Το καλοκαίρι μετράει τις τελευταίες του ανάσες. Παλιότερα το τέλος του ερχόταν με γλυκόπικρούς απολογισμούς - το θέρος μετριόταν με μπάνια, ταξίδια, έρωτες και παγωτά. Σήμερα, ακόμα και για όσους κατάφεραν να αποδράσουν για λίγες μέρες από τις πόλεις, μετριέται με λογαριασμούς, καύσιμα στα ύψη και την αδάμαστη ακρίβεια επάνω από τα κεφάλια μας. Για άλλη μια χρονιά μοιάζει να μπαίνουμε στον χειμώνα χωρίς δίχτυ ασφαλείας, παρόλο που σε λίγες μέρες στην ΔΕΘ μια άλλη «πραγματικότητα» θα ξεδιπλωθεί μπροστά στις κάμερες, όταν ο πρωθυπουργός θα κάνει την καθιερωμένη εμφάνισή του.
Για εκείνους που η καθημερινότητά τους δεν αλλάζει με την κατάκτηση των επενδυτικών βαθμίδων. Για αυτούς που σε λίγες μέρες θα επιστρέψουν από μια άγρια τουριστική σεζόν. Για όσους ψάχνουν για δουλειά. Για όσους αναζητούν σπίτι. Για όσους κυνηγούν την πιο φθηνή προσφορά στα σούπερ μάρκετ για να ταΐσουν τα παιδιά. Για τους πολλούς δηλαδή, το φθινόπωρο έρχεται με ορμή – καταπάνω τους. Πως είναι να ζεις χωρίς δίχτυ ασφαλείας; Και τι σημαίνει αυτό για τον καθένα μας, την κοινωνία μας και το πολιτικό σύστημα;
Σχεδόν όλοι πια ξέρουμε τι σημαίνει παρατεταμένο στρες – η κορτιζόλη πλημμυρίζει το σώμα, ο εγκέφαλος βρίσκεται στο διαρκές δίλλημα της πάλης ή της φυγής, ο τρόπος που σκεφτόμαστε μοιάζει να εγκλωβίζεται σε ένα τούνελ; Όλα περιστρέφονται αναγκαστικά γύρω από το συγκεκριμένο πρόβλημα. Να πληρωθούν τα κοινόχρηστα ή τα σχολικά των παιδιών; Να δεχτούμε μια ακόμα αύξηση στο νοίκι ή να ψάξουμε για άλλο σπίτι; Να μείνουμε στη δουλειά παρά τις απλήρωτες υπερωρίες ή να βγούμε ξανά στην Άγρια Δύση της αγοράς εργασίας; Με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, το οικονομικό τραύμα είναι ενεργό στους περισσότερους και μοιάζει να λείπει το πρώτο συστατικό για την επούλωσή του: η στοιχειώδης έστω αίσθηση ασφάλειας.
Ή, όπως λέει ο Γιάννης, «αυτό το ελάχιστο στέρεο έδαφος». Αυτό για εκείνον θα ήταν «μια δουλειά με αξιοπρεπείς όρους και προοπτική – κυρίως μια δουλειά που δεν θα χρειαζόταν να κάνω κι άλλες δύο εναλλάξ για να τα βγάλω πέρα». Για την Ελένη θα ήταν «μια δουλειά σε μόνιμη βάση, κάτι που θα με βγάλει από το άγχος να κυνηγάω τη μια σύμβαση μετά την άλλη». Για την Δήμητρα «να μπω στον εξωδικαστικό και να μην με κυνηγάει το χρέος που έχω για το σπίτι». Για τον Μάνο «να μπορέσω να φύγω κάποια στιγμή από τη χώρα μαζί με την κοπελιά μου». Και για τον Άκη «να μην μου ζητήσει τον ουρανό με τα άστρα ο ιδιοκτήτης τον Οκτώβριο, όταν λήγει το ενοικιοστάσιό μου».
Εξαντλημένοι πριν καν πατήσουν τα 40, οι νέοι άνθρωποι στην Ελλάδα ακροβατούν χωρίς κανένα πυλώνα ασφαλείας από εκείνους που λειτουργούσαν παλιότερα. Με το κοινωνικό κράτος σε συνεχή υποχώρηση. Με τα εργασιακά δικαιώματα σε ασφυξία. Με τις οικογένειες «στεγνωμένες» από οικονομικά αποθεματικά. Με δουλειές επισφαλείς και, συνήθως, κακοπληρωμένες. Με την στέγη στοιχείο πολυτελείας. Με τις συλλογικότητες και τον συνδικαλισμό σε υποχώρηση. Σε μια διαρκή ακροβασία ανάμεσα στην πραγματικότητα και την επιθυμία τους, οι νέοι άνθρωποι αναγκάζονται να γίνουν ακροβάτες στο κενό.
