Στην τελική ευθεία για τις Πανελλήνιες 2026 βρίσκονται οι υποψήφιοι ΓΕΛ και ΕΠΑΛ, με το άγχος να κορυφώνεται όσο πλησιάζει η πρεμιέρα των εξετάσεων και τους μαθητές να επικεντρώνονται στις τελευταίες επαναλήψεις. Μέσα σε αυτό το κλίμα, ο εκπαιδευτικός ερευνητής και μαθηματικός Στράτος Στρατηγάκης αναλύει τις παγίδες που κρύβουν τόσο τα υπερβολικά εύκολα όσο και τα δύσκολα θέματα, επισημαίνοντας ότι και οι δύο περιπτώσεις μπορούν να δημιουργήσουν σοβαρές στρεβλώσεις στη διαδικασία αξιολόγησης των υποψηφίων.
«Οι Πανελλήνιες είναι διαγωνισμός κατάταξης»
Όπως εξηγεί, οι Πανελλήνιες δεν αποτελούν μια τυπική εξέταση γνώσεων, αλλά έναν διαγωνισμό κατάταξης με στόχο την κάλυψη συγκεκριμένου αριθμού θέσεων στα πανεπιστήμια της χώρας. Οι διαθέσιμες θέσεις καθορίζονται κάθε χρόνο από το Υπουργείο Παιδείας και, στη συνέχεια, οι υποψήφιοι κατατάσσονται βάσει των επιδόσεών τους ώστε να εισαχθούν στις σχολές που επιθυμούν. Σύμφωνα με τον ίδιο, ο βασικός στόχος του εξεταστικού συστήματος θα πρέπει να είναι η όσο το δυνατόν πιο ομαλή κατανομή των βαθμολογιών.
«Συνεπώς δεν πρόκειται για εξέταση που έχει σκοπό να διαπιστώσει τις γνώσεις των υποψηφίων. Αποκλειστικός σκοπός είναι να δημιουργηθεί μία κατάταξη των υποψηφίων σε μία σειρά, ώστε η επιλογή να ξεκινά από αυτούς που έχουν τις καλύτερες επιδόσεις και επιλέγουν τις σχολές που θέλουν. Όσο η λίστα προχωρά προς τα κάτω οι επιλογές λιγοστεύουν διότι αρκετές θέσεις έχουν ήδη καταληφθεί από τους υποψηφίους με καλύτερη βαθμολογία. Με τους διαφορετικούς συντελεστές βαρύτητας για κάθε μάθημα για κάθε Τμήμα απλά η διαδικασία γίνεται πιο πολύπλοκη χωρίς να αλλάζει η ουσία.» σημειώνει.
«Δεν θέλουμε ούτε υπερβολικά πολλούς αριστούχους ούτε υπερβολικά μεγάλο αριθμό υποψηφίων κάτω από τη βάση. Μόνο έτσι μπορεί να περιοριστεί το αίσθημα αδικίας που υπάρχει σε κάθε διαγωνιστική διαδικασία», τονίζει χαρακτηριστικά.
{https://exchange.glomex.com/video/v-dimpjz8zig0h?integrationId=40599y14juihe6ly}
«Τα θέματα που τίθενται σε κάθε μάθημα πρέπει να υπηρετούν το σκοπό της κατάταξης των υποψηφίων στη βαθμολογική κλίμακα με ομαλό τρόπο. Αυτό σημαίνει ότι δεν θέλουμε να γράψουν οι περισσότεροι άριστα, αλλά ούτε και θέλουμε να γράψουν οι περισσότεροι κάτω από τη βάση. Οι εισαγωγικές εξετάσεις δεν συνδέονται με την απόκτηση του απολυτηρίου Λυκείου, συνεπώς ακόμη και αν κάποιος γράψει άσχημα σε όλα τα μαθήματα δεν θα έχει κάποια επίπτωση στο απολυτήριο Λυκείου, που πρέπει ήδη να διαθέτει για να λάβει μέρος στις εισαγωγικές εξετάσεις.»
Θα μπορούσε κάποιος να πει ότι αφού είναι έτσι τα πράγματα δεν έχει σημασία αν τα θέματα θα είναι εύκολα ή δύσκολα. Οι θέσεις είναι συγκεκριμένες και η Ελάχιστη Βάση Εισαγωγής (ΕΒΕ) προσαρμόζεται στα δύσκολα ή τα εύκολα θέματα. Αν οι επιδόσεις των υποψηφίων είναι χαμηλές η ΕΒΕ μειώνεται, αν είναι υψηλές αυξάνεται. Αυτό συμβαίνει διότι ένας από τους δύο παράγοντες που καθορίζουν το ύψος της εξαρτάται από τις επιδόσεις των υποψηφίων. Απλά η ίδια η ΕΒΕ δεν έχει λόγο ύπαρξης σε ένα διαγωνισμό συμπλήρωσης θέσεων.
Η «παγίδα» των εύκολων θεμάτων
Ο κ. Στρατηγάκης επισημαίνει ότι τα πολύ εύκολα θέματα δημιουργούν σοβαρό πρόβλημα διαφοροποίησης των υποψηφίων. Όταν ένας μεγάλος αριθμός μαθητών συγκεντρώνει πολύ υψηλές βαθμολογίες, μειώνονται οι ουσιαστικές διαφορές ανάμεσα στους άριστους και τους πολύ καλούς υποψηφίους, γεγονός που δυσκολεύει τη δίκαιη κατάταξη. Σε αυτές τις περιπτώσεις, ακόμη και μικρά λάθη μπορεί να κρίνουν την εισαγωγή ή μη σε περιζήτητες σχολές, αυξάνοντας την πίεση και την αίσθηση αβεβαιότητας.
