Οι Πανελλήνιες 2026 αποτελούν ένα από τα πιο απαιτητικά και καθοριστικά στάδια για τους υποψηφίους που διεκδικούν την εισαγωγή τους στην τριτοβάθμια εκπαίδευση. Ωστόσο, όπως επισημαίνει ο μαθηματικός και εκπαιδευτικός αναλυτής Στράτος Στρατηγάκης, η αξία ενός βαθμού στις Πανελλήνιες δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως απόλυτη, αλλά ως βαθιά σχετική, καθώς διαμορφώνεται από τις επιδόσεις του συνόλου των υποψηφίων και τη δυναμική του ανταγωνισμού κάθε χρονιάς.
Σε αντίθεση με την κοινή αντίληψη ότι ένας υψηλός βαθμός εγγυάται την επιτυχία, οι Πανελλήνιες λειτουργούν ουσιαστικά ως ένας διαγωνισμός κατάταξης και όχι απλής αξιολόγησης γνώσεων. Το Υπουργείο Παιδείας καθορίζει κάθε χρόνο συγκεκριμένο αριθμό θέσεων για κάθε τμήμα των ΑΕΙ, οι οποίες καλύπτονται αποκλειστικά από τους υποψηφίους που συγκεντρώνουν τις υψηλότερες συνολικές επιδόσεις. Αυτό σημαίνει ότι το κρίσιμο στοιχείο δεν είναι μόνο ο τελικός βαθμός, αλλά η θέση που καταλαμβάνει κάθε υποψήφιος μέσα στη συνολική σειρά κατάταξης. Ένας βαθμός, επομένως, δεν έχει την ίδια «αξία» από χρονιά σε χρονιά, καθώς εξαρτάται άμεσα από το πώς έχουν γράψει όλοι οι υπόλοιποι.
{https://exchange.glomex.com/video/v-divc3nnmdot5?integrationId=40599y14juihe6ly}
Η περίπτωση των Ιατρικών σχολών και ο έντονος ανταγωνισμός
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η Ιατρική Σχολή της Αθήνας, μία από τις πιο περιζήτητες σχολές της χώρας. Οι θέσεις είναι περιορισμένες και ο ανταγωνισμός εξαιρετικά υψηλός, γεγονός που οδηγεί σε πολύ υψηλές βάσεις εισαγωγής. Σε ορισμένες χρονιές, όταν οι επιδόσεις των υποψηφίων είναι ιδιαίτερα υψηλές, η βάση μπορεί να πλησιάσει ή και να ξεπεράσει τα 19.000 μόρια. Αντίθετα, σε χρονιές με πιο δύσκολα θέματα και χαμηλότερες συνολικές επιδόσεις, η βάση μπορεί να υποχωρήσει σημαντικά, ακόμη και κάτω από τα 18.500 μόρια. Έτσι, ένας υποψήφιος που σε μια χρονιά συγκεντρώνει 18.200 μόρια μπορεί να εισαχθεί στην Ιατρική, ενώ σε άλλη χρονιά ένας υποψήφιος με 19.000 μόρια να μην καταφέρει να πετύχει την εισαγωγή του στην ίδια σχολή.
Όπως σημειώνει χαρακτηριστικά ο κ. Στρατηγάκης «Στην Ιατρική της Αθήνας διατέθηκαν 140 θέσεις για τους υποψηφίους από το Γενικό Λύκειο που συμμετείχαν στις Πανελλήνιες του 2025. Από τους υποψηφίους του 3ου Επιστημονικού Πεδίου που πέρασαν το όριο της ΕΒΕ και δήλωσαν τη σχολή στο Μηχανογραφικό τους πέρασαν στην Ιατρική Αθήνας οι πρώτοι 140, αυτοί δηλαδή που έγραψαν την υψηλότερη βαθμολογία. Στις Ιατρικές σχολές, πλην της Πάτρας, δεν υπάρχουν μαθήματα βαρύτητας· και τα τέσσερα μαθήματα έχουν την ίδια βαρύτητας, συνεπώς πέρασαν αυτοί που είχαν τον υψηλότερο μέσο όρο στα τέσσερα εξεταζόμενα στις Πανελλήνιες.
