Κάθε Σεπτέμβριο η συζήτηση για την Εκπαίδευση περιστρέφεται γύρω από το αν χτύπησε κανονικά το πρώτο κουδούνι, αν μοιράστηκαν εγκαίρως τα βιβλία και πόσα κενά
εκπαιδευτικών απομένουν. Σπάνια κοιτάζουμε το ίδιο το κτίριο μέσα στο οποίο καλούνται να μάθουν τα παιδιά και να εργαστούν οι εκπαιδευτικοί. Την αίθουσα που δε θερμαίνεται επαρκώς τον χειμώνα, τον όροφο που δεν είναι προσβάσιμος σε μαθητές με αναπηρία, το εργαστήριο που παραμένει παρωχημένο, το ηλεκτρολογικό δίκτυο, την πυρασφάλεια και τον προσεισμικό έλεγχο. Η ποιότητα της Εκπαίδευσης όμως δεν κρίνεται μόνο από το πρόγραμμα σπουδών, αλλά κι από τις πραγματικές συνθήκες μέσα στις οποίες αυτό εφαρμόζεται.
Τα σχετικά στοιχεία ανησυχητικά. Το 64% των νηπιαγωγείων και των δημοτικών σχολείων στεγάζεται σε κτίρια ηλικίας τουλάχιστον 35 ετών. Η ηλικία ενός κτιρίου δεν το καθιστά αυτομάτως ακατάλληλο. Όταν δε συνοδεύεται όμως από συστηματική συντήρηση και αναβάθμιση, μετατρέπεται σε σοβαρό παράγοντα κινδύνου. Σύμφωνα με τα ίδια στοιχεία, το 43% αυτών των κτιρίων δε διαθέτει ασφαλές ηλεκτρολογικό δίκτυο, το 28% δε διαθέτει πυρασφάλεια και το 78% δεν έχει καθόλου μόνωση. Συζητάμε το 2026 για ζητήματα ασφάλειας, υγείας και στοιχειώδους λειτουργικότητας.
Ως εκπαιδευτικός γνωρίζω ότι το σχολικό περιβάλλον επηρεάζει άμεσα τη μάθηση. Είναι δύσκολο να ζητάς συγκέντρωση από έναν μαθητή όταν η αίθουσα είναι παγωμένη ή υπερβολικά ζεστή. Είναι δύσκολο να μιλάς για σύγχρονη διδασκαλία χωρίς κατάλληλα εργαστήρια, σταθερή ψηφιακή σύνδεση, σωστό φωτισμό και ακουστικές συνθήκες που επιτρέπουν σε όλους να παρακολουθήσουν. Το 47% των μαθητών της χώρας φοιτά σε σχολεία όπου η ανεπάρκεια των υποδομών παρεμποδίζει τη διδασκαλία.
Ακόμη σοβαρότερο είναι το ζήτημα της αντισεισμικής προστασίας. Περίπου 2.500 σχολικά κτίρια, δηλαδή το 20% του συνόλου χρειάζονται δευτεροβάθμιο προσεισμικό έλεγχο χωρίς να έχουν εξασφαλιστεί οι αναγκαίες πιστώσεις. Για μια χώρα με έντονη σεισμική
δραστηριότητα, η αναβολή δεν μπορεί να αποτελεί πολιτική επιλογή. Η ασφάλεια των παιδιών δεν μπορεί να εξαρτάται από το αν ένας δήμος διαθέτει περισσότερους πόρους ή καλύτερη τεχνική υπηρεσία από έναν άλλον.
Κάθε ανακαίνιση είναι ασφαλώς χρήσιμη για τη σχολική κοινότητα που την αποκτά, θα πρέπει όμως να χαραχθεί με σαφήνεια εθνική πολιτική. Η ασφάλεια και η ποιότητα του δημόσιου σχολείου δεν μπορεί να βασίζονται σε δωρεές, ούτε στην επικοινωνιακή προβολή επιλεγμένων παρεμβάσεων. Απαιτείται καθολικό σχέδιο, σαφές χρονοδιάγραμμα, ιεράρχηση αναγκών και μόνιμη δημόσια χρηματοδότηση.
