Τα αδιέξοδα της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής όταν υπερκαθορίζεται από την αντίθεση με την τουρκική αποτυπώθηκαν έντονα με την ένσταση του Αγγέλου Συρίγου στην ενδεχόμενη απόσυρση της συστοιχίας Patriot από την Σαουδική Αραβία.
Η απόσυρση υποτίθεται ότι θα συνιστά απάντηση στην Συμφωνία της Μέκκας, δηλαδή την αμυντική Συμφωνία Σαουδικής Αραβίας, Πακιστάν, Τουρκίας. Αναμφίβολα πρόκειται για σοβαρή εξέλιξη .
Η ανταγωνιστική σχέση Τουρκίας- Σαουδικής Αραβίας για την πρωτοκαθεδρία στο Σουνιυικο Ισλάμ αντικαθίσταται από αμυντική συμφωνία. Αυτό μάλιστα συμβαίνει τη στιγμή που οι σχέσεις Ισραήλ -Τουρκίας βρίσκονται στο ναδίρ με πιο χαρακτηριστικό επεισόδιο τον βομβαρδισμό τουρκικών εγκαταστάσεων στην Συρία από το Ισραήλ. Και μόνη η συμμετοχή της Τουρκίας στην τριμερή Συμφωνία αποτελεί πρόβλημα για το Ισραήλ ενώ και η μεσολαβητική στάση του Πακιστάν στον πόλεμο του Ιράν δεν είναι της αρεσκείας του Τελ Αβίβ .
Σε αυτή την περίπλοκη παρτίδα που παίζεται στην Μέση Ανατολή και την ευρύτερη περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου - η οποία γίνεται ακόμα πιο απρόβλεπτη από την ασταθή και ευμετάβλητη στάση των ΗΠΑ και του Τραμπ- η ελληνική κυβέρνηση επιλέγοντας ως «εχθρό» την Τουρκία αναγκαστικά επιλέγει ως «φίλο» το Ισραήλ σε εφαρμογή του εξαιρετικά προβληματικού στις παρούσες συνθήκες δόγματος ότι ο «εχθρός του εχθρού μου είναι φίλος μου». Γίνεται μάλιστα ακόμα πιο προβληματικό γιατί συμβαίνει σε ένα πεδίο ανταγωνισμών και ευμετάβλητων, ασταθών συμμαχιών , όπου οι ίδιοι συντελεστές μπορεί να είναι ταυτοχρόνως εταίροι σε μια περίπτωση και ανταγωνιστές σε μια άλλη. Πριν την Γάζα και τον πόλεμο με το Ιράν και όσο υπήρχε ορατή η δυνατότητα υλοποίησης των «Συμφωνιών του Αβραάμ» η ελληνική πλευρά διατηρούσε την ελπίδα ότι μπορούσε να συσφίγγει τις σχέσεις με το Ισραήλ χωρίς να θέτει σε κίνδυνο τις στενές από την δεκαετία του ΄80 σχέσεις με τις αραβικές χώρες. Τέτοια δυνατότητα δεν υφίσταται πλέον, οι αραβικές χώρες, ακόμα και οι πιο στενοί σύμμαχοι των ΗΠΑ έχουν στραφεί κατά του Ισραήλ. Δυστυχώς τον διόλου επίζηλο τίτλο του πιο στενού φίλου του Ισραήλ στην περιοχή απέμειναν να διεκδικούν η Ελλάδα και η Κύπρος.
Ακόμα και αν παραβλέψουμε το αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι η κυβέρνηση Νετανιάχου συγκεντρώνει αυτή την στιγμή την κατακραυγή της προοδευτικής - και όχι μόνο - ανθρωπότητας για την γενοκτονία στην Γάζα και την εθνοκάθαρση στην Δυτική Όχθη διερωτώμαι από πού αντλούν στου Μαξίμου την ελπίδα ότι το Ισραήλ αβασάνιστα θα συμπαραταχθεί με την Ελλάδα σε μια αντιπαράθεση με την Τουρκία. Όταν ο βασικός σύμμαχος του Ισραήλ, οι ΗΠΑ, διατηρεί άριστες σχέσεις με την Τουρκία - με σοβαρή πιθανότητα ο Τραμπ να δώσει στον Νετανιάχου και τα F 35- ενώ η ΕΕ προσβλέπει στην πολεμική βιομηχανία της Τουρκίας και μεγάλες ευρωπαϊκές χώρες έχουν σημαντικές οικονομικές δοσοληψίες με την Τουρκία.