Η υψηλή ζήτηση για σπουδές Ιατρικής δημιουργεί μεγάλο ανταγωνισμό μεταξύ των υποψηφίων εδώ και δεκαετίες. Επειδή κάθε χρόνο εισάγονται όσοι έχουν την υψηλότερη βαθμολογία η βάση βρίσκεται γύρω στα 19.000 μόρια. Η μεγάλη ζήτηση φέρνει την υψηλή βάση. Αν κάποια χρονιά τα θέματα είναι εξαιρετικά δύσκολα τότε οι επιδόσεις των υποψηφίων θα είναι χαμηλότερες και αυτό θα παρασύρει προς τα κάτω τη βάση. Το 2010 είχαμε 3.334 αριστούχους υποψηφίους του 3ου Πεδίου, με περισσότερα από 18.000 μόρια, με αποτέλεσμα η βάση της Ιατρικής Αθήνας να φτάσει στα 19.453 μόρια, ενώ το 2020 είχαμε μόλις 457 αριστούχους με αποτέλεσμα η βάση να πέσει στα 18.250 μόρια που αποτελεί το ιστορικό χαμηλό για τη βάση της Ιατρικής Αθήνας.»
Γιατί ο ίδιος βαθμός δεν έχει πάντα την ίδια αξία στις Πανελλήνιες 2026
Η διαφοροποίηση αυτή δεν αφορά μόνο τις σχολές, αλλά και τα ίδια τα μαθήματα. Ο αριθμός των αριστούχων μεταβάλλεται σημαντικά από χρονιά σε χρονιά, γεγονός που επηρεάζει άμεσα τη σχετική αξία κάθε βαθμολογίας. Σε μια χρονιά όπου οι επιδόσεις είναι χαμηλές και λίγοι υποψήφιοι ξεπερνούν υψηλά όρια, ένας βαθμός γύρω στο 15 μπορεί να αντιστοιχεί σε πολύ υψηλή θέση στην πανελλαδική κατάταξη. Αντίθετα, σε μια χρονιά όπου πολλοί υποψήφιοι γράφουν 18 ή 19, ο ίδιος βαθμός έχει μικρότερη σχετική αξία. Αυτό σημαίνει ότι δύο βαθμοί που φαίνονται εκ πρώτης όψεως ανόμοιοι ή άνισοι, στην πραγματικότητα μπορεί να έχουν διαφορετική βαρύτητα ανάλογα με το πλαίσιο στο οποίο εμφανίζονται. Όπως εξηγεί ο κ. Στρατηγάκης «Το πόσο θα ανέβουν ή θα πέσουν οι βάσεις θα εξαρτηθεί, κυρίως, από τη δυσκολία των θεμάτων, όπως είδαμε. Μερικές φορές μία χαμηλή βαθμολογία σε μια χρονιά με δύσκολα θέματα μπορεί να είναι αρκετή και άλλες χρονιές η υψηλή βαθμολογία μπορεί να μην αρκεί για την επιτυχία.»
