Ακούγεται ειδυλλιακό: μακριά από το γραφείο, μακριά από τον προϊστάμενο, μακριά από την πόλη. Απαιτεί φαινομενικά ελάχιστα: μια γρήγορη κι ασφαλή σύνδεση στο ίντερνετ, ένα υποτυπώδες γραφείο και ένα λάπτοπ. Η «εργασία από οπουδήποτε» ήρθε με την πανδημία κι άλλαξε τον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε τη μισθωτή δουλειά, ωστόσο το «8ωρο με μαγιό» δεν είναι πάντα τόσο δελεαστικό όσο δείχνει.
Ίσως είναι το όνειρο της συντριπτικής πλειοψηφίας των νέων ανθρώπων. Οι «ψηφιακοί νομάδες» μοιάζει να έχουν κατακτήσει την ιδανική εργασιακή συνθήκη. Και σταθερότητα και περιπέτεια και ασφάλεια και εναλλαγή. Η παρουσία τους και μόνο αλλάζει εν πολλοίς την αγορά εργασίας, αλλά και την αγορά εν γένει: από τις κατοικίες που δημιουργούνται για την εξυπηρέτησή τους μέχρι τους συστεγασμένους εργασιακούς χώρους κι από τις μεγάλες πόλεις μέχρι τα μικρά χωριά, που τους διεκδικούν. Αυτοί οι εργαζόμενοι που ζουν με μια βαλίτσα στο χέρι είναι οι καλύτεροι πελάτες ακόμα και για σπίτια που έμεναν χρόνια κλειστά κι αποκτούν νέα ζωή, εκτοξεύοντας ωστόσο σε πολλές περιπτώσεις τα μισθώματα.
Η Μαρίνα στα 36 της διαχειρίζεται τα eshop διαφόρων πελατών που πωλούν από χειροποίητα ρούχα μέχρι κοσμήματα. Ο Άρης είναι τεχνικός δικτύων. Η Άννα είναι κειμενογράφος. Η Μαρία είναι λογίστρια σε ταξιδιωτικό γραφείο. Ο Γιάννης είναι προϊστάμενος σε τεχνική εταιρεία. Και η Ελένη είναι επικεφαλής γραμματέας σε μεγάλη δικηγορική εταιρεία. Από 30 έως 50 χρόνων, αυτό που έχουν σαν κοινό είναι η νομαδική ζωή παράλληλα με την εργασία τους. Για όλους το σημείο μηδέν υπήρξε η πανδημία, ωστόσο εντελώς διαφορετικοί λόγοι τους οδήγησαν να επιλέξουν αυτή τη διαφορετική εργασιακή συνθήκη.
«Ήμουν πάντα εσωστρεφής και η δουλειά γραφείου πάντα με άγχωνε, αποδίδω καλύτερα χωρίς πολύ κόσμο γύρω μου. Όταν δημιούργησα το δικό μου eshop για να πουλάω τα κοσμήματά μου, γρήγορα κατάλαβα πως υπάρχουν κι άλλες γυναίκες που θέλουν να δείξουν τη δουλειά τους και δεν έχουν τον τρόπο», μας λέει η Μαρίνα. Αυτή ήταν η αρχή που την οδήγησε γρήγορα στο αναπτύξει ένα μικρό δίκτυο πελατών, των οποίων «τρέχει» τους λογαριασμούς. Για τον Άρη η μετάβαση στην εργασία εκτός γραφείου ήταν σχεδόν αυτονόητη, όπως και για την Άννα: άνθρωποι που δουλεύουν με υπολογιστές, αλλά και κειμενογράφοι, διαφημιστές και δημοσιογράφοι ορισμένων ειδικοτήτων δεν είναι πια καθόλου δύσκολο να μεταβούν σε συνθήκη remote εργασίας. Για τον Γιάννη και την Ελένη ωστόσο στα 50 τους το να γίνουν ψηφιακοί νομάδες ήταν μια επιλογή ζωής που ήρθε μετά από μια πολύ μεγάλη και δύσκολη περιπέτεια.
