Κλείνει πια αυτό το καλοκαίρι και το πολιτικό σκηνικό που στάθηκε υποφωτισμένο τον Αύγουστο έρχεται μέσα στη γνωστή και βαριά συμβατικότητά του να ανοίξει αυλαία. Όσο ποτέ ίσως η έννοια του σκηνικού δεν είχε τόση αξία, όσο τις μέρες αυτές, παραμονές του Σεπτέμβρη, που η σκηνοθετική επιμέλεια έχει ιδιαίτερες απαιτήσεις εικόνας και περιεχομένου, εν όψει της εκλογικής αναμέτρησης που έρχεται. Προσπερνώντας την υψηλή προσωρινότητα των εντυπώσεων της ΔΕΘ, σύντομα όλοι και όλα θα συναντηθούν με την ήδη διαμορφωμένη στο χρόνο, στην διαδρομή αυτών των οκτώ χρόνων διακυβέρνησης, κοινωνική πραγματικότητα, που ως ατομική εμπειρία πια, αγνοεί συνειδητά σκηνοθετημένες εκδηλώσεις και επικοινωνιακούς σταθμούς ανακεφαλαίωσης και νέας αφετηρίας.
Έχει ήδη στις μέρες που πολιτικά διανύουμε εγκατασταθεί στο χρόνο μια απόσταση, απόσταση μεγάλη, σχεδόν χάσμα, μεταξύ εκλεγμένων αντιπροσώπων και κοινωνικού σώματος. Δεν έχει, αυτό που συχνά νομίζουμε, μόνο πολιτικά χαρακτηριστικά. Συμφωνία ή διαφωνία, αδιαφορία ή άρνηση συμμετοχής. Έχει χαρακτηριστικά ψυχικής και πνευματικής έντασης. Το μέρος εκείνο του κοινωνικού σώματος – δεν υπάρχει ενιαίο κοινωνικό σώμα – που αντιλαμβάνεται είτε βιωματικά είτε με όπλο έναν εξοπλισμό κατανόησης αυτή τη συνθήκη αποξένωσης, μιλάει με μεγαλύτερη σαφήνεια για αυτό που βρίσκεται σε εξέλιξη ως συνθήκη εξουσίας, ως σχεδιασμός κυριαρχίας και ως σχέδιο συμμόρφωσης και υποταγής στην αναγκαιότητα, όπως αυτή γίνεται αντικείμενο επίκλησης από το κυβερνών κόμμα.
Σε ένα τέτοιο περιβάλλον περιορισμένου ενδιαφέροντος και προσοχής, επιστρέφει, λίγες ώρες πριν μπει ο Σεπτέμβρης, η τρέχουσα κομματική αντιπαράθεση. Μοιάζει μάταιο, όσο και να προσπαθεί η αντιπολίτευση, να περιμένεις κάποια πρωτοτυπία στα επιχειρήματα, στο λόγο και στο ύφος. Η παρακμή ως συνθήκη είναι πάντα μια επανάληψη, μια κίνηση γύρω από τα γνωστά και τα ίδια. Αυτό ευνοεί την παράταξη στην εξουσία, αφού αυτή η στασιμότητα στη σύγκρουση της επιτρέπει να ορίζει ευκολότερα τα πράγματα και να ισχυρίζεται ότι θα είναι ο τελικός κριτής τους.
Ο χρόνος που μεσολάβησε έχει πετύχει ό,τι θα μπορούσε να πετύχει, είτε ως πειστικότητα υπέρ της κυβερνητικής εξουσίας είτε ως συντελεστής συνειδητοποίησης αυτού που πολιτικά και κοινωνικά συντελείται στη χώρα. Όλα έχουν κριθεί. Ο χρόνος που απομένει ως την μέρα της κάλπης, όταν έρθει η ώρα της, θα είναι ελάχιστα χρήσιμος για τις πολιτικές δυνάμεις, αφού, κατά την εκτίμησή μου, οι πεποιθήσεις που δοκιμάστηκαν αυτή την οκταετία, οι επιλογές και οι αποφάσεις που διαμορφώθηκαν στη διάρκεια έχουν ήδη, για το συντριπτικό μέρος των πολιτών που θα προσέλθουν στην κάλπη, ληφθεί. Θα μεσολαβήσει ένα άπρακτος χρόνος ως τις εκλογές. Το κύριο είναι σήμερα ότι μέσα σε αυτή την ψυχολογική συνθήκη προσμονής της κάλπης, μια αναμονή με υπομονή, συναίσθηση και για πολλούς με επίγνωση, θα κυλήσουν οι πολιτικές ημέρες ως την κάλπη, με τη γνωστή προεκλογική ένταση να δίνει χρώμα και να επιχειρεί να χτίσει την εικόνα μιας κρίσιμης σύγκρουσης, με τις υπερβολές στο λόγο που συναντάμε, όταν όλα έχουν πάρει το δρόμο τους.
Περιμένοντας με υπομονή την κάλπη οι πολίτες διαισθάνονται, βλέπουν, συμπεραίνουν ότι θα υπάρξει και μια δεύτερη. Το βράδυ της πρώτης εκείνης Κυριακής θα κριθεί το βάθος της συνειδητοποίησης, που και το βάθος και το εύρος του θα δίνουν στην δεύτερη κάλπη μια διάσταση καμπής. Τότε θα φανεί το κενό του άπρακτου χρόνου και όλα εξαίφνης θα επιταχυνθούν. Η σημερινή συνθήκη έχει φτάσει στο τέλος της.
(Ο Λευτέρης Κουσούλης είναι πολιτικός επιστήμονας- Το άρθρο αποτελεί αναδημοσίευση από την εφημερίδα "Τα Νέα Σαββατοκύριακο")






























