Η πραγματική πολιτική δεν ασκείται πίσω από ερμητικά κλειστές πόρτες. Δεν εξαντλείται σε κομματικούς συσχετισμούς, εσωκομματικές διευθετήσεις, επικοινωνιακούς σχεδιασμούς και αποφάσεις που λαμβάνονται ερήμην εκείνων τους οποίους υποτίθεται ότι αφορούν.
Η κοινωνία δεν είναι ο απλός παρατηρητής, ούτε ο τελικός αποδέκτης ετοιμοπαράδοτων αποφάσεων. Είναι η αφετηρία κάθε σοβαρής πολιτικής πρωτοβουλίας. Είναι ο ζωντανός οργανισμός μέσα στον οποίο δοκιμάζονται καθημερινά οι πολιτικές, οι νόμοι και οι μεταρρυθμίσεις. Και εδώ ακριβώς βρίσκεται το μεγάλο πρόβλημα της εποχής μας, η απόσταση ανάμεσα στην πολιτική και την πραγματική ζωή.
Όταν οι σχεδιασμοί αποκόπτονται από την καθημερινότητα των πολιτών, όταν οι αποφάσεις λαμβάνονται σε κλειστά γραφεία και στη συνέχεια παρουσιάζονται ως «μεταρρυθμίσεις», το αποτέλεσμα είναι σχεδόν προδιαγεγραμμένο. Θεσμοί αποκομμένοι από την πραγματικότητα, πολιτικές χωρίς κοινωνική νομιμοποίηση και μεταρρυθμίσεις που αποτυγχάνουν όταν συναντούν το πραγματικό πεδίο. Γιατί άλλο είναι να σχεδιάζεις για την κοινωνία και άλλο να σχεδιάζεις μαζί με την κοινωνία.
Η ισχύς μιας πολιτικής πρότασης δεν μετριέται από το πόσο καλά διατυπώνεται σε ένα κομματικό κείμενο, ούτε από το πόσο εύκολα μπορεί να μετατραπεί σε σύνθημα. Μετριέται από το κατά πόσο απαντά σε μια πραγματική ανάγκη. Από το εάν μπορεί να αλλάξει μια ζωή, να λύσει ένα πρόβλημα, να δημιουργήσει προοπτική.
Η ουσιαστική επαφή με τους πολίτες και τους παραγωγικούς φορείς απαιτεί πρώτα απ' όλα μια ριζική αλλαγή πολιτικής κουλτούρας. Να μάθουμε να ακούμε πριν μιλήσουμε.
Να πάμε στις γειτονιές, στα χωριά, στους χώρους εργασίας, στις μικρές και μεγάλες επιχειρήσεις, στην αγροτική παραγωγή, στα πανεπιστήμια, στους επιστημονικούς και επαγγελματικούς φορείς. Να ακούσουμε τον εργαζόμενο που δεν βγάζει τον μήνα. Τον μικρό επαγγελματία που ασφυκτιά από το κόστος λειτουργίας και τη φορολογία. Τον αγρότη που βλέπει το κόστος παραγωγής να αυξάνεται και το εισόδημά του να συρρικνώνεται. Τον νέο άνθρωπο που εργάζεται αλλά δεν μπορεί να δημιουργήσει μια ανεξάρτητη ζωή. Τον ενοικιαστή που διαθέτει δυσανάλογο μέρος του εισοδήματός του για στέγαση.
Τον συνταξιούχο που αναγκάζεται να υπολογίζει ακόμη και τα βασικά έξοδα του μήνα. Τον επιστήμονα που βλέπει τις γνώσεις και τις δυνατότητές του να μην αξιοποιούνται. Αυτές οι φωνές δεν είναι «δεδομένα» για μια πολιτική έκθεση. Είναι η ίδια η πολιτική πραγματικότητα. Η καταγραφή των προβλημάτων, των αγωνιών και των προτάσεων της βάσης δεν μπορεί να αποτελεί μια τυπική διαδικασία δημοσίων σχέσεων, μια περιοδεία για τις φωτογραφίες ή μια προσχηματική διαβούλευση όπου όλα έχουν ήδη αποφασιστεί. Διαβούλευση δεν σημαίνει ενημερώνω αλλά ακούω. Συμμετοχή δεν σημαίνει χειροκροτώ, σημαίνει συνδιαμορφώνω.
Από την πολιτική της ανάθεσης περνάμε στην πολιτική της συμμετοχής. Για δεκαετίες καλλιεργήθηκε η αντίληψη ότι ο πολίτης ψηφίζει και στη συνέχεια παραδίδει την πολιτική εξουσία στους «ειδικούς». Αυτό το μοντέλο έχει εξαντληθεί. Η δημοκρατία δεν μπορεί να περιορίζεται στην ημέρα των εκλογών. Η πολιτική εκπροσώπηση δεν μπορεί να σημαίνει λευκή επιταγή. Και η κοινωνία δεν μπορεί να θυμάται το πολιτικό σύστημα μόνο όταν ζητείται η ψήφος της. Χρειαζόμαστε μια νέα σχέση πολιτικής και κοινωνίας. Μια σχέση διαρκούς επικοινωνίας, λογοδοσίας και συμμετοχής.
