Όσο και αν θέλουν να το ξεχνούν οι «κεντρώοι» υποστηρικτές του Κυριάκου Μητσοτάκη, αποτελεί σταθερά της πολιτικής του να κατεβαίνει στις εκλογές με επιθέσεις στους αντιπάλους του για τα εθνικά θέματα και μια πατριδοκάπηλη λογική. Το 2019 ήταν οι Πρέσπες. Στις πρώτες εκλογές του '23 ήταν τα εξοπλιστικά και το μεταναστευτικό, με την κατηγορία ότι η αξιωματική αντιπολίτευση ήταν «κόμμα-εθνική εξαίρεση» και πως για τον Αλέξη Τσίπρα «ο πατριωτισμός είναι ξένη λέξη». Στις δεύτερες εκλογές του '23 ήταν η Θράκη.
Τώρα, πίσω από τις φράσεις «ποιος θέλετε να σηκώσει το τηλέφωνο στις 3 το πρωί;» και «ποιος μπορεί να βγάλει ευρωπαϊκή προεδρία;» κρύβονται η θλιβερή κινδυνολογία του Φλωρίδη («αν η χώρα μείνει ακυβέρνητη, θα κάνουν ντου οι Τούρκοι») και οι κραυγές του Άδωνι (ότι η αριστερά θα δώσει στην Τουρκία αυτό που θέλει καταστρέφοντας τη συμμαχία με το Ισραήλ). Και, σίγουρα, όσο τα ελληνοτουρκικά μπαίνουν στο κέντρο της προεκλογικής ατζέντας, έπονται τα «καλύτερα».
Θα περίμενε κανείς οι οπαδοί της λεγόμενης «κοινής λογικής» να ψέξουν μια κυβέρνηση η οποία είναι τόσο γαντζωμένη στην εξουσία που δεν διστάζει να παίξει και το χαρτί της κρίσης στις ελληνοτουρκικές σχέσεις εάν γίνει το… ατύχημα και δεν επανεκλεγεί ο Κυριάκος Μητσοτάκης. Και όμως, σιωπή. Ούτε αποδοκιμασία από το λεγόμενο «ακραίο κέντρο», ούτε έστω μια προσχηματική καταδίκη του εθνικά επικίνδυνου λαϊκισμού των κυβερνητικών στελεχών.
Σημαντικό, όμως, είναι το γεγονός ότι ο Αλέξης Τσίπρας δεν έπεσε στην παγίδα του πολέμου λάσπης στον οποίο έχει επιδοθεί η κυβέρνηση. Στη ΔΕΘ φάνηκε να θέλει να αναδείξει ότι στην εξωτερική πολιτική υπάρχει μια μάχη κοσμοθεωριών μεταξύ εκείνου και του Κυριάκου Μητσοτάκη:
Πρώτον, τόνισε ότι ο Κ. Μητσοτάκης απέτυχε να αναβαθμίσει τη θέση της Ελλάδας την περίοδο των ήρεμων νερών, σε σύγκριση με τη ραγδαία αναβάθμιση της Τουρκίας, διότι ακολούθησε μια μονοδιάστατη εξωτερική πολιτική που τα έδινε όλα (έξι στρατιωτικές εγκαταστάσεις και την Αλεξανδρούπολη επ΄ αόριστον, βαρέα όπλα στην Ουκρανία, Patriot στη Σαουδική Αραβία), χωρίς να εξασφαλίζει τίποτα (κατάργηση EastMed, καμία στήριξη για Oruc Reis, τουρκολιβυκό, θαλάσσια πάρκα, ηλεκτρικό καλώδιο, στήριξη Ουκρανίας και ΗΠΑ στην Τουρκία με πώληση όπλων, ένταξη Σ. Αραβίας σε Συμφωνία Μέκκας). Αντιπαρέβαλε, δε, τόσο την πολυδιάστατη εξωτερική πολιτική που ακολούθησε ο ίδιος («όπως όλες οι κυβερνήσεις από το 1974») όσο και το όχι που είχε πει στον Μπάιντεν για πολυετή ανανέωση της Σούδας με τη στάση του «δεδομένου συμμάχου» και «κράτους πελάτη» Μητσοτάκη. Με λίγα λόγια, κατηγόρησε τον αντίπαλό του ότι αναζητά προστάτες αντί να οικοδομεί συμμαχίες. Με αποτέλεσμα της μονοδιάστατης αυτής πρόσδεσης στις ΗΠΑ και ειδικά στο Ισραήλ, αντί η Ελλάδα να είναι αυτή που διαμορφώνει σχήματα συνεργασίας στην περιοχή όπως στο παρελθόν, να τα καθιερώνει η Τουρκία.
