Η συνήθεια να μιλά κάποιος στον εαυτό του όταν βρίσκεται μόνος συχνά παρεξηγείται. Για πολλούς αποτελεί κάτι παράξενο ή ένα σημάδι μοναξιάς, αμηχανίας ή υπερβολικής εσωστρέφειας. Ωστόσο, η ψυχολογία δίνει μια πολύ διαφορετική ερμηνεία.
Σύμφωνα με ειδικούς στην ανθρώπινη συμπεριφορά και τη γνωστική επιστήμη, ο εσωτερικός ή ακόμα και ο προφορικός διάλογος με τον εαυτό μας δεν είναι απαραίτητα ένδειξη απομόνωσης. Αντίθετα, θεωρείται ένας από τους πιο φυσικούς και αποτελεσματικούς τρόπους με τους οποίους ο εγκέφαλος οργανώνει τη σκέψη, επεξεργάζεται εμπειρίες και ρυθμίζει τα συναισθήματα.
Όταν μιλάμε στον εαυτό μας, ουσιαστικά δίνουμε μορφή στις σκέψεις μας. Βάζουμε σε σειρά όσα νιώθουμε, ξεκαθαρίζουμε τι μας απασχολεί και προσπαθούμε να κατανοήσουμε καλύτερα μια κατάσταση. Είναι μια διαδικασία που λειτουργεί σαν εσωτερική καθοδήγηση. Μπορεί να μας βοηθήσει να πάρουμε αποφάσεις, να ηρεμήσουμε όταν έχουμε άγχος ή να επαναφέρουμε την προσοχή μας σε μια στιγμή έντασης. Πολλοί άνθρωποι μάλιστα μιλούν δυνατά στον εαυτό τους όταν προσπαθούν να θυμηθούν κάτι, όταν οργανώνουν τις υποχρεώσεις τους ή όταν χρειάζονται ενθάρρυνση πριν από μια δύσκολη στιγμή.
Έρευνες δείχνουν ότι αυτή η μορφή αυτοδιαλόγου μπορεί να έχει θετική επίδραση στη συναισθηματική ισορροπία. Το να εκφράζει κανείς φωναχτά αυτό που σκέφτεται μπορεί να μειώσει το στρες, να ενισχύσει την αίσθηση ελέγχου και να βοηθήσει στη διαχείριση έντονων συναισθημάτων όπως η ανησυχία, η απογοήτευση ή ο θυμός. Είναι σαν ο εγκέφαλος να δημιουργεί μια μικρή παύση ανάμεσα στο συναίσθημα και την αντίδραση, δίνοντας χώρο για επεξεργασία πριν ακολουθήσει η πράξη.
Οι ψυχολόγοι τονίζουν ότι σημασία δεν έχει μόνο το ότι μιλάμε στον εαυτό μας, αλλά και ο τρόπος που του μιλάμε. Ένας υποστηρικτικός, ήρεμος και συμπονετικός εσωτερικός διάλογος μπορεί να λειτουργήσει ενδυναμωτικά και να βελτιώσει την αυτοπεποίθηση. Αντίθετα, η συνεχής αυστηρή αυτοκριτική μπορεί να έχει το αντίθετο αποτέλεσμα.
Πηγή Βolde

































