Τέτοια είναι η Συμφωνία της Μέκκας, που υπεγράφη στις 7 Αυγούστου στην ομώνυμη πόλη της Σαουδικής Αραβίας από τρεις περιφερειακές δυνάμεις, τη Σαουδική Αραβία, το Πακιστάν και την Τουρκία. Ως βασικό σημείο της Συμφωνίας οι τρεις δυνάμεις προβάλλουν τη λεγόμενη ρήτρα συλλογικής άμυνας, κάτι ανάλογο με το αντίστοιχο άρθρο 5 του ΝΑΤΟ. Προβλέπεται δηλαδή ότι «κάθε ένοπλη εξωτερική επίθεση εναντίον ενός εκ των τριών κρατών θεωρείται επίθεση εναντίον όλων». Σε τέτοια περίπτωση, τα συμβαλλόμενα μέρη θα συνδράμουν το κράτος που δέχεται επίθεση μόλις αυτό υποβάλει σχετικό αίτημα. Οι τρεις χώρες επικαλούνται το άρθρο 51 της Χάρτας του ΟΗΕ, που κατοχυρώνει το «φυσικό δικαίωμα ατομικής και συλλογικής αυτοάμυνας».
Να σημειωθεί ότι η Τουρκία διαθέτει τον δεύτερο μεγαλύτερο στρατό στο ΝΑΤΟ μετά τις ΗΠΑ, με εισβολές σε εδάφη ξένων χωρών, όπως η Κύπρος, όπου κατέχει το 1/3 του νησιού, η Συρία, το Ιράκ σε συγκεκριμένες περιοχές και με διάφορα προσχήματα. Το Πακιστάν είναι η πρώτη και η μόνη μέχρι σήμερα μουσουλμανική χώρα με πυρηνικά όπλα. Η Σαουδική Αραβία είναι η οικονομική και ενεργειακή υπερδύναμη των χωρών του Κόλπου, με τεράστια κοιτάσματα πετρελαίου και φυσικού αερίου.
Η Συμφωνία της Μέκκας ανοίγει τον δρόμο για τη συγκρότηση μηχανισμού μακροπρόθεσμης συνεργασίας σε πολλούς τομείς, όπως ο στρατηγικός σχεδιασμός, η ανάπτυξη κοινών στρατιωτικών δυνατοτήτων και επιχειρησιακής ετοιμότητας, η ενίσχυση της «αμυντικής αποτροπής» και η συνεργασία ανάμεσα σε πολεμικά βιομηχανικά μονοπώλια σε τομείς όπως η έρευνα και η ανάπτυξη κυρίως στρατιωτικής τεχνολογίας αιχμής (Τεχνητή Νοημοσύνη, αυτόματα στρατιωτικά οπλικά συστήματα κ.λπ.).
Επιπλέον, προβλέπονται η πραγματοποίηση κοινών στρατιωτικών γυμνασίων, η κοινή εκπαίδευση προσωπικού και η ανάπτυξη «κοινών επιχειρησιακών δογμάτων».
Στις 31 Αυγούστου οι υπουργοί Εξωτερικών, Αμυνας και οι επιτελάρχες Τουρκίας, Σαουδικής Αραβίας και Πακιστάν συναντήθηκαν στην Κωνσταντινούπολη, αποφασίζοντας στην πρώτη τριμερή σύνοδο να δημιουργήσουν την έδρα της συμμαχίας τους στο Ριάντ της Σαουδικής Αραβίας και να αναλάβει καθήκοντα γενικού γραμματέα τριετούς θητείας πρώτα Πακιστανός αξιωματούχος.
Η νέα συμμαχία έρχεται να μπλέξει ακόμα περισσότερο το «κουβάρι» των ανταγωνισμών, καθώς οι τρεις χώρες έχουν δεσμούς με ανταγωνιστικές ιμπεριαλιστικές δυνάμεις: Η Τουρκία με ΗΠΑ, ΝΑΤΟ αλλά και Ρωσία, το Πακιστάν με τις ΗΠΑ αλλά και την Κίνα, ειδικά στον τομέα των εξοπλισμών, και η Σαουδική Αραβία και με τις ΗΠΑ και με την Κίνα.