Δεύτερον, κατηγόρησε τον Κ. Μητσοτάκη ότι απέτυχε την περίοδο των ήρεμων νερών να δεσμεύσει την Τουρκία σε διάλογο στη βάση του διεθνούς δικαίου για οριοθέτηση υφαλοκρηπίδας/ΑΟΖ στη Χάγη. Και αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία, διότι ο Αλέξης Τσίπρας είναι ο μόνος πολιτικός αρχηγός που ασκεί κριτική στην κυβέρνηση επειδή διέκοψε τις διερευνητικές, αλλά και τις συνομιλίες με την Τουρκία για οριοθέτηση ΑΟΖ/υφαλοκρηπίδας τον Δεκέμβριο του 2024. Τόνισε, δε, ρητά ότι η Ελλάδα πρέπει να αναζητήσει λύση με την Τουρκία στη βάση του διεθνούς δικαίου αντί να μετακυλίει προβλήματα στις επόμενες γενιές. Στο πλαίσιο αυτό, επιτέθηκε στον πρωθυπουργό επειδή δεν αξιοποίησε τις ευρωτουρκικές σχέσεις για να δεσμεύσει την Τουρκία στον διάλογο. Δεν αξιοποίησε ούτε το καρότο μιας ευρωτουρκικής οικονομικής συμφωνίας, ούτε το μαστίγιο των ευρωπαϊκών κυρώσεων που εξασφάλισε το 2019 ο ίδιος σε συντονισμό με την Κύπρο.
Τρίτον, ο Αλέξης Τσίπρας κατέστησε σαφές ότι, παράλληλα με την «ενεργητική διπλωματία επίλυσης προβλημάτων», χρειάζεται αποφασιστικότητα απέναντι στις τουρκικές απειλές στο πεδίο. Θυμίζει τη στάση του απέναντι στην είσοδο του Βarbaros στην άκρη της ελληνικής υφαλοκρηπίδας το 2018, σε αντίθεση με τη στάση της κυβέρνησης έναντι του Oruc Reis, που «το πήρε ο άνεμος» και έφτασε έξω από τη Ρόδο και το Καστελόριζο.
Τέταρτον, ο Αλέξης Τσίπρας άσκησε έντονη κριτική στον Πρωθυπουργό για τον τρόπο που χειρίστηκε και χειρίζεται το ζήτημα της επέκτασης των χωρικών υδάτων. Θύμισε πως, όταν ανακοίνωσε την επέκταση χωρικών υδάτων στο Ιόνιο τον Μάρτιο 2019, η ΝΔ –ειδικά μέσω του Άδωνι Γεωργιάδη, του Πλεύρη και του Συρίγου– τον κατηγόρησε ότι η τμηματική επέκταση σημαίνει υιοθέτηση των τουρκικών θέσεων και αναγνώριση «ειδικού καθεστώτος» στο Αιγαίο όπως θέλει η Τουρκία. Ενώ έναν χρόνο μετά ζητωκραύγαζαν όταν ανακοίνωσε το ίδιο μέτρο ο Μητσοτάκης.
Υπενθύμισε, δε, ότι έχει προτείνει από το 2021 να υπάρξει στρατηγική επέκτασης χωρικών υδάτων στα 12 ν.μ. στην Ανατολική Μεσόγειο και οριοθέτηση ΑΟΖ με όμορες χώρες. Τόνισε, ωστόσο, ότι η ως άνω επέκταση χωρικών υδάτων έπρεπε να έχει γίνει τόσα χρόνια που τη διαρρέει η Κυβέρνηση και σίγουρα δεν πρέπει «να γίνει ή να εξαγγελθεί στο πόδι πριν από τις εκλογές, στο πλαίσιο προεκλογικής εκμετάλλευσης από την κυβέρνηση» για να χρησιμοποιήσει ψηφοθηρικά άλλη μια φορά τα εθνικά θέματα.
Πέμπτον, ο Αλέξης Τσίπρας υπογράμμισε ότι η ΕΛΑΣ ακολουθεί την πολιτική της πλειοψηφίας των ευρωπαϊκών χωρών σε σχέση με το Ισραήλ. Θα αναγνώριζε το Παλαιστινιακό Κράτος και θα διεκδικούσε κυρώσεις εις βάρος του Ισραήλ. Δεν θα προσκαλούσε τον Νετανιάχου, διότι τότε θα έπρεπε να εφαρμοστεί το ένταλμα, ούτε θα τον συναντούσε όπως έκανε ο κ. Μητσοτάκης. Προσέθεσε ότι οι στρατηγικές μας σχέσεις με το Ισραήλ είναι μεν σημαντικές, ωστόσο θα πρέπει να επανεξετασθούν όσο συνεχίζεται η γενοκτονική πολιτική Νετανιάχου στη Γάζα.
Όσον αφορά δε την «Ασπίδα του Αχιλλέα», υπογράμμισε ότι ο ίδιος θα αναζητούσε κατ' αρχάς ευρωπαϊκά συστήματα για να καλυφθεί αυτή η ανάγκη, αλλά θα αγοράζονταν από το Ισραήλ μόνο εάν δεν μπορούσαν να εξασφαλισθούν από αλλού. Διαφοροποίησε, δε, την αγορά ενός αμυντικού συστήματος από το Ισραήλ με τη συνεργασία με τον Νετανιάχου.
Επανέλαβε, τέλος, την ανάγκη αποκλειστικής εξασφάλισης του πηγαίου κώδικα, επισημαίνοντας ότι αποτελεί ζήτημα εθνικής κυριαρχίας και όχι τεχνική λεπτομέρεια.




