Πάμε τώρα στο καλώδιο της ηλεκτρικής διασύνδεσης Ισραήλ, Κύπρου Ελλάδας που ενώνει κυβέρνηση και αντιπολίτευση στην χώρα μας, αρχίζει να αποκτά διαστάσεις εθνικού αφηγήματος αλλά κατά την γνώμη μου δεν είναι απίθανο να έχει την τύχη των S 300 πριν μάλιστα από την πόντισή του. Τα ΝΕΑ του Σαββατοκύριακου μας πληροφόρησαν ότι η Γαλλική εταιρία Meridiam που απέκτησε το 66% του έργου ηλεκτρικής διασύνδεσης Ισραήλ, Κύπρου, Ελλάδας (GSI) απλώς θα ενημερώσει και δεν θα ζητήσει την άδεια της Τουρκίας για να προχωρήσει το έργο. Και ενώ το κύριο άρθρο της εφημερίδας είναι σε χαμηλούς τόνους έχει αρχίσει μια ολόκληρη φιλολογία για την θέση ισχύος που έχει η χώρα μας λόγω των φρεγατών που απέκτησε ώστε αυτή την φορά να μην μπορεί η Τουρκία να παρεμποδίσει το έργο, όπως έκανε πριν δυο χρόνια στην Κάσο.
Πράγματι, έχει ενδιαφέρον να δούμε τις αντιδράσεις της εταιρείας αλλά και της Γαλλικής κυβέρνησης (Πρόεδρος πάντως δεν θα είναι ο Μακρόν) όταν η Τουρκία, όπως αναμένεται, αντιταχθεί εμπράκτως στην υλοποίηση του έργου. Ας συνυπολογίσουμε ότι η Meridiam υλοποιεί αυτή την στιγμή τέσσερις σημαντικές επενδύσεις στην Τουρκία και το έργο της διασύνδεσης δεν είναι μια συνήθης διακρατική συναλλαγή αλλά έχει γεωπολιτική διάσταση . Γιαυτό και ανεξαρτήτως της στάσης της γαλλικής εταιρίας έχω από την πρώτη στιγμή εκφράσει τον έντονο προβληματισμό μου συνολικά για το έργο που εκ των πραγμάτων εντάσσεται στην σύγκρουση Τουρκίας Ισραήλ και παρακάμπτει ενεργειακά την Τουρκία. «Γιατί, όχι» , διερωτώνται διάφοροι αναλυτές, στρατιωτικοί και μη, που συνήθως επικαλούνται το διεθνές δίκαιο ισχυριζόμενο κατά προφανή υπερβολή ότι μας δικαιώνει παντού. Θα απαντήσω με παραδείγματα: Για τον ίδιο λόγο που δεν επεκτείνουμε τα χωρικά μας ύδατα στο Αιγαίο στα 12 νμ. και η Κούβα δεν τοποθέτησε τελικά Σοβιετικούς πυραύλους. «Γιατί όχι», διερωτήθηκε ο Κάστρο, «δεν είναι δικαίωμα μου;» Καλύτερα να μην το ασκήσεις, του είπαν Κένεντι και Χρουτσόφ βλέποντας την μεγάλη εικόνα.
Αλλά υπάρχει και ένας άλλος λόγος που στην Κύπρο κάποιοι τον αντιλαμβάνονται και γι΄ αυτό δεν υπήρξε μέχρι πρότινος ενθουσιασμός για το έργο αλλά κωλυσιεργία για οικονομικούς - δήθεν - λόγους Εάν η διασύνδεση προχωρήσει και η Κύπρος επιλέξει Ισραήλ η επίλυση του Κυπριακού και η επανένωση του νησιού ματαιώνονται οριστικά και η διχοτόμηση από de facto πιθανότατα θα μετατραπεί σε de jure . Η σταθερή θέση του ΑΚΕΛ για την διζωνική δικοινοτική Ομοσπονδία με πολιτική ισότητα - την οποία συμμερίζομαι απολύτως - δεν συνιστά μια ρομαντική εμμονή αλλά την ασπίδα απέναντι σε δυνάμεις σε Τουρκία, Κύπρο και Ελλάδα που υπονομεύουν την ομοσπονδιακή λύση και εργάζονται για την λύση των δυο κρατών. Γι΄ αυτό «νέες ιδέες», νέες ομιχλώδεις παράμετροι και εκούσιες ή ακούσιες αποστάσεις από την μόνη εφικτή λύση, που θεωρητικά παραμένει η επίσημη γραμμή Ελλάδας και Κύπρου, θα βάλει σε μεγάλες περιπέτειες και την Ελλάδα και την Κύπρο.