Η Ελένη ονειρευόταν πάντα ένα σπίτι δίπλα στη θάλασσα κι όλο το ανέβαλε – την γνώρισα όταν πριν λίγους μήνες ήρθε στο χωριό μου στην Πελοπόννησο, όπως πολλοί ψηφιακοί νομάδες μετά την πανδημία. Ευρωπαίοι κυρίως, κάποιοι Αμερικανοί, ελάχιστοι Καναδοί, αλλά και Ισραηλινοί αναζητούν σπίτια προς αγορά ή μακροχρόνια ενοικίαση σε αυτό το κάποτε μικρό ψαροχώρι. Η Ελένη το ερωτεύτηκε με την πρώτη ματιά. «Πάντα λαχταρούσα τη θάλασσα. Πρώτα ήμασταν πολύ νέοι κι έπρεπε να τελειώσουμε τις σπουδές μας. Μετά έπρεπε να συγκεντρωθούμε στις δουλειές μας. Μετά γεννήθηκαν τα παιδιά. Μετά ήταν πολύ μικρά. Πάντα κάτι υπήρχε που πήγαινε το όνειρο όλο και πιο πίσω. Μέχρι που ήρθε ο καρκίνος. Τότε είπα το ‘’τώρα ή ποτέ’’. Κι όλα έμοιαζαν μετά πολύ εύκολα». Μετά από μια μαστεκτομή, ακτινοβολίες και ορμονοθεραπεία για την Ελένη έγιναν παιχνιδάκι όλα αυτά που μοιάζουν ίσως βουνό σε όσους έχουμε την ψευδαίσθηση πως ο χρόνος είναι απεριόριστος και η υγεία για πάντα και δεδομένη. «Πρότεινα να κάνω την γραμματειακή υποστήριξη και τα λογιστικά που έκανα από μακριά – διαφορετικά ήμουν αποφασισμένη να παραιτηθώ. Τα παιδιά ήταν ήδη φοιτητές – τους ανακοίνωσα πως πια πρέπει να φροντίζουν τον εαυτό τους μόνα τους. Κι ο Γιάννης δεν είχε πρόβλημα, αφού εργάζεται σε πολυεθνική κι ακολουθούν έτσι κι αλλιώς υβριδικό μοντέλο. Βρήκαμε ένα οικονομικό σπιτάκι και φύγαμε! Δεν είναι το τέλειο, μας λείπουν πράγματα, αλλά ζω δίπλα στη θάλασσα. Κι αυτό είναι αρκετό».
Όπως κάθε τι σε αυτή τη ζωή, η τηλεργασία είναι ιδανική όσο διαρκεί ο μήνας του μέλιτος – όσο δηλαδή η μοναχικότητα δεν βαραίνει σαν μοναξιά, όσο βιώνει κανείς το χωριουδάκι σαν καρτ ποστάλ και, φυσικά, όσο το αφεντικό τηρεί τα συμφωνηθέντα. Όταν ο μήνας του μέλιτος ωστόσο τελειώσει, η ζωή του ψηφιακού νομά αποκαλύπτει και τις πιο δύσκολες πλευρές της. «Και οι τηλε- εργαζόμενοι και οι ψηφιακοί νομάδες για κάποιους δουλεύουν, από κάπου πληρώνονται. Κι αυτό σημαίνει πως ενώ φαίνεται ότι ελέγχουν τον χρόνο τους στην ουσία δεν τον ελέγχουν», μας λέει η ομότιμη καθηγήτρια κοινωνιολογίας του Παντείου, Αλεξάνδρα Κορωναίου. «Ακόμη και πολύ αργά το βράδυ, ακόμη και τα Σαββατοκύριακα οι εργοδότες μπορεί να τους ενοχλούν. Άρα, αυτή η αυτονομία και αυτό που μοιάζει έλεγχος του εργάσιμου χρόνου έχει ένα κόστος. Και το δεύτερο σημαντικό χαρακτηριστικό που έχει αυτή η μορφή εργασίας είναι ότι αποκόπτει πλέον τελείως τον εργαζόμενο από το εργασιακό περιβάλλον, από αυτό που είναι η ουσία και το νόημα της εργασίας πέρα από το παραγόμενο έργο και από το μισθό κλπ. Ο Φρόιντ έλεγε μια περίφημη φράση «δεν υπάρχει τίποτα σε αυτόν τον κόσμο που να δένει κάποιον τον άνθρωπο με την πραγματικότητα όσο η εργασία». Εννοώντας εκεί ότι η πεπτουσία της εργασίας είναι οι κοινωνικοί δεσμοί που αναπτύσσονται μεταξύ των ανθρώπων και η αλληλοπροστασία που μπορεί να υπάρχει».
Όπως εξηγεί η Κορωναίου, ειδικά οι νεότεροι σε ηλικία εργαζόμενοι αντιλαμβάνονται το χρόνο με ένα διαφορετικό τρόπο και, κυρίως, δεν θέλουν να λειτουργούν μέσα σε πολύ αυστηρά χρονικά πλαίσια. Ωστόσο, ακόμα κι όσοι καταφέρουν να υλοποιήσουν το όνειρό τους και να γίνουν ψηφιακοί νομάδες, δεν είναι πάντα τόσο ελεύθεροι όσο είχαν ονειρευτεί. «Είναι ανοιχτό το ερώτημα αν υπάρχει όντως πραγματική ελευθερία ή είναι και μία ψευδαίσθηση ελευθερίας», επισημαίνει η Κορωναίου. «Αν αυτά που σου ζητάνε είναι πάρα πολλά, αν δεν πληρώνονται αρκετά όσα προσφέρεις, αν ο εργασιακός κι ο ελεύθερος χρόνος είναι κατακερματισμένος – όλα αυτά είναι σοβαρές παράμετροι. Δεν βιώνουν όλοι οι εργαζόμενοι εκτός γραφείου τη δουλειά τους με τον ίδιο τρόπο. Άρα, η χωρική μετατόπιση, η χωρική ελευθερία μεταφράζεται ενίοτε και σε χρονική ελευθερία αλλά μπορεί και να μεταφράζεται και στο ακριβώς αντίθετό της, δηλαδή να υπονομεύονται δικαιώματα ελεύθερου χρόνου. Από τις έρευνες που έχουν γίνει ξέρουμε ότι οι εργαζόμενοι ζητούν ενιαίο ελεύθερο χρόνο κι κατακερματισμένο που δεν τους επιτρέπει στην ουσία να πάρουν πραγματική ανάσα, να χαλαρώσουν, να αναπαυθούν, να χαρούν με κάποιες απολαυστικές δραστηριότητες».