Οι πολίτες πρέπει να έχουν λόγο στη διαμόρφωση των πολιτικών που τους αφορούν. Οι τοπικές κοινωνίες πρέπει να συμμετέχουν στον σχεδιασμό των αναπτυξιακών προτεραιοτήτων τους. Οι εργαζόμενοι και οι παραγωγικοί φορείς πρέπει να έχουν ουσιαστικό ρόλο στις πολιτικές για την εργασία και την παραγωγή. Η επιστημονική γνώση πρέπει να συναντά την κοινωνική εμπειρία. Γιατί η πολιτική γνώση δεν βρίσκεται μόνο στα υπουργεία, στα κομματικά επιτελεία και στα think tanks.Βρίσκεται και στο πεδίο.
Εκεί όπου ένας άνθρωπος αντιμετωπίζει καθημερινά ένα πρόβλημα, συχνά γνωρίζει πολύ καλύτερα από οποιονδήποτε γραφειοκράτη γιατί μια πολιτική δεν λειτουργεί. Η συνδιαμόρφωση δεν είναι σύνθημα. Συνδιαμόρφωση σημαίνει συνευθύνη. Σημαίνει ότι δεν προσέρχεσαι στην κοινωνία με έτοιμα δόγματα και προκατασκευασμένες λύσεις, αλλά με διάθεση να αναμετρηθείς με την πραγματικότητα. Σημαίνει ότι η πολιτική πρόταση γεννιέται μέσα από έναν ανοιχτό διάλογο, από την επιστημονική τεκμηρίωση, την κοινωνική εμπειρία και τη δημοκρατική συμμετοχή. Όποιος ζητά την εμπιστοσύνη της κοινωνίας πρέπει να είναι έτοιμος να λογοδοτήσει σε αυτήν.
Δεν μπορείς να ζητάς από την κοινωνία να εμπιστευθεί πολιτικές τις οποίες, δεν συζητάς μαζί της και δεν της επιτρέπεις να επηρεάσει. Η εμπιστοσύνη δεν απαιτείται αλλά κατακτάται. Κατακτάται όταν οι πολίτες βλέπουν ότι η γνώμη τους έχει αποτέλεσμα. Όταν οι προτάσεις τους ενσωματώνονται στις πολιτικές αποφάσεις. Όταν υπάρχει συνέχεια ανάμεσα σε αυτά που λέγονται και σε αυτά που πράττονται. Η πολιτική πρέπει να επιστρέψει εκεί όπου ανήκει.
Το ζητούμενο δεν είναι μια ακόμη επικοινωνιακή ανανέωση της πολιτικής. Δεν χρειαζόμαστε περισσότερα συνθήματα, περισσότερα πάνελ και περισσότερες παρουσιάσεις. Χρειαζόμαστε περισσότερη κοινωνία μέσα στην πολιτική. Χρειαζόμαστε θεσμούς που να λειτουργούν με διαφάνεια, μηχανισμούς ουσιαστικής διαβούλευσης, ανοιχτές διαδικασίες λογοδοσίας και πολιτικές που να αξιολογούνται με βάση το πραγματικό κοινωνικό τους αποτέλεσμα.
Κάθε μεγάλη πολιτική επιλογή πρέπει να περνά από ένα απλό αλλά κρίσιμο ερώτημα. Ποιο πρόβλημα της κοινωνίας λύνει; Ποιους αφορά; Ποιο είναι το κόστος; Ποιο είναι το όφελος; Και κυρίως, τι λένε οι ίδιοι οι άνθρωποι που θα την αντιμετωπίσουν στην πράξη;
Αυτή είναι η διαφορά ανάμεσα στην πολιτική ως διαχείριση και την πολιτική ως δημοκρατική αλλαγή. Η κοινωνία δεν χρειάζεται πολιτικούς που απλώς μιλούν εξ ονόματός της. Χρειάζεται πολιτικούς που ακούν, συνθέτουν, λογοδοτούν και πράττουν μαζί της. Γιατί μια πολιτική που σχεδιάζεται χωρίς την κοινωνία μπορεί να είναι τεχνικά άρτια και πολιτικά αποτυχημένη.
Αντίθετα, μια πολιτική που γεννιέται από τις πραγματικές ανάγκες των ανθρώπων, τεκμηριώνεται επιστημονικά και συνδιαμορφώνεται δημοκρατικά μπορεί να αποκτήσει κάτι πολύ πιο σημαντικό από την πρόσκαιρη πολιτική επικαιρότητα, να αποκτήσει κοινωνική νομιμοποίηση, αντοχή και διάρκεια.
Η εποχή των αποφάσεων «για εμάς χωρίς εμάς» πρέπει να τελειώσει. Η πολιτική πρέπει να ξαναβρεί την κοινωνία. Να βγει από τα κλειστά γραφεία και να επιστρέψει στον δρόμο, στον χώρο εργασίας, στη γειτονιά, στο χωριό, στην παραγωγή, στην επιστήμη, στην καθημερινότητα. Να ακούσει πριν αποφασίσει ,να τεκμηριώσει πριν εξαγγείλει να συνδιαμορφώσει πριν επιβάλει. Και να λογοδοτήσει όταν αποτύχει.
Πρώτα η κοινωνία και οι άνθρωποι. Όχι ως επικοινωνιακό σύνθημα, αλλά ως πολιτική αρχή. Γιατί χωρίς κοινωνία η πολιτική γίνεται μηχανισμός εξουσίας. Με την κοινωνία μπορεί να γίνει ξανά εργαλείο δημοκρατίας, δικαιοσύνης και πραγματικής αλλαγής.
(Η Ιωάννα Λιούτα είναι πολιτική και οικονομική αναλύτρια)






