Όχι μονάχα οι νέοι – αν και για εκείνους που τα φτερά τους πριονίζονται πριν καν πετάξουν μοιάζει ακόμα ακόμα πιο πικρό – αλλά ολοένα και περισσότεροι άνθρωποι γύρω μας μοιάζει να ζουν χωρίς δίχτυ ασφαλείας. Τι δείχνει σχετικά η έρευνα για την Ελλάδα; Πρόκειται για ευάλωτες ομάδες ή μήπως ολοένα και περισσότεροι «γλιστράμε» σε θέσεις ευαλωτότητας, ρωτάμε τον Καθηγητή και Πρόεδρο του τμήματος Κοινωνικής Εργασίας του ΠΑΔΑ, Βασίλη Ιωακειμίδη. «Η «ευαλωτότητα» παρουσιάζεται συνήθως σαν ιδιότητα ορισμένων ανθρώπων. Ως ένα επίκτητο χαρακτηριστικό που κάποιοι άνθρωποι διαθέτουν και κάποιοι όχι. Με αυτόν τον τρόπο ένα ταξικό ζήτημα μεταμφιέζεται σε ατομικό γνώρισμα», ξεκινά ο Ιωακειμίδης για να τονίσει: «το πόσο εκτίθεται κανείς στην αντιξοότητα και το αν έχει τα μέσα να την αντιμετωπίσει εξαρτώνται από την κοινωνική τάξη, τις κοινωνικές σχέσεις, το εισόδημα, το φύλο και από τα δικαιώματα στα οποία έχει πραγματική πρόσβαση. Για παράδειγμα, ένας απρόσμενα αυξημένος λογαριασμός ρεύματος που θα μπορούσε, σε συνθήκες σταθερότητας να απορροφηθεί, για έναν επισφαλώς εργαζόμενο μπορεί να αποτελέσει την αρχή μιας πολυεπίπεδης κατάρρευσης».
Σύμφωνα με την Eurostat ο μισός ελληνικός πληθυσμός δεν είναι σε θέση να καλύψει ένα έκτακτο έξοδο των 500 ευρώ.
«Η επισφάλεια αγγίζει όλες τις ηλικίες και δημιουργεί ένα πλέγμα αντιξοότητας που για το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού φαντάζει αδιαπέραστο», αναφέρει ο Ιωακριμίδης τονίζοντας πως «στις ηλικίες 18-35 αυτό το πλέγμα αντιξοότητας συνδυασμένο με την ψυχική δυσφορία που αυτό προκαλεί τείνει να πάρει χαρακτηριστικά διαμορφωτικά και ταυτοτικά για μια ολόκληρη γενιά καθώς η έννοια «προσωρινής επισφάλειας» στην αρχή του εργασιακού βίου, μετατρέπεται σε μόνιμο, σχεδόν αναπόδραστο εργασιακό και ψυχοκοινωνικό ορίζοντα.
»Η κρίση της προηγούμενης δεκαετίας που οδήγησε στην ταξική μετακύλιση του κόστους της κρίσης από το κεφάλαιο στην εργασία, συντέλεσε στην συγκρότηση μιας συνθήκης μόνιμης προσωρινότητας όπου η υπόσχεση πως «κάποια στιγμή θα βγούμε από το τούνελ της επισφάλειας» μετατράπηκε στην βιωμένη, ατομική εμπειρία του «συνήθισε το τούνελ σου, γιατί το σκοτάδι φαίνεται να μην έχει τέλος».
»Σε λίγες μέρες, στη ΔΕΘ, θα ακούσουμε ξανά ότι η χώρα βγήκε οριστικά από το καθεστώς εξαίρεσης και επιτήρησης. Για την πλειοψηφία όμως, η έξοδος από την κρίση δεν κρίνεται από την επενδυτική βαθμίδα της χώρας αλλά από το αν ένας νέος μπορεί να φύγει από το πατρικό του ή ένα νέο ζευγάρι να κάνει οικογένεια. Απέναντι σε αυτή τη δομική ανασφάλεια η κυβέρνηση απαντά (και θα απαντήσει ξανά) με vouchers και Youth Passes παγιώνοντας την αντίληψη πως δεν υφίστανται πια καθολικά κοινωνικά δικαιώματα και συλλογικό δίχτυ ασφαλείας και αξιοπρέπειας, αλλά ένας μηχανισμός ιεράρχησης των θυμάτων της κοινωνικής βίας και αξιολόγησης των «βαθμίδων ευαλωτότητας» ώστε να κριθεί ποιοι τελικά θα λάβουν μέρισμα από τα αποσπασματικά μέτρα ανακούφισης».