Όπως δείχνουν στοιχεία προηγούμενων ετών, ο αριθμός των υποψηφίων που συγκεντρώνουν πολύ υψηλές βαθμολογίες μεταβάλλεται σημαντικά. Σε χρονιές με πιο απαιτητικά θέματα, οι άριστες επιδόσεις περιορίζονται, ενώ σε πιο «εύκολες» εξετάσεις αυξάνονται αισθητά. Στα μαθήματα των θετικών επιστημών, για παράδειγμα, παρατηρούνται μεγάλες διακυμάνσεις στον αριθμό των υποψηφίων που ξεπερνούν συγκεκριμένα όρια βαθμολογίας. Αυτές οι διακυμάνσεις επηρεάζουν όχι μόνο τη γενική εικόνα των επιδόσεων, αλλά και τις τελικές βάσεις εισαγωγής σε κάθε σχολή. «Στη Φυσική της Υγείας το έτος 2024 έγραψαν πάνω από 15 μόλις 2.339 υποψήφιοι, ποσοστό 17,31%. Το 16 στη Φυσική εκείνη τη χρονιά ήταν βαθμός επιτυχίας στην Ιατρική. Τρία χρόνια νωρίτερα, το 2021, οι υποψήφιοι που αρίστευσαν γράφοντας πάνω από 18 ήταν 2.334, ποσοστό 15,85% των υποψηφίων. Είναι, προφανώς, καλύτερος βαθμός το 15,5 του 2024 από το 18 του 2021, διότι έφερνε τον υποψήφιο πιο ψηλά στην κατάταξη των βαθμολογιών, άρα πιο κοντά στην Ιατρική. Στα Αρχαία Ελληνικά, όπως βλέπουμε στον πίνακα 3 ο αριθμός των υποψηφίων που έγραψαν πάνω από 19 ήταν μόλις 65 το 2022 και 262 την αμέσων επόμενη χρονιά το 2023. Οι υποψήφιοι του 2023 βλέποντας το 19 τους θεώρησαν ότι ήταν σαν πέρυσι. Κι όμως τα δύο 19αρια του 2022 και του 2023 δεν είχαν την ίδια αξία. Πολύ μεγαλύτερη αξία είχε το 19 του 2022» τονίζει ο κ. Στρατηγάκης.
Το βασικό συμπέρασμα είναι ότι στις Πανελλήνιες η επιτυχία δεν εξαρτάται από τον απόλυτο αριθμό των μορίων, αλλά από τη σχετική θέση που αυτός εξασφαλίζει μέσα στον ανταγωνισμό. Ένας βαθμός 15 σε μια χρονιά με χαμηλές επιδόσεις μπορεί να αντιστοιχεί σε εξαιρετικά υψηλή κατάταξη, ξεπερνώντας σε «αποτελεσματικότητα» έναν βαθμό 19 σε μια χρονιά όπου οι επιδόσεις είναι συνολικά υψηλότερες.
Σύμφωνα με την ανάλυση του κ. Στρατηγάκη «Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα της Χημείας. Το έτος 2020 είχαμε πραγματικά πολύ χαμηλές επιδόσεις, όπως βλέπουμε στον πίνακα 4. Μόλις 5.665 υποψήφιοι ξεπέρασαν το 15 σε ένα μάθημα που θεωρείται το εύκολο μάθημα της ομάδας προσανατολισμού των θετικών σπουδών και των σπουδών υγείας. Το 2016, τέσσερα χρόνια πριν, έγραψαν πάνω από 19 6.466 υποψήφιοι. Είναι προφανές ότι το 15 του 2020 ήταν πολύ καλύτερο από το 19 του 2016.
Τα θέματα της Χημείας ήταν λάθος και τις δύο χρονιές, διότι αυτό που πρέπει να πετυχαίνουν τα θέματα είναι να έχουμε ομαλή κατανομή των υποψηφίων στη βαθμολογική κλίμακα. Δεν θέλουμε να γράψουν όλοι άριστα, όπως το 2016, ούτε να ψάχνουμε τους αριστούχους με το… κιάλι. Αυτό το ζητούμενο δεν είναι εύκολο να το πετύχουν οι θεματοδότες και γι’ αυτό παρατηρούνται αυτά τα φαινόμενα. Επί της ουσίας η δυσκολία των θεμάτων δεν παίζει ρόλο στην εισαγωγή στα ΑΕΙ, διότι πρόκειται για ένα διαγωνισμό συμπλήρωσης θέσεων όπως είπαμε. Η ΕΒΕ προσαρμόζεται στη δυσκολία ή την ευκολία των θεμάτων (αυτό αποτελεί το μοναδικό της πλεονέκτημα) συνεπώς τα δύσκολα θέματα δεν αποκλείουν περισσότερους υποψηφίους από τα ΑΕΙ, ούτε τα εύκολα θέματα θα βοηθήσουν να εισαχθούν περισσότεροι στα ΑΕΙ.»
