέσω του «Ηρακλή» και για την αποτελεσματικότητα των servicers που διαχειρίζονται τα σχετικά χαρτοφυλάκια. Για τον λόγο αυτό προτείνει τη δημοσίευση ετήσιων εκθέσεων σχετικά με την πορεία του προγράμματος HAPS, οι οποίες θα πρέπει να πιστοποιούνται από τον εθνικό δημόσιο ελεγκτή. Παράλληλα εισηγείται τη δημιουργία ειδικής δημόσιας ψηφιακής πλατφόρμας όπου θα αναρτώνται σε τακτική βάση αναλυτικά στοιχεία για τις επιδόσεις των τιτλοποιήσεων και των ανακτήσεων.
Ένα ακόμη σημείο που αναδεικνύεται στην έκθεση αφορά τα πρακτικά εμπόδια που δυσχεραίνουν το έργο των servicers. Το ΔΝΤ υπογραμμίζει ότι εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικές δυσλειτουργίες στη διαδικασία διαχείρισης των οφειλετών, όπως η δυσκολία πρόσβασης σε επικαιροποιημένα στοιχεία επικοινωνίας των δανειοληπτών και οι μεγάλες εκκρεμότητες υποθέσεων που συνδέονται με τον νόμο Κατσέλη. Οι καθυστερήσεις αυτές περιορίζουν την ταχύτητα των ρυθμίσεων και των ανακτήσεων, παρατείνοντας την αβεβαιότητα για χιλιάδες υποθέσεις.
Στο πλαίσιο αυτό, το ΔΝΤ ζητά στενότερο συντονισμό μεταξύ της Τράπεζας της Ελλάδος, του υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, του υπουργείου Δικαιοσύνης και των υπόλοιπων κρατικών φορέων, ώστε να αρθούν τα διοικητικά και τεχνικά εμπόδια που επιβραδύνουν τη διαχείριση του ιδιωτικού χρέους. Η έκθεση θεωρεί ότι χωρίς αποτελεσματικότερη εποπτεία και ταχύτερη επίλυση των προβληματικών δανείων, ένα σημαντικό τμήμα της ελληνικής οικονομίας θα παραμείνει αποκλεισμένο από τη χρηματοδότηση, περιορίζοντας τις δυνατότητες πιστωτικής επέκτασης και ανάπτυξης τα επόμενα χρόνια.





