Μια σειρά από προκλήσεις και κινδύνους που αντιμετωπίζουν οι ψηφιακοί νομάδες καταγράφει ο Πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Οργανισμού για την Υγεία και Ασφάλεια στην Εργασία (EU- OSHA), δρ. Ανδρέας Στοϊμενίδης. Με δεδομένη την πολυτοπικότητα της εργασίας, οι νομάδες της δουλειάς βρίσκονται απομακρυσμένοι από τους συναδέλφους τους, με ό,τι σημαίνει αυτή η μοναχικότητα, αντιμετωπίζουν προκλήσεις ως προς την τήρηση των ωραρίων εργασίας και το δικαίωμα στην αποδέσμευση και, ενίοτε, χρειάζεται να εργάζονται σε ακατάλληλους χώρους και χωρίς οι εταιρείες να τους παρέχουν τον απαραίτητο εξοπλισμό.
«Με την ψηφιακή μετάβαση η εργασία, που ιστορικά ήταν πάντα ένας τρόπος κοινωνικοποίησης, αλλάζει η φύση της. Υπάρχει κίνδυνος αποκοινωνικοποίησης και απώλειας εργατικών δικαιωμάτων μέσα από την αποδυνάμωση της συλλογικότητας», υπογραμμίζει ο Στοϊμενίδης. «Καθώς οι άνθρωποι δουλεύουν μόνοι τους, έχουν μια δυσκολία στο να οργανωθούν, να συλλογικοποιηθούν και να διεκδικήσουν και να κερδίσουν συλλογικά». Σύμφωνα με έρευνες που επικαλείται, όταν μπορούν να επιλέξουν, οι εργαζόμενοι πλέον τείνουν να επιλέγουν υβριδικά μοντέλα εργασίας, με κάποιες ημέρες παρουσίας στο γραφείο και κάποιες δουλεύοντας από το σπίτι τους. «Υπάρχουν μεγάλες ελληνικές εταιρείες οι οποίες υιοθετούν, ύστερα από συζήτηση με τα συνδικάτα τους, αυτή την ευελιξία στον τόπο δουλειάς, ώστε να επιλέγει ο εργαζόμενος και με βάση και τις προσωπικές του ανάγκες».
Ο OSHA έχει καταγράψει τα πολλαπλά οφέλη που μπορούν να αποκομίσουν οι τηλεργαζόμενοι και οι ψηφιακοί νομάδες από την απομακρυσμένη του γραφείου εργασία, ωστόσο έχει επισημάνει και τους κινδύνους, ορισμένοι εκ των οποίων δεν είναι τόσο προφανείς. Μπορεί δηλαδή ένας άνθρωπος με «γραφείο οπουδήποτε» να κερδίζει χρόνο από τις μετακινήσεις του ή, υπό προϋποθέσεις να ισορροπεί καλύτερα την επαγγελματική με την προσωπική του ζωή, αντιμετωπίζει ωστόσο και καινοφανείς προκλήσεις. «Εικονικός παρουσιασμός», για παράδειγμα, ονομάζεται εκείνη η επίμονη αίσθηση καθήκοντος που νιώθει ο εργαζόμενος να εργάζεται και να αποδίδει ακόμα κι όταν είναι άρρωστος – ψυχοκοινωνικός κίνδυνος που είναι πιο έντονος στους τηλεργαζόμενους και τους ψηφιακούς νομάδες. Και «τεχνολογικό άγχος» είναι η συνεχής αγωνία τους να παρακολουθούν την τεχνολογία που καλπάζει, αυτή ακριβώς που τους δίνει τη δυνατότητα να εργάζονται από μακριά.
«Οι ψηφιακοί νομάδες δεν είναι ελίτ ανάμεσα στους εργαζόμενους κι υπόκεινται κι εκείνοι σε διάφορες κατηγοροποιήσεις», τονίζει ο Στοϊμενίδης. «Η συνθήκη εργασίας τους εξαρτάται από την χώρα και από την εταιρεία εργοδοσίας. Σε χώρες που υπάρχει προηγμένη η αντίληψη προστασίας της εργασίας είναι εργαζόμενοι σε πλεονεκτική θέση. Σε χώρες όπως η δική μας, όπου η εργασία διέπεται από μια ανισορροπία στο εργατικό δίκαιο και μια διαδικασία εντατικοποίησης, οι εργαζόμενοι ψηφιακοί νομάδες στις ελληνικές επιχειρήσεις υπόκεινται κι εκείνοι σε αυτό το περιβάλλον. Άρα μπορεί να είναι και ελίτ, μπορεί να είναι όμως και εργαζόμενοι υπό μεγάλη πίεση».






