Η ψυχολογία του υποψηφίου και η παρερμηνεία του αποτελέσματος
Όπως υπογραμμίζει ο Στρατηγάκης, πολλοί υποψήφιοι μετά την εξέταση τείνουν να αξιολογούν το γραπτό τους με βάση το συναίσθημα της στιγμής. Ένα θέμα που φάνηκε δύσκολο ή μια αβεβαιότητα στις απαντήσεις συχνά οδηγεί σε απογοήτευση, χωρίς όμως να λαμβάνεται υπόψη η συνολική εικόνα των επιδόσεων πανελλαδικά. Στην πραγματικότητα, κανείς δεν γνωρίζει τη στιγμή της εξέτασης πώς έχουν αποδώσει οι υπόλοιποι υποψήφιοι, ούτε ποια θα είναι η τελική κατανομή των βαθμών. Αυτό σημαίνει ότι η άμεση εκτίμηση ενός γραπτού μπορεί να είναι παραπλανητική.
{https://exchange.glomex.com/video/v-ditink15qfjt?integrationId=40599y14juihe6ly}
Μάλιστα ο κ. Στρατηγάκης επισημαίνει ότι «Το συμπέρασμα είναι ότι ο βαθμός που θα γράψει ο υποψήφιος δεν έχει απόλυτη αξία αλλά σχετική. Εξαρτάται πώς θα γράψουν και οι άλλοι υποψήφιοι. Αυτό σημαίνει ότι την ώρα της εξέτασης αν ο υποψήφιος δει ότι δεν μπορεί να γράψει άριστα, όπως είναι ο στόχος του, αυτό δεν σημαίνει ότι χάθηκε ο στόχος. Εξαρτάται από το πόσο δύσκολα είναι τα θέματα, εξαρτάται από το πώς τα αντιμετώπισαν οι άλλοι υποψήφιοι. Η ώρα της εξέτασης δεν είναι, λοιπόν, η ώρα για στενοχώρια και απογοήτευση. Ούτε αφού τελειώσει η εξέταση δεν γνωρίζει ο υποψήφιος αν ο βαθμός που πιστεύει ότι έγραψε θα σταθεί ικανός για να τον οδηγήσει στην επιτυχία. Συνεπώς δεν έχουν νόημα τα κλάματα με τα οποία βγαίνουν κάποιοι υποψήφιοι από τα εξεταστικά κέντρα. Θα πάρουν μια ιδέα για το αν οι βαθμοί τους είναι αρκετοί για να πετύχουν το στόχο τους μόνο όταν ανακοινωθούν οι βαθμολογίες περί τα τέλη Ιουνίου και θα το μάθουν σίγουρα μόνο όταν ανακοινωθούν οι βάσεις, περί τα τέλη Ιουλίου, όταν θα δουν που πέτυχαν τελικά. Αν οι επιδόσεις σε ένα μάθημα δεν είναι αυτές που θα ήθελε ο υποψήφιος δεν πρέπει αυτό να επηρεάσει την επίδοσή του στα επόμενα μαθήματα. Κάθε διαγώνισμα είναι ξεχωριστό.»
Έτσι, όπως τονίζει ο κ. Στρατηγάκης, το σημαντικό δεν είναι μόνο τι έγραψε κανείς, αλλά πού τον κατατάσσει αυτό το αποτέλεσμα. Και υπό αυτό το πρίσμα, ένα 15 μπορεί πράγματι να αποδειχθεί πιο «ισχυρό» από ένα 19, αν οδηγεί σε υψηλότερη θέση και τελικά στην επιθυμητή σχολή.




































