Στη Διεθνή Έκθεση της Θεσσαλονίκης αυτές τις μέρες δεν παρουσιάστηκαν απλώς πολιτικά προγράμματα. Αναδείχθηκαν δύο διαφορετικές αντιλήψεις, δύο διακριτά σχέδια που αποτυπώνουν βαθιές πολιτικές διαφορές.
Ο Πρωθυπουργός παρουσίασε τις προτεραιότητες της κυβέρνησής του, που ακολουθούν την πεπατημένη των τελευταίων επτά ετών. Ώδινεν όρος και έτεκε μυν. Όχι ότι δεν έδωσε υποσχέσεις με προεκλογικό άρωμα. Αντίθετα, υποσχέσεις δόθηκαν, ακόμη και εκβιαστικά, όπως το επίδομα 500 ευρώ στους Δημοσίους Υπαλλήλους αλλά από το τέλος του 2027, στην παλαιοκομματική λογική του: ψηφίστε μας, για να λάβετε. Αλλά καμία νέα ιδέα δεν ακούστηκε που να αφορά τα ζέοντα προβλήματα της χώρας, την ακρίβεια και την αγοραστική δύναμη, το δημογραφικό, τη στεγαστική κρίση, την παιδεία.
Από την άλλη, ο Αλέξης Τσίπρας είχε την ευκαιρία να παρουσιάσει το πρόγραμμα της ΕΛ.Α.Σ. Ένα μεγάλο ζητούμενο, ειδικά από τους πολίτες που τείνουν ευήκοα ώτα στο εγχείρημά μας και έχουν υψηλές προσδοκίες. Το πρόγραμμα αυτό δεν ήταν ένας κατάλογος μέτρων, όπως συνηθίζεται. Ήταν ένα σύνολο παρεμβάσεων με ορίζοντα τετραετίας, με συνοχή και αξιοπιστία. Παρεμβάσεις μελετημένες, που σέβονται τις δημοσιονομικές δυνατότητες της χώρας αλλά αφουγκράζονται και τις ανάγκες της κοινωνίας.
Η διαφορά στην προσέγγιση είναι φανερή. Για όσους όμως επιμένουν στο γνωστό «όλοι ίδιοι είναι», αρκεί να επισημάνουμε μερικά σημεία που δείχνουν ότι οι πολιτικές και ιδεολογικές διαφορές και υπάρχουν και έχουν σημασία.
Ο Πρωθυπουργός δείχνει ευχαριστημένος από την αναπτυξιακή στασιμότητα της Ελλάδας και τη συνεχή απομάκρυνση από την Ευρώπη σχεδόν σε όλους τους δείκτες, γι’ αυτό και δεν ακούσαμε καμία λέξη για το πώς θα αλλάξει το παραγωγικό μοντέλο. Εμείς, πάλι, όχι. Για την ΕΛ.Α.Σ., το σημείο αφετηρίας είναι ένα εθνικό σχέδιο για να πάμε από μια κοινωνία ανισοτήτων σε μια κοινωνία ευκαιριών.
Γι’ αυτό ακριβώς, το βασικό εργαλείο του σχεδιασμού που παρουσίασε στη Θεσσαλονίκη ο Αλέξης Τσίπρας είναι το Εθνικό Ταμείο Σύγκλισης, που δεν θα μοιράζει επιδοτήσεις αλλά θα χρηματοδοτεί έργα και επενδύσεις με στόχους, μετρήσιμα αποτελέσματα και αυστηρό δημόσιο έλεγχο. Ό,τι λείπει σήμερα από τη χώρα, δηλαδή.
Αλλά αυτό δεν γίνεται χωρίς την έμπρακτη στήριξη του κόσμου της εργασίας. Νέο μοντέλο ανάπτυξης χωρίς αξιοπρεπή εργασία δεν υπάρχει, και αυτή είναι μια ακόμη θεμελιώδης διαφορά μας από τη ΝΔ. Έσπευσε ο Πρωθυπουργός να επαναλάβει τη δική μας πρόταση για κατώτατο μισθό 1.000 (αλλά έναν χρόνο αργότερα) και για μέσο μισθό 1.800 ευρώ, «ξεχνώντας» όμως ένα ουσιαστικό στοιχείο της δικής μας πρότασης: η αύξηση μισθών έχει περιορισμένο αποτέλεσμα αν δεν συνοδεύεται από συλλογικές διαπραγματεύσεις και ενίσχυση της διαπραγματευτικής δύναμης των εργαζομένων, που θα χτίζουν μια καλύτερη μισθολογική κλίμακα για όλους.
Το νέο παραγωγικό μοντέλο που προτείνουμε, όμως, έχει αναγκαίο συμπλήρωμα τη δίκαιη κατανομή του παραγόμενου πλούτου. Εδώ βρίσκεται μια από τις μεγαλύτερες διαφορές μας. Εμείς προτείνουμε λ.χ. προοδευτική φορολόγηση των υψηλών μερισμάτων, με εκτιμώμενα έσοδα 400 εκατομμύρια ετησίως, ενώ η Κυβέρνηση αρκείται στην αύξηση της φορολόγησης μόνο για τα μπόνους στελεχών επιχειρήσεων. Η Συμπαράταξη μιλάει για έναν Νέο Φορολογικό Πατριωτισμό, που μεταφράζεται σε μέτρα όπως η επιβολή εισφοράς 1% στο ισχυρότερο 1%, ενώ για τη ΝΔ του κ. Μητσοτάκη ο πατριωτισμός μένει στα ωραία λόγια.
Και κάτι ακόμη. Για εμάς στην ΕΛ.Α.Σ μια παραγωγική και δίκαιη Ελλάδα είναι μια Ελλάδα που εξασφαλίζει ίσες ευκαιρίες για όλους. Δίνουμε έμφαση στο εκπαιδευτικό σύστημα, γιατί ο αγώνας ενάντια στις ανισότητες ξεκινά από το σχολείο.
Απέναντι στην εκπαιδευτική αντίληψη της ΝΔ που γεννά αποκλεισμούς και ανισότητες, εμείς θέλουμε ένα σχολείο ανοιχτό, ποιοτικό, που θα δίνει ευκαιρίες σε όλα τα παιδιά στην αφετηρία της ζωής τους. Όχι με «κουμπαράδες» που ευνοούν όσους έχουν να αποταμιεύουν, αλλά με γενναία στήριξη των εκπαιδευτικών, με αντικατάσταση των πανελλαδικών της παπαγαλίας από ένα σύστημα που θα αξιολογεί τη συνολική σχολική διαδρομή του παιδιού, με ενίσχυση του καλού δημόσιου πανεπιστημίου και των φοιτητών που επιλέγουν να σπουδάσουν και να ζήσουν στην περιφέρεια.
Αυτές είναι μερικές από τις διαφορές μας με τη Νέα Δημοκρατία και τη συντηρητική παράταξη. Δεν είναι θεωρητικές, είναι θεμελιακές. Γιατί έχουν να κάνουν με απτές αλλαγές για τη ζωή όλων μας.
(Η Κατερίνα Μπέρδου είναι αναπληρώτρια Τομεάρχης Άμυνας της ΕΛ.Α.Σ., δικηγόρος)



