Πώς τα εύκολα θέματα «σαμποτάρουν» τους υποψηφίους και συμπαρασύρουν τις ΕΒΕ
Όπως εξηγεί ο κ. Στρατηγάκης «θεωρητικά, λοιπόν, μπορεί κάποιος να νομίζει ότι δεν έχει σημασία αν τα θέματα είναι εύκολα ή δύσκολα. Δεν είναι όμως έτσι τα πράγματα. Τα πολύ εύκολα ή τα πολύ δύσκολα θέματα δεν επιτρέπουν τη σωστή κατανομή των υποψηφίων στη βαθμολογική κλίμακα. Όταν τα θέματα είναι πολύ εύκολα και γράψει πολύ μεγάλος αριθμός υποψηφίων άριστα τότε οι άριστοι υποψήφιοι δεν θα ξεχωρίσουν από τους πολύ καλούς. Όταν αντίθετα τα θέματα είναι πολύ δύσκολα τότε και πάλι δεν θα ξεχωρίσουν οι άριστοι από τους πολύ καλούς. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι με τη Φυσική σε δύο διαδοχικά έτη. Το 2015 μόλις το 9,4% των υποψηφίων έγραψε πάνω από 15. Τα εξαιρετικά δύσκολα θέματα εκείνης της χρονιάς ισοπέδωσαν τους υποψηφίους προς τα κάτω. Την αμέσως επόμενη χρονιά, το 2016, το 17,78% των υποψηφίων έγραψε πάνω από 19, ισοπεδώνοντας τους υποψηφίους προς τα πάνω. Το 18 του 2016 δεν ήταν καλός βαθμός. Και στα δύο παραδείγματα τα θέματα ήταν ακατάλληλα για το σκοπό των Πανελληνίων να κατατάσσει τους υποψηφίους στη βαθμολογική κλίμακα όσο το δυνατόν πιο δίκαια.»
{https://exchange.glomex.com/video/v-dibnmp3mf04p?integrationId=40599y14juihe6ly}
Τα δύσκολα θέματα και η «ισοπέδωση προς τα κάτω»
Από την άλλη πλευρά, τα υπερβολικά δύσκολα θέματα, σύμφωνα με τον εκπαιδευτικό ερευνητή, προκαλούν το αντίθετο φαινόμενο, την ισοπέδωση των επιδόσεων προς τα κάτω. Όπως σημειώνει, ακόμη και πολύ καλά προετοιμασμένοι μαθητές δυσκολεύονται να αποδώσουν σύμφωνα με τις πραγματικές τους δυνατότητες, με αποτέλεσμα οι βαθμολογίες να συμπιέζονται σε χαμηλά επίπεδα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί –όπως αναφέρει– το μάθημα της Φυσικής σε προηγούμενες εξεταστικές χρονιές.
Ο ίδιος υπενθυμίζει ότι:
το 2015 μόλις το 9,4% των υποψηφίων έγραψε πάνω από 15,
ενώ το 2024 μόνο το 3,61% ξεπέρασε το 19 και λιγότεροι από δύο στους δέκα υποψηφίους έγραψαν πάνω από 15.
Κατά τον κ. Στρατηγάκη, οι επιδόσεις αυτές δείχνουν ότι τα θέματα δεν λειτούργησαν αποτελεσματικά ως εργαλείο αξιοκρατικής αξιολόγησης.
Ο κ. Στρατηγάκης εκτιμά ότι η υπερβολική δυσκολία σε ορισμένα μαθήματα επηρεάζει ακόμη και τις επιλογές των μαθητών σχετικά με τα επιστημονικά πεδία που επιλέγουν. Όπως σημειώνει, αρκετοί υποψήφιοι αποφεύγουν το 2ο Επιστημονικό Πεδίο, το οποίο συνδέεται με πολυτεχνικές και θετικές σχολές, θεωρώντας ότι τα εξεταζόμενα μαθήματα είναι ιδιαίτερα απαιτητικά. Αντίθετα, παρατηρείται αυξημένη στροφή προς το 4ο Επιστημονικό Πεδίο, το οποίο πολλοί θεωρούν πιο «βατό».
«Χρειάζεται ισορροπία»
Καταλήγοντας, ο εκπαιδευτικός ερευνητής υπογραμμίζει ότι ο βασικός στόχος των Πανελληνίων 2026 θα πρέπει να είναι τα θέματα να είναι προσαρμοσμένα στο πραγματικό επίπεδο γνώσεων των μαθητών και να επιτρέπουν την ομαλή κατανομή των βαθμολογιών, χωρίς ακραίες αποκλίσεις που δημιουργούν αδικίες και στρεβλώσεις. «Μόνο έτσι μπορούν να ελαχιστοποιηθούν οι αδικίες που έτσι κι αλλιώς υπάρχουν σε κάθε διαγωνισμό» καταλήγει με νόημα ο κ. Στρατηγάκης.

