Ο Αντώνης Γαλανόπουλος είναι Διδάκτωρ Πολιτικών Επιστημών, ερευνητής και project coordinator στο Ινστιτούτο Eteron, που πρόσφατα παρουσίασε μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα έρευνα για την οικονομική δικαιοσύνη. Σύμφωνα με τα ερευνητικά δεδομένα, στην κοινωνία μας επικρατεί ένα γενικευμένο και διάχυτο αίσθημα αδικίας και ανισότητας. «Οι ανισότητες λαμβάνουν ποικίλες μορφές σε κάθε υποκείμενο, και δεν πρέπει να αγνοούμε περιπτώσεις όπως οι έμφυλες ανισότητες, αλλά την ίδια ώρα υπάρχει μια κοινή συλλογική αίσθηση αδικίας που σχετίζεται με την άνιση κατανομή του πλούτου και την εκτίμηση πως υπάρχει κρατική εύνοια υπέρ των μεγάλων επιχειρήσεων», λέει ο Γαλανόπουλος. «Τα δύο αυτά ζητήματα οξύνονται ακόμα περισσότερο στην περίοδο που διανύουμε με την κρίση κόστους ζωής και την καθημερινή ακρίβεια (ενέργεια, σούπερ μάρκετ κτλ)».
• 80,4% των πολιτών θεωρούν την χώρα μας άδικη.
• 88,1% εκτιμούν ότι οι ανισότητες μεταξύ των κοινωνικών τάξεων είναι αρκετά και πολύ σημαντικές.
• 84% πιστεύουν οι αδικίες στην Ελλάδα είναι μεγαλύτερες σε σύγκριση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες.
• Οι χαμηλοί μισθοί που δεν εξασφαλίζουν μια αξιοπρεπή διαβίωση είναι το σημαντικότερο πρόβλημα που εντοπίζουν οι πολίτες. Η θέση αυτή εντοπίζεται σε ποσοστό 65% στις λεγόμενες παραγωγικές ηλικίες (35-54 ετών) και σε ποσοστό 60% στις πιο νεανικές ηλικίες (17-34 ετών) που ζουν συχνότερα σε συνθήκες εργασιακής επισφάλειας.
Ο Ιωακειμίδης επικαλείται τη διεθνή βιβλιογραφία η οποία καταγράφει σοβαρή επιδείνωση της ψυχικής υγείας των νέων και τον τρόπο που αυτή συνδέεται με την επισφάλεια και την κοινωνική ανισότητα. Ειδικότερα, όπως εξηγεί, η πρόσφατη έρευνα PLOS One, με δεδομένα από 44 χώρες, δείχνει ότι η ψυχική δυσφορία πλήττει πλέον περισσότερο τις νεότερες ηλικίες, ανατρέποντας δεδομένα δεκαετιών που έδειχναν πως η ψυχική δυσφορία είναι εντονότερη κατά την μέση ηλικία.
«Αυτή είναι η πραγματικότητα μιας γενιάς που μεγάλωσε με την υπόσχεση ότι η εκπαίδευση οδηγεί στην κοινωνική κινητικότητα, αλλά, παρά τα περισσότερα προσόντα της, βρίσκεται αντιμέτωπη με χαμηλότερους μισθούς και λιγότερες προοπτικές από εκείνες που είχαν οι γονείς της», υπογραμμίζει ο Ιωακειμίδης. Εδώ βρίσκεται η βαθύτερη διάσταση, αυτό που ο Μαρξ ονόμαζε αλλοτρίωση. Η απόλυτη αναντιστοιχία μεταξύ της ανθρώπινης ανάγκης για πληρότητα, ασφάλεια, δημιουργία με την εργασιακή εμπειρία της ανασφάλειας, της αποσπασματικότητας και της προσωρινότητας. Έτσι η αλλοτρίωση βιώνεται ως προσωπική αποτυχία και γ συλλογική εμπειρία της επισφάλειας θρυμματίζεται σε εκατομμύρια ατομικές ενοχές».
