Τα ζητήματα εξωτερικής πολιτικής δεν είναι εκλογικώς αδιάφορα. Διαμορφώνουν το ειδικό βάρος κάθε πολιτικού πρωταγωνιστή και συχνά αντανακλούν τη συνολική αντίληψή του για τη χώρα και τον προσανατολισμό της. Ενώ σε περιόδους διεθνούς έντασης ή ανασφάλειας η εκλογική τους βαρύτητα αυξάνεται. Είναι διαπιστωμένο, ωστόσο, ότι οι εκλογές κατά κανόνα κρίνονται στα ζητήματα οικονομίας και εσωτερικής διακυβέρνησης, στη γενική αίσθηση για την πορεία της χώρας και της εκάστοτε κυβέρνησης, καθώς και στη σύγκριση των πολιτικών πρωταγωνιστών.
Αυτό ισχύει και στη χώρα μας. Η διαμόρφωση ευρύτερων συγκλίσεων σε σχέση με τον προσανατολισμό της χώρας δεν αναδεικνύει τα ζητήματα αυτά ως διαιρετική τομή. Το ότι μετά το 1974 καμία εκλογική αναμέτρηση δεν διεξήχθη στη σκιά μιας εθνικής τραγωδίας τα άφηνε πιο πίσω στο προεκλογικό διάλογο. Ενώ το ότι όλα τα κόμματα και όλοι οι πρωθυπουργοί που κυβέρνησαν ακολούθησαν (άλλοι εξ αρχής, άλλοι στην πορεία) πάνωκάτω την ίδια γραμμή σε σχέση με τον προσανατολισμό της χώρας ή τα ελληνοτουρκικά έχει δημιουργήσει ένα πλαίσιο που δεν αφήνει πολλά –και κυρίως πειστικά– περιθώρια διαφοροποίησης στα ζητήματα αυτά. Το γεγονός δε ότι πολλοί από όσους πλειοδοτούσαν ως αντιπολίτευση άλλαξαν τροπάριο όταν ανέλαβαν την κυβέρνηση ή αντιστρόφως δεν περνάει απαρατήρητο από την πλειονότητα των ψηφοφόρων.
Η εκλογική ιστορία επιβεβαιώνει τον παραπάνω ισχυρισμό. Το πιο πρόσφατο ζήτημα, η συμφωνία των Πρεσπών, είχε εν τέλει περιορισμένη εκλογική επιρροή στις εκλογές του 2019. Η δημοσκοπική διαφορά υπέρ της Ν.Δ. είχε διευρυνθεί και παγιωθεί από τις αρχές του 2017, πολύ πριν από την υπογραφή ή την επικύρωση της συμφωνίας. Η πτώση του ΣΥΡΙΖΑ στους νομούς της Μακεδονίας ήταν ελαφρώς και όχι καθοριστικά μεγαλύτερη σε σχέση με την πανελλαδική τάση του (5%-6% μεσοσταθμικά στη Μακεδονία και 4% πανελλαδικά). Οι ΑΝΕΛ, παρά τη διαφοροποίηση και αποχώρησή τους από την κυβέρνηση Τσίπρα, εξαϋλώθηκαν. Ενώ το Ποτάμι, χάρη στο οποίο πέρασε η συμφωνία, δεν καρπώθηκε το παραμικρό από όσους (μη αριστερούς ψηφοφόρους) ήταν υπέρ της συμφωνίας.
Παλαιότερα, η κρίση των Ιμίων τον Ιανουάριο 1996 δεν εμπόδισε τον Κώστα Σημίτη να κερδίσει τις εκλογές λίγους μήνες μετά. Ούτε η υπόθεση Οτσαλάν τον Φεβρουάριο 1999 να κερδίσει τις εθνικές εκλογές ένα χρόνο αργότερα. Η αρνητική αξιολόγηση των τότε κυβερνητικών χειρισμών δεν ανέτρεψε τις γενικότερες τάσεις.
