Υπάρχουν ορισμένες λέξεις που έχουν αποκτήσει τέτοια θέση στον πολιτικό λόγο, ώστε χρησιμοποιούνται σχεδόν αυτονόητα. Μία από αυτές είναι η «μεσαία τάξη».
Την επικαλούνται κυβερνήσεις, αντιπολιτεύσεις, οικονομικοί αναλυτές και πολιτικοί σχηματισμοί κάθε ιδεολογικής προέλευσης. Όλοι μιλούν για τη στήριξή της, την ανακούφισή της, τη φορολόγησή της ή την προστασία της. Κι όμως, όσο περισσότερο χρησιμοποιείται ο όρος, τόσο λιγότερο σαφές γίνεται ποιοι άνθρωποι βρίσκονται πραγματικά πίσω από αυτόν.
Ίσως γιατί η ελληνική κοινωνία έχει αλλάξει περισσότερο απ' όσο το πολιτικό της λεξιλόγιο.
Η Ελλάδα των προηγούμενων δεκαετιών δημιούργησε ένα ευρύ κοινωνικό στρώμα ανθρώπων που μπορούσαν, μέσα από την εργασία, την ιδιοκτησία και τη σταδιακή οικονομική τους βελτίωση, να αισθάνονται ότι η ζωή τους κινείται προς τα εμπρός. Η απόκτηση μιας κατοικίας, η δημιουργία οικογένειας, η δυνατότητα αποταμίευσης και η προσδοκία ότι τα παιδιά θα ζήσουν καλύτερα από τους γονείς τους αποτελούσαν κομμάτια μιας ευρύτερης κοινωνικής διαδρομής.
Αυτή η διαδρομή δεν είναι πλέον αυτονόητη.
Σήμερα, ένας άνθρωπος μπορεί να εργάζεται κανονικά, να διαθέτει επαγγελματική κατάρτιση και ένα αξιοπρεπές εισόδημα και παρ' όλα αυτά να αισθάνεται οικονομικά ευάλωτος. Η στέγαση, το κόστος της καθημερινότητας και η αβεβαιότητα για το μέλλον περιορίζουν την πραγματική του δυνατότητα να σχεδιάσει τη ζωή του.
Κάπου εδώ βρίσκεται και η μεγάλη αντίφαση.
Η πολιτική εξακολουθεί να μιλά για τη «μεσαία τάξη» σαν να πρόκειται για μια ενιαία και σταθερή κοινωνική ομάδα. Η πραγματικότητα, όμως, είναι πολύ πιο σύνθετη. Άλλες ανάγκες έχει ένας νέος εργαζόμενος που προσπαθεί να ανεξαρτητοποιηθεί, άλλες ένας μικρός επαγγελματίας, άλλες μια οικογένεια που προσπαθεί να διατηρήσει το επίπεδο ζωής της και άλλες ένα νοικοκυριό με σημαντική περιουσιακή ασφάλεια.
Το κοινό τους χαρακτηριστικό δεν είναι απαραίτητα η ίδια οικονομική θέση. Είναι περισσότερο η αίσθηση ότι η κοινωνική ασφάλεια που θεωρούνταν κάποτε δεδομένη δεν είναι πλέον αυτονόητη.
Κι αυτό δημιουργεί ένα βαθύτερο πολιτικό πρόβλημα.
Όταν η κοινωνική κινητικότητα περιορίζεται και η οικονομική ανασφάλεια διαχέεται σε όλο και περισσότερα στρώματα, η «μεσαία τάξη» παύει να είναι απλώς μια κοινωνιολογική κατηγορία. Μετατρέπεται σε πολιτικό σύμβολο: σε εκείνο το κομμάτι της κοινωνίας που όλοι θέλουν να πείσουν ότι προστατεύουν.
Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα της Γερμανίας, όπου η άνοδος της AfD αποτυπώνει και μια βαθύτερη κοινωνική δυσαρέσκεια. Στη Σαξονία-Άνχαλτ, η Ακροδεξιά κατέγραψε ιστορικά υψηλό ποσοστό, εξέλιξη που δεν μπορεί να αποσυνδεθεί από την περιφερειακή ανισότητα, τη συρρίκνωση της βιομηχανικής βάσης, την οικονομική ανασφάλεια και την αίσθηση ότι ένα μέρος της κοινωνίας έχει μείνει πίσω. Η παραδοσιακή πολιτική τάξη δυσκολεύεται να απαντήσει πειστικά στις αγωνίες της μεσαίας και εργαζόμενης τάξης, ενώ η Ακροδεξιά επιχειρεί να τις μετατρέψει σε πολιτική δύναμη, υποσχόμενη προστασία, εργασία και επιστροφή σε μια υποτιθέμενη κοινωνική ασφάλεια του παρελθόντος. Το γερμανικό παράδειγμα δείχνει έτσι ότι όταν η κοινωνική κινητικότητα περιορίζεται, η περιφερειακή και οικονομική ανισότητα διευρύνεται και η μεσαία τάξη αισθάνεται ότι χάνει το έδαφος κάτω από τα πόδια της, το κενό εκπροσώπησης μπορεί να γίνει πολιτικά επικίνδυνο.
Το ερώτημα, όμως, δεν είναι ποιος θα κερδίσει πολιτικά τη «μεσαία τάξη».
Το πραγματικό ερώτημα είναι αν εξακολουθούν να υπάρχουν οι κοινωνικές και οικονομικές προϋποθέσεις που επέτρεπαν σε τόσο μεγάλο μέρος του πληθυσμού να αισθάνεται ότι ανήκει σε αυτήν.
Γιατί μια κοινωνία δεν κρίνεται μόνο από το πόσοι άνθρωποι βρίσκονται σήμερα πάνω από ένα συγκεκριμένο εισοδηματικό όριο. Κρίνεται και από το αν ένας εργαζόμενος μπορεί να κοιτάζει το αύριο χωρίς να αισθάνεται ότι κάθε απρόβλεπτη δυσκολία μπορεί να ανατρέψει όσα με κόπο έχτισε.
Ίσως λοιπόν η συζήτηση για τη μεσαία τάξη χρειάζεται να ξεκινήσει από την αρχή.
Όχι από το ποιος θα την ψηφίσει.
Αλλά από το αν η οικονομία και η πολιτική μας εξακολουθούν να δημιουργούν τις συνθήκες για μια κοινωνία με πραγματικές δυνατότητες κοινωνικής ανόδου, ασφάλειας και αξιοπρεπούς ζωής.
Γιατί αν η «μεσαία τάξη» έχει γίνει πλέον περισσότερο εκλογικός στόχος παρά κοινωνική πραγματικότητα, τότε το πρόβλημα δεν βρίσκεται μόνο στον ορισμό της.
Βρίσκεται στην ίδια την κοινωνία που περιγράφουμε.
(Ο Λουκάς Ανδριτσόπουλος είναι Πολιτικός Επιστήμονας)



