Η σημερινή χρηματοδοτική πραγματικότητα εξηγεί μεγάλο μέρος του προβλήματος. Διατίθενται λιγότερα από 2.200 ευρώ τον χρόνο ανά σχολείο για επισκευές και συντήρηση.
Ένα ποσό που δύσκολα καλύπτει ακόμη και τις συνηθισμένες φθορές, πόσο μάλλον ενεργειακές παρεμβάσεις, ηλεκτρολογική αναβάθμιση ή σοβαρές δομικές εργασίες. Την ίδια στιγμή, η μεταφορά της ευθύνης στους δήμους χωρίς αντίστοιχους πόρους, τεχνικό προσωπικό και υποστήριξη, διευρύνει τις ανισότητες. Ένας οικονομικά ισχυρότερος δήμος μπορεί να κινηθεί γρηγορότερα. Ένας μικρός ή υπερχρεωμένος δήμος αναγκάζεται να περιορίζεται στις απολύτως επείγουσες παρεμβάσεις. Κάπως έτσι ακόμη και η ασφάλεια του σχολικού κτιρίου εξαρτάται από τον ταχυδρομικό κώδικα του παιδιού.
Η σχολική χρονιά ξεκίνησε και με 15.000 κενά, με βάση την απόσταση ανάμεσα στις ανάγκες που αναγνωρίστηκαν και στις αρχικές προσλήψεις αναπληρωτών. Αυτό σημαίνει ότι δε ξεκινούν όλα τα παιδιά τη χρονιά με τους ίδιους όρους. Κάποια περιμένουν καθηγητή, εκπαιδευτικό ειδικής αγωγής, ψυχολόγο ή κοινωνικό λειτουργό.
Η απάντηση πρέπει να είναι ένα εθνικό σχέδιο σχολικών υποδομών με μετρήσιμους στόχους: ολοκλήρωση των αντισεισμικών ελέγχων, πυρασφάλεια και ασφαλές ηλεκτρολογικό δίκτυο παντού, ενεργειακή αναβάθμιση, σύγχρονες αίθουσες και
εργαστήρια, καθολική ψηφιακή υποδομή, προσβασιμότητα και κατάλληλες συνθήκες θέρμανσης, ψύξης, φωτισμού και ακουστικής. Χρειάζεται ειδικός δημόσιος φορέας σχολικών υποδομών σε κάθε περιφέρεια, με σταθερή χρηματοδότηση, εξειδικευμένο τεχνικό προσωπικό και πλήρη καταγραφή της κατάστασης κάθε σχολικής μονάδας. Οι έλεγχοι, οι ανάγκες και η πορεία των έργων πρέπει να είναι δημόσια προσβάσιμα, ώστε γονείς, εκπαιδευτικοί και τοπικές κοινωνίες να γνωρίζουν τι έχει γίνει και τι εκκρεμεί.
Το σχολείο του 21ου αιώνα δεν καθορίζεται μόνο από έναν διαδραστικό πίνακα, αλλά από το αν είναι ασφαλές, ανθρώπινο και λειτουργικό. Από το αν κάθε παιδί, ανεξάρτητα από την περιοχή και το εισόδημα της οικογένειάς του, μπορεί να μαθαίνει σε αξιοπρεπείς
συνθήκες. Το σχολείο είναι ο χώρος μέσα στον οποίο διαμορφώνεται το μέλλον της χώρας κι αυτό το μέλλον δεν μπορεί να συνεχίσει να στεγάζεται στην αναβολή.
(Ο Μίλτος Τόσκας είναι Φαρμακοποιός, μέλος της Πανελλήνιας Ένωσης Κριτικών Κινηματογράφου, Δημοσιογράφος, Κριτικός βιβλίων)



