Μόνη εξαίρεση ήταν ίσως οι εκλογές του 1993, όταν η σύγκρουση γύρω από το Μακεδονικό έβαλε την τότε κυβέρνηση της Ν.Δ., από τα μέσα της θητείας της, σε μια παρατεταμένη περιδίνηση που οδήγησε μέχρι την πτώση της. Δεν ήταν ασφαλώς το Μακεδονικό ο μόνος λόγος της ήττας της, συνέβαλε όμως καταλυτικά στη διαμόρφωση ενός αρνητικού για εκείνη πολιτικού περιβάλλοντος.
Παρά τη γενική αυτή παραδοχή, παρά τις συγκλίσεις που υπάρχουν –ανάμεσα στα κεντρικά τουλάχιστον κόμματα της πολιτικής μας ζωής– και παρά τα πεπραγμένα όσων έχουν κυβερνήσει, ο πειρασμός τού να προτάσσονται στην ατζέντα τα ζητήματα εξωτερικής πολιτικής είναι μεγάλος.
Ενίοτε δε και του δημαγωγικού λαϊκισμού με επίκεντρο αυτά. Οχι μόνο λόγω της ανελέητης φύσης του πολιτικού ανταγωνισμού, αλλά και επειδή εγείρουν έντονα συναισθήματα και προσφέρονται για ανέξοδη ρητορική. Και αυτό ακριβώς εγκυμονεί κινδύνους, καθώς οι συναισθηματικές φορτίσεις και η πλειοδοσία δεν συνάδουν με τον ρεαλισμό που (οφείλει να) διέπει τις διεθνείς σχέσεις. Μπορεί, συνεπώς, η μεταφορά της αντιπαράθεσης στην εξωτερική πολιτική να μη διαμορφώνει απολύτως το εκλογικό αποτέλεσμα, διαμορφώνει όμως την κοινή γνώμη και αυτή επηρεάζει την άσκηση της εξωτερικής πολιτικής.
Στη σημερινή συγκυρία τα ζητήματα εξωτερικής πολιτικής δεν φαίνονται ικανά να επηρεάσουν καταλυτικά τους εκλογικούς συσχετισμούς. Η εικόνα της κυβέρνησης στον τομέα αυτό είναι κάπως καλύτερη από τη συνολική αξιολόγησή της, παρότι η κριτική εις βάρος της έχει ενταθεί, κυρίως από τα «δεξιά» της. Δεν είναι όμως τόσο καλή ώστε να αποτελέσει ικανό αντίβαρο απέναντι στα στοιχεία που προκαλούν τη φθορά της, αλλά σίγουρα καλύτερη από όσο θα επέτρεπε στους αντιπάλους της να το αναδείξουν σε βασικό σημείο κριτικής.
Τα μεγαλύτερα κόμματα της αντιπολίτευσης εξάλλου (ΕΛΑΣ, ΠΑΣΟΚ) υστερούν συγκριτικά στον τομέα αυτό, ενώ τα μικρότερα ή νεοεμφανιζόμενα κόμματα που υπερθεματίζουν στη διαμόρφωση ενός αρνητικού κλίματος δεν διευκολύνονται ούτε από τα πεπραγμένα τους ούτε από τη συγκυρία, καθώς ούτε η γενικευμένη αίσθηση κάποιας εθνικής αποτυχίας υπάρχει ούτε κάποιο πιεστικό ζήτημα που η διευθέτησή του θα μπορούσε να προκαλέσει εξελίξεις.
Οσο λοιπόν και αν τα ζητήματα εξωτερικής πολιτικής έχουν τη δική τους βαρύτητα, η εμπειρία δείχνει ότι οι πολιτικές εξελίξεις καθορίζονται κυρίως από τα ζητήματα εσωτερικής διακυβέρνησης. Τα κόμματα (κυβέρνησης ή αντιπολίτευσης) που θα επένδυαν υπέρμετρα σε αυτά δύσκολα θα έβρισκαν πρόσφορο έδαφος για τη στρατηγική τους.
(O Ευτύχης Βαρδουλάκης είναι σύμβουλος στρατηγικής και επικοινωνίας- Το άρθρο αποτελεί αναδημοσίευση από την εφημερίδα «Η Καθημερινή» της Κυριακής)






