Όπως δείχνουν οι έρευνες του Eteron, οι νέοι και οι νέες -συνολικά, αλλά ακόμα περισσότερο όσοι είναι 25- 34 ετών είναι περισσότερο απογοητευμένοι με τη λειτουργία της δημοκρατίας σήμερα, δείχνουν χαμηλότερη εμπιστοσύνη σε όλους τους θεσμούς του πολιτικού συστήματος και έντονη δυσπιστία για την πολιτική, υπογραμμίζει ο Γαλανόπουλος, ο οποίος εξηγεί πως αυτό το πολιτικό σώμα τριχοτομείται σε μια ομάδα με παραδοσιακά προοδευτικές αξίες και θέσεις, μια μικρότερη αλλά αυξανόμενη ομάδα με τάση προς την ακροδεξιά και τον εθνικισμό και μια τρίτη με χαρακτηριστικά πολιτικού κυνισμού, που αποτελείται από ένα υβρίδιο πολιτικών στάσεων, με ισχυρό υπόβαθρο την καχυποψία, και εύκολα επηρεαζόμενη από τη συγκυρία.
Ο Ιωακειμίδης μας παραπέμπει στην καθοριστική επιδημιολογική μελέτη των Wilkinson & Pickett «The Spirit Level», μέσα από την οποία ανέδειξαν τον τρόπο με τον οποίο στις πιο άνισες κοινωνίες η εμπιστοσύνη είναι πάντοτε χαμηλότερη, η ψυχική δυσφορία μεγαλύτερη και η κοινωνική κινητικότητα μικρότερη (σε σχέση με τις κοινωνίες που διατηρούν καλύτερους δείκτες κοινωνικής ισότητας και δικαιοσύνης). «Μια κοινωνία όπου η επισφάλεια και η κοινωνική ανισότητα γενικεύονται γίνεται πιο άνιση, πιο φοβισμένη και πιο κατακερματισμένη», τονίζει. «Όσο το κοινωνικό κράτος υποχωρεί, το κόστος της κοινωνικής αναπαραγωγής μετακυλίεται στην οικογένεια και μέσα στην οικογένεια, στο άτομο. Οι συνέπειες βιώνονται ως ατομικές αλλά είναι πρώτιστα πολιτικές καθώς μια κοινωνία απομονωμένων ανθρώπων είναι μια κοινωνία εύκολα χειραγωγήσιμη».
Σε ένα τέτοιο εύφλεκτο υπόβαθρο και με γενικευμένη την αίσθηση αδιεξόδου, τι συμβαίνει με τους νέους ανθρώπους, ρωτάμε τον Γαλανόπουλο. «Αν εμπεδωθεί μια αίσθηση ότι οι νέοι δεν μπορούν να εξασφαλίσουν μια αξιοπρεπή ζωή, ότι ζουν σε μια ουσιωδώς άνιση κοινωνία, και ότι δεν υπάρχουν ευνοϊκές προοπτικές για το μέλλον τους, θα πρέπει να μας απασχολήσει σοβαρά τι πολιτικές αντιδράσεις και επιλογές μπορεί να πυροδοτήσει αυτή η συνθήκη όταν συναντηθεί με τον κυνισμό, την απογοήτευση με τη δημοκρατία και τη δυσπιστία προς το πολιτικό σύστημα», τονίζει ο πολιτικός επιστήμονας.
«Η αποκατάσταση ενός αισθήματος οικονομικής δικαιοσύνης, πέρα από την οικονομία, σχετίζεται και με την ίδια τη λειτουργία της δημοκρατίας», αναφέρει ο Γαλανόπουλος. «Η επισφάλεια και η αδικία, εκτός από τις άμεσες συνέπειες στη διαβίωση του καθενός και της καθεμίας μας, έχει και δευτερογενείς συνέπειες στη λειτουργία και την απόδοση της δημοκρατίας, στη συμβίωση όλων μας σε ένα αρμονικό κοινωνικό σύνολο».
Αξιοπρεπής εργασία, προσιτή κατοικία, κοινωνικά δικαιώματα καθολικές δημόσιες υπηρεσίες – αυτοί είναι οι πυλώνες μιας δίκαιης κοινωνίας λέει ο Ιωακειμίδης θέτοντας ωστόσο το κρίσιμο ερώτημα: ποιος τα διεκδικεί όλα αυτά και πώς. «Η ανασυγκρότηση της συλλογικής δύναμης της εργασίας, σε συνδικάτα, συλλογικότητες και κοινότητες αλληλεγγύης, αποτελούν τον μοναδικό μηχανισμό μετατροπής του ατομικού φόβου σε δημόσια διεκδίκηση, επιτρέποντας στις λαϊκές τάξεις και τις γενιές της επισφάλειας να αναγνωρίσουν τις κοινές αιτίες πίσω από τις ατομικές τους εμπειρίες», τονίζει ο καθηγητής. «Για την πλειοψηφία -για τους πολλούς- δεν υπάρχει άλλος τρόπος ή άλλος δρόμος για ανάκτηση της αξιοπρέπειας, των δικαιωμάτων και της ευημερίας».

