Το τριμερές σχήμα επιχειρείται να διευρυνθεί και γι' αυτό ο Τούρκος ΥΠΕΞ, Χακάν Φιντάν, μετέβη στο Ελ Αλαμέιν της Αιγύπτου μία βδομάδα μετά την υπογραφή της Συμφωνίας (13 - 14 Αυγούστου). Εκεί εξέφρασε ανοιχτά το τουρκικό ενδιαφέρον για συμμετοχή της Αιγύπτου στη Συμφωνία της Μέκκας, δεδομένου ότι το Κάιρο, που βρίσκεται σε φάση αναθέρμανσης των σχέσεών του με την Άγκυρα μετά από χρόνια διπλωματικής ψυχρότητας, ταυτόχρονα έχει στενές διπλωματικές, οικονομικές, ενεργειακές και εμπορικές σχέσεις με Ελλάδα και Κύπρο, ενώ διατηρεί σταθερούς άξονες συνεννόησης σε διάφορα επίπεδα και με το Ισραήλ, παρά τις «τριβές» για τη γενοκτονία στην Παλαιστίνη.
Διεθνείς αντιδράσεις
Το Ιράν, μέσω του εκπροσώπου Τύπου του υπουργείου Εξωτερικών, Εσμαήλ Μπαγκαεΐ, σχολίασε σκωπτικά τη Συμφωνία: «Οι χώρες της περιοχής αντιλήφθηκαν ότι η ασφάλεια δεν είναι εμπόρευμα που προμηθεύεσαι από ψεύτες μεσάζοντες» – υπονοώντας τις ΗΠΑ. Πρόσθεσε ότι «δεν θα πρέπει κανείς να υπολογίζει στις αμερικανικές "εγγυήσεις ασφαλείας" που δίνονταν στο παρελθόν».
Από το Ισραήλ ο υπουργός Διασποράς, Αμιχάι Τσίκλι, έκανε λόγο για εξέλιξη «πολύ κακή για το Ισραήλ», με πιθανές «σοβαρές συνέπειες».
Ο Αμερικανός Πρόεδρος, Ντ. Τραμπ, εμφανίστηκε ιδιαίτερα ικανοποιημένος, βλέποντας τη Συμφωνία της Μέκκας σαν κάτι που μειώνει το βάρος που σηκώνουν στρατιωτικά οι ΗΠΑ στη Μέση Ανατολή, μπροστά στους σχεδιασμούς για κλιμάκωση των αντιθέσεων και συγκρούσεων με την Κίνα τα επόμενα χρόνια στην περιοχή του Ινδο-Ειρηνικού.
Η Κίνα, που διατηρεί σχέσεις και με τις 3 χώρες, δεν έχει σχολιάσει επίσημα τη Συμφωνία, ωστόσο αναλύσεις που έχουν δημοσιευτεί σε κινεζικά αγγλόφωνα Μέσα κάνουν λόγο για μια «πολυεπίπεδη αρχιτεκτονική ασφαλείας» που δεν σημαίνει ότι η παρουσία των ΗΠΑ στην περιοχή θα σταματήσει.
Ευρύτερες επιδιώξεις
Αυξημένες είναι οι προσδοκίες πρώτα απ' όλα των τουρκικών και άλλων πολεμικών βιομηχανιών, που ήδη «έσπρωχναν» επενδύσεις δισ. δολαρίων σε Πακιστάν και Σαουδική Αραβία. «Αν η Συμφωνία της Μέκκας έχει μια πραγματική αξία, αυτή δεν είναι κυρίως στρατιωτική αλλά πολιτική και βιομηχανική», εκτιμούσε πριν κάποιες μέρες το Αραβικό Κέντρο με έδρα την Ουάσιγκτον (Arab Center Washington DC), τονίζοντας ότι και στη συνάντηση της Κωνσταντινούπολης ένα βασικό θέμα ήταν η τριμερής συνεργασία στην πολεμική βιομηχανία. «Πληροφορίες αναφέρουν ότι η Συμφωνία θα εμβαθύνει υπάρχουσες τριμερείς ρυθμίσεις», στις οποίες ξεχωρίζει η συμπαραγωγή των μη επανδρωμένων αεροσκαφών μάχης Akinci μεταξύ της τουρκικής εταιρείας «Baykar» και στρατιωτικών βιομηχανιών της Σαουδικής Αραβίας, που ξεκίνησε το 2023, με συμφωνίες που μεταξύ άλλων έκλεισαν με την κρατική «Saudi Arabian Military Industries» (SAMI).