Ο Άγγελος Συρίγος επισημαίνει ότι είναι αυτοκαταστροφική αντίδραση η θέση ότι όπου πάει η Τουρκία φεύγουμε εμείς. Όμως δεν είναι αυτή η αφετηρία του προβλήματος Η ρίζα βρίσκεται στο επιβληθέν εθνικό αφήγημα ότι μια μόνο διαφορά υπάρχει με την Τουρκία, αυτή του ορισμού της υφαλοκρηπίδας και εδώ ο Συρίγος συμβαδίζει με αυτή την παραδοχή, η οποία παρεμποδίζει την προσπάθεια επίλυσης υπαρκτών διαφορών. Με πρώτη αυτήν για το εύρος της αιγιαλίτιδας ζώνης. Όσο αυτή δεν επιλύεται θα παρατείνονται τραγέλαφοι όπως τα χωρικά μας ύδατα να εκτείνονται στα 6 ν.μ και ο εναέριος χώρος μας στα 10, μαξιμαλιστικοί στόχοι της Τουρκίας για διχοτόμηση του Αιγαίου και Γαλάζια Πατρίδα χωρίς όρια ή ελληνική προσέγγιση για πλήρη επήρεια του Καστελλόριζου . Όλοι οι σοβαροί αναλυτές γνωρίζουν ότι αυτά δεν θα σταθούν σε διεθνές Δικαστήριο, είναι μαξιμαλιστικές προτάσεις εν όψει μελλοντικών διαπραγματεύσεων. Το πρόβλημα είναι ότι αρκετοί τα συμμερίζονται, αυτοαναφλέγονται και φανατίζουν την κοινή γνώμη. Το ρελαντί των διερευνητικών επαφών, που εξασφάλιζε κατά καιρούς ήρεμα νερά, μπορεί ανά πάσα στιγμή να ανατραπεί και η επιδείνωση των σχέσεων Τουρκίας- Ισραήλ δίνει μια πρώτης τάξεως ευκαιρία αν δεν επικρατήσει σύνεση από όλες τις πλευρές και Ελλάδα και Κύπρος πάρουν με τον ένα η τον άλλο τρόπο θέση μαχητικού συμμάχου του Ισραήλ. Το ότι υπάρχει έδαφος συνεννόησης αποδείχθηκε με την τελευταία κυβέρνηση Σημίτη, όταν ο διάλογος με βάση τις προτάσεις - ας τις ονοματίσουμε έτσι - Ροζάκη προχώρησε ουσιαστικά. Μετά ήρθε η αδράνεια Κώστα Καραμανλή, Μολυβιάτη και συνακόλουθα η τουρκική επιστροφή στην αρχική αδιαλλαξία.
Έχει, λοιπόν, μεγάλη σημασία, η πλευρά από την οποία ασκεί η προοδευτική αντιπολίτευση κριτική στις επιλογές της κυβέρνησης. Πόσο μάλλον όταν στο εσωτερικό της κυβέρνησης ή στα κομματικά της σύνορα δυναμώνει η κριτική περί ενδοτισμού και υποχωρητικότητας και οι υπερπατριωτικές κραυγές που τόσο ακριβά πληρώσαμε στο παρελθόν. Η κριτική για «τον πρόθυμο σύμμαχο» προφανώς έχει βάση και ορθώς γίνεται. Όταν όμως φτάσουμε στα ελληνοτουρκικά, εκεί η ισχύς του «εθνικού αφηγήματος» οδηγεί ή σε αμηχανία ή σε ανοιχτή ή σιωπηρή σύμπλευση με την κυβέρνηση, όπως είναι η χαρακτηριστική περίπτωση με το καλώδιο. Ελλοχεύουν κίνδυνοι και παρερμηνείες στην κριτική «για έλλειψη αποφασιστικότητας» απέναντι στην Τουρκία. Σε αυτή την διατύπωση χωρούν διάφορες επικίνδυνες ερμηνείες και σε κάθε περίπτωση είναι κριτική «από τα δεξιά».
Αντιλαμβάνομαι ότι η θέση στα ελληνοτουρκικά που συνοψίζεται στο «επαρκής άμυνα, όχι κυνήγι εξοπλισμών, επιμονή στον διάλογο για επίλυση υπαρκτών διαφορών και προσφυγή στην Χάγη αν δεν υπάρξει συμφωνία » δεν είναι πλειοψηφική. Στην πράξη η άλλη γραμμή επικρατεί. Δυο μόνο φορές μετά την μεταπολίτευση υπήρξε κυβερνητική πλειοψηφία - χωρίς όμως να συνοδεύεται από διακομματική η ευρύτερη λαϊκή στήριξη - που άνοιξε διαφορετικούς δρόμους και μια φορά έφτασε μέχρι το τέρμα επιλύοντας ακανθώδες ζήτημα. Η κυβέρνηση Σημίτη με το Ελσίνκι και την συνολική αναπροσαρμογή της πολιτικής στα ελληνοτουρκικά και το Κυπριακό και η κυβέρνηση Τσίπρα με την Συμφωνία των Πρεσπών και την επίλυση του Μακεδονικού. Σήμερα είμαστε πολύ μακριά από εκείνη την ατμόσφαιρα Και βέβαια στις δημοκρατίες οι πλειοψηφίες αποφασίζουν . Όμως επίσης έχει αποδειχθεί από το 1897 ότι πλειοψηφίες εγκλωβισμένες στον λαϊκισμό και τον εθνικισμό ενίοτε σφάλλουν με οδυνηρά αποτελέσματα.
(Ο Νίκος Μπίστης είναι πρώην υπουργός)






























