Είκοσι χρόνια πριν από την κατάθεση του περιβόητου και ήδη αποσυρθέντος άρθρου 23 του νομοσχεδίου για τους servicers, η Ολομέλεια του Αρείου Πάγου είχε κρίνει αντισυνταγματικό ένα προνομιακό καθεστώς που επέτρεπε την αναγκαστική εκτέλεση με βάση ιδιωτικά τραπεζικά έγγραφα, χωρίς προηγούμενη δικαστική απόφαση ή διαταγή πληρωμής.
Κι όμως, τον Οκτώβριο του 2026, επιχειρήθηκε να θεσπιστεί μία ρύθμιση με αξιοσημείωτες ομοιότητες, αυτή τη φορά στο πεδίο των ιδιωτικών συμβάσεων ρύθμισης οφειλών, προς όφελος των εταιρειών διαχείρισης απαιτήσεων και κατ’ επέκταση των funds που εκπροσωπούν.
Για να αντιληφθεί κανείς την σημασία της νομολογιακής εξέλιξης της εποχής εκείνης, χρειάζεται να ανατρέξει στον χρόνο που ιδρύθηκε η Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος, ως αυτόνομος τραπεζικός οργανισμός κοινωφελούς χαρακτήρα, με ιδιαίτερη αποστολή την χρηματοδότηση και την ενίσχυση της αγροτικής οικονομίας.
Λόγω ακριβώς λόγω του ιδιαίτερου χαρακτήρα και της αποστολής της, ο νομοθέτης της παραχώρησε, μια σειρά εξαιρετικών προνομίων που δεν απολάμβαναν οι υπόλοιπες τράπεζες. Μεταξύ αυτών περιλαμβανόταν η δυνατότητα να προχωρά σε αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος της περιουσίας των οφειλετών της, με το ίδιο το δανειακό έγγραφο ή άλλο έγγραφο που αποδείκνυε την απαίτησή της, χωρίς να χρειάζεται προηγουμένως να προσφύγει στην διαδικασία απόκτησης εκτελεστού τίτλου.
Με την πάροδο του χρόνου, ωστόσο, οι συνθήκες που είχαν δικαιολογήσει την θέσπιση των προνομίων αυτών μεταβλήθηκαν ουσιωδώς. Το 1990 η Αγροτική Τράπεζα μετατράπηκε σε ανώνυμη εταιρεία, ενώ η δραστηριότητά της επεκτάθηκε και σε άλλους τομείς τραπεζικών εργασιών, πέραν της αγροτικής πίστης. Παρά τη μεταβολή αυτή, τα ειδικά της προνόμιά διατηρήθηκαν.
Το ζήτημα έφτασε τελικά στην Ολομέλεια του Αρείου Πάγου το 2006, η οποία έκρινε ανίσχυρες, ως αντισυνταγματικές, συγκεκριμένες διατάξεις του ειδικού προνομιακού καθεστώτος της Αγροτικής Τράπεζας μεταξύ των οποίων και εκείνη που αναγνώριζε στα δανειακά έγγραφα της Τράπεζας ισχύ εκτελεστού τίτλου. Η κρίση αυτή στηρίχθηκε, μεταξύ άλλων, στην συνταγματική αρχή της ισότητας, στο δικαίωμα δικαστικής προστασίας και στις εγγυήσεις της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.
Έτσι, ένα καθεστώς εξαιρετικών προνομίων που είχε θεσπιστεί με αφετηρία τον κοινωφελή χαρακτήρα της Αγροτικής Τράπεζας, κρίθηκε, υπό τις μεταγενέστερες συνθήκες, αντίθετο προς θεμελιώδεις συνταγματικές εγγυήσεις.
Και εδώ ακριβώς βρίσκεται το στοιχείο που καθιστά την απόφαση του 2006 ιδιαίτερα επίκαιρη. Είκοσι χρόνια αργότερα, επιχειρήθηκε, με το άρθρο 23, να αναγνωρίσει εκ νέου ισχύ εκτελεστού τίτλου σε ιδιωτικά έγγραφα και συγκεκριμένα στις συμβάσεις ρύθμισης οφειλών.
Η ομοιότητα των δύο ρυθμίσεων, ως προς τη δυνατότητα αναγκαστικής εκτέλεσης χωρίς προηγούμενη δικαστική απόφαση ή διαταγή πληρωμής είναι ιδιαίτερα σημαντική, ώστε να εγείρει το ερώτημα, εάν συνεκτιμήθηκε η απόφαση της Ολομέλειας κατά την κατάρτιση του άρθρου 23.
Διότι, εάν λήφθηκε υπόψιν, με ποια νομική αιτιολογία κρίθηκε, ότι η νέα ρύθμιση δεν προσέκρουε στα συνταγματικά όρια που είχε αναδείξει το Ανώτατο Δικαστήριο;
Εάν όχι, πώς εξηγείται, ότι μια νομοθετική πρωτοβουλία με τόσο δυσμενείς συνέπειες για τους δανειολήπτες προχώρησε χωρίς να συνεκτιμηθεί ένα τόσο ουσιώδες νομολογιακό προηγούμενο;
Η συζήτηση, ωστόσο, δεν εξαντλείται στην αποσυρθείσα διάταξη. Μια συναφής πρόβλεψη υπάρχει στο νομοθετικό πλαίσιο του εξωδικαστικού μηχανισμού ρύθμισης οφειλών, όπου αναγνωρίζεται στην σύμβαση αναδιάρθρωσης οφειλών ισχύ εκτελεστού τίτλου. Το ζήτημα αυτό ανέδειξε η Συντονιστική Επιτροπή της Ολομέλειας των Προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων Ελλάδος, η οποία, μετά την απόσυρση του άρθρου 23, ζήτησε και την κατάργηση της αντίστοιχης διάταξης του εξωδικαστικού μηχανισμού.
Η υπόθεση, τελικά, έχει δύο όψεις που δύσκολα συμβιβάζονται, προκαλούν προβληματισμό και αναδεικνύουν μια σοβαρή θεσμική ασυνέπεια. Αφενός μία απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου που υπήρχε εδώ και είκοσι χρόνια, αλλά δεν φαίνεται να στάθηκε εμπόδιο στην κατάθεση του άρθρου 23, αφετέρου μια συναφής ρύθμιση που παραμένει σε ισχύ παρά την απόσυρση της νέας διάταξης.
Εφόσον, λοιπόν, κρίθηκε αναγκαία η απόσυρση του άρθρου 23, τίθεται αναπόφευκτα και το ζήτημα της κατάργησης της συναφούς διάταξης του εξωδικαστικού μηχανισμού. Διαφορετικά, δημιουργείται η εντύπωση, ότι η τύχη μιας νομοθετικής ρύθμισης καθορίζεται περισσότερο από την ένταση των αντιδράσεων που προκαλεί, παρά από τη συνεπή εφαρμογή των ίδιων θεσμικών και συνταγματικών κριτηρίων.
(Η Αριάδνη Νούκα είναι δικηγόρος)




