Την έκταση που αποκτούν οι οικονομικές σχέσεις Αγκυρας - Ριάντ στον συγκεκριμένο τομέα της βιομηχανίας δείχνει και το μνημόνιο συνεργασίας που υπέγραψε η τουρκική «Aselsan» με την Εθνική Εταιρεία Μηχανικών Συστημάτων της Σαουδικής Αραβίας (NCMS) για την ανάπτυξη κοινών έργων, όπως σχέδια παραγωγής στον τομέα των ηλεκτρο-οπτικών συστημάτων επιτήρησης και στόχευσης. Οι δύο πλευρές ιεράρχησαν ψηλά στην ατζέντα και την ενίσχυση της λεγόμενης «Τοπικής Δυναμικότητας», ώστε μέχρι και το 70% των Akinci που προορίζονταν για τη Σαουδική Αραβία να παράγεται στην περιοχή, συμπεριλαμβανομένων της παραγωγής εξαρτημάτων, της συντήρησης, της τελικής συναρμολόγησης αλλά και του εξοπλισμού ελέγχου εδάφους. Γοργά «τρέχουν» και οι διαπραγματεύσεις για τη συμμετοχή σαουδαραβικών κεφαλαίων στην παραγωγή των τουρκικών μαχητικών αεροσκαφών Kaan.
Ωστόσο, η τριμερής συνεργασία στη στρατιωτική βιομηχανία δεν εξαντλείται σε σχέδια για μεγαλύτερες εξαγωγές μεταξύ των εταίρων της «Μέκκας». Συνεργάτες αραβικών πανεπιστημίων παρατηρούσαν σε σχετικά δημοσιεύματα ότι στόχος των τριών χωρών είναι η «διευκόλυνση των κοινών επενδύσεων σε αμυντικές βιομηχανίες, μεγάλων αμυντικών έργων, μεταφορών στρατιωτικής τεχνολογίας, της τοπικής παραγωγής, έρευνας και ανάπτυξης, εκπαίδευσης και ενσωμάτωσης συμπληρωματικών δυνατοτήτων. Με την πάροδο του χρόνου αυτό θα μπορούσε να μετατρέψει τη σχέση τους από το μοντέλο του "αγοραστή - πωλητή" σε μια γνήσια αμυντική - βιομηχανική συνεργασία». Υποστηρίζουν ανάμεσα σε άλλα ότι «αν Τουρκία, Σαουδική Αραβία και Πακιστάν συνδυάσουν τους οικονομικούς πόρους, τις βιομηχανικές δυνατότητες, την τεχνολογική εμπειρογνωμοσύνη, τη στρατιωτική εμπειρία και το ανθρώπινο κεφάλαιο» που διαθέτουν από κοινού, «θα μπορούσαν να δημιουργήσουν ένα πολύ βαθύτερο και πιο θεσμοθετημένο "αμυντικό οικοσύστημα"».
Προεκτάσεις και στην Ενέργεια;
Αν και ειδικότερα στοιχεία για συγκεκριμένα σχέδια που οι τρεις χώρες έχουν ήδη ετοιμάσει στην Ενέργεια δεν έχουν δημοσιοποιηθεί ακόμα, είναι σίγουρο ότι το ζήτημα το βάζουν στο προσκήνιο οι ίδιες οι εξελίξεις: Η διατάραξη του εμπορίου (υδρογονανθράκων κ.λπ.) από τα Στενά του Ορμούζ, ο ρόλος που η περιοχή του Λεβάντε (δυτική Μέση Ανατολή) και όλη η Ανατολική Μεσόγειος έχουν στην επαναχάραξη και αντιπαράθεση ενεργειακών και εμπορικών διαδρομών μεταξύ «Ανατολής και Δύσης».
Στελέχη της τουρκικής ηγεσίας ήδη κρίνουν σκόπιμο να επισημάνουν ότι η Συμφωνία της Μέκκας «θα επιταχύνει την οικονομική συνεργασία» των τριών χωρών, «ιδίως στη συνδεσιμότητα, στο εμπόριο, στα χρηματοοικονομικά και στις επενδύσεις», όπως είπε ο αντιπρόεδρος της τουρκικής κυβέρνησης, Σεβντέτ Γιλμάζ.
Οικονομικές ιστοσελίδες της Μέσης Ανατολής συνδέουν και την Αίγυπτο με τις νέες δυνατότητες για ενεργειακές μπίζνες. «Η περιοχή μπορεί να βοηθήσει την Ευρώπη να διαφοροποιηθεί από το ρωσικό φυσικό αέριο, αλλά μόνο μέσω αξιόπιστης παραγωγής, ασφαλών αγωγών και βιώσιμων συμβάσεων. Οι ανακαλύψεις αποθεμάτων αερίου ή πετρελαίου από μόνες τους δεν παράγουν ενεργειακή ασφάλεια», τόνιζε στις 2 Σεπτέμβρη το «Middle East Monitor», παρατηρώντας ότι οι υποδομές LNG που διαθέτει η Αίγυπτος την καθιστούν προνομιακό εταίρο, αφού «η ιδιοκτησία ενός υπεράκτιου κοιτάσματος "μετράει", αλλά ο έλεγχος της επεξεργασίας και της μεταφοράς του μπορεί να "μετράει" παραπάνω».
Ο συντάκτης της ανάλυσης ανέφερε ότι η Συμφωνία της Μέκκας «δεν περιέχει δημόσια διατάξεις για την Ενέργεια που αποκαλύπτονται», αλλά «η σημασία της έγκειται στο τι θα μπορούσε να προσφέρει ο συντονισμός στην άμυνα: Θαλάσσια επιτήρηση, ανταλλαγή πληροφοριών και προστασία για λιμάνια, αγωγούς, σταθμούς LNG και δίκτυα ηλεκτρικής ενέργειας».
Συμπεραίνοντας ότι «ένα πιο προβλέψιμο περιβάλλον θα μπορούσε να διευκολύνει τις επενδύσεις», αλλά «οποιοδήποτε μέρισμα που θα αφορά την Ενέργεια θα εξαρτηθεί από την υλοποίηση» της Συμφωνίας, το μεσανατολικό δίκτυο παραπέμπει σε «φρέσκες» προτάσεις για ενεργειακούς διαδρόμους στην περιοχή, που εύκολα θα μπορούσαν να αξιοποιήσουν την αναδυόμενη συμμαχία της Τουρκίας και χωρών της περιοχής, όπως γίνεται τώρα μέσα από τη Συμφωνία της Μέκκας, αλλά και όπως η Άγκυρα προτάσσει συστηματικά τον τελευταίο καιρό, για παράδειγμα αναπτύσσοντας πολύπλευρα τη συνεργασία της με τη Συρία.
Τέτοια είναι η «Πρωτοβουλία των Τεσσάρων Θαλασσών» που δημοσίευσε τον περασμένο Ιούνη το αμερικανικό «Ινστιτούτο New Lines», αναφερόμενο σε ένα δίκτυο που θα συνδέει Περσικό Κόλπο, Κασπία Θάλασσα, Μεσόγειο και Μαύρη Θάλασσα μέσω Συρίας και Τουρκίας, με νέες υποδομές που θα ενώνουν τον Περσικό με τη Μεσόγειο και το Ιράκ με τη Συρία.




























