Τα μέτρα που εξήγγειλε το υπουργείο Περιβάλλοντος για τη Δυτική Αττική μετά τη μεγάλη πυρκαγιά κινούνται, σε πρώτη ανάγνωση, προς τη σωστή κατεύθυνση. Οι εξαγγελίες περιλαμβάνουν ορισμένες απολύτως αναγκαίες ενέργειες, αλλά δεν συνιστούν ακόμη ολοκληρωμένο σχέδιο δασικής προστασίας. Πρόκειται κυρίως για διαχείριση της «επόμενης ημέρας»: αντιδιαβρωτικά έργα, ορεινή υδρονομία,
αντιπλημμυρική προστασία, απαγόρευση βόσκησης και θήρας, χαρτογράφηση και κήρυξη των καμένων εκτάσεων ως αναδασωτέων. Όλα αυτά πρέπει να γίνουν γρήγορα, επειδή μετά την απώλεια της βλάστησης αυξάνονται δραματικά η επιφανειακή απορροή, η διάβρωση, η μεταφορά φερτών υλικών και ο κίνδυνος πλημμυρών. Η δέσμευση να αρχίσουν τα έργα έως τις 15 Σεπτεμβρίου και να ολοκληρωθούν έως το τέλος του έτους είναι θετική, αλλά υπερβολικά γενική. Χρειάζεται να δημοσιοποιηθούν αμέσως:
- οι λεκάνες απορροής και οι θέσεις άμεσης προτεραιότητας,
- οι εγκεκριμένες μελέτε
- τα τεχνικά χαρακτηριστικά και οι ποσότητες των έργων,
- οι ανάδοχοι και το πραγματικό κόστος
- οι επιβλέποντες φορείς,
- καθώς και η πρόοδος ανά εβδομάδα.
Διαφορετικά, το χρονοδιάγραμμα παραμένει επικοινωνιακή υπόσχεση.
Αναδάσωση δεν σημαίνει μαζική δενδροφύτευση
Σωστά αναγνωρίζεται ότι η φυσική αναγέννηση αποτελεί τον βασικό μηχανισμό αποκατάστασης των μεσογειακών δασών. Αυτό όμως απαιτεί προστασία της καμένης γης από αλλαγές χρήσης, καταπατήσεις, βόσκηση, διάνοιξη δρόμων και άστοχες τεχνικές παρεμβάσεις. Δεν πρέπει να μετατραπεί η «αναδάσωση» σε βιαστική φύτευση εκατομμυρίων δενδρυλλίων, συχνά ακατάλληλων ειδών, μόνο και μόνο για να παρουσιαστούν αριθμητικά αποτελέσματα. Ιδιαίτερη προσοχή χρειάζεται στις εκτάσεις που έχουν καεί επανειλημμένα. Εκεί η φυσική αναγέννηση μπορεί να έχει εξαντληθεί και να απαιτείται επιστημονικά σχεδιασμένη τεχνητή αποκατάσταση, με γηγενή είδη και όχι με λογικές μονοκαλλιέργειας.
Οι ιδιωτικές δωρεές δεν υποκαθιστούν το κράτος
Η χρηματοδότηση από την Τράπεζα Πειραιώς και τη HELLENiQ ENERGY μπορεί να είναι χρήσιμη ως συμπληρωματική συμβολή. Δεν μπορεί όμως η προστασία των δασών και η αποκατάσταση μιας καταστροφής να εξαρτώνται από το ποια εταιρεία θα αναλάβει τον ρόλο του «Αναδόχου Αποκατάστασης». Το δάσος είναι δημόσιο οικολογικό αγαθό και η κρατική ευθύνη δεν μπορεί να εκχωρείται μέσω χορηγιών. Χρειάζεται απόλυτη διαφάνεια: ποιος επιλέγει τις μελέτες, ποιος εγκρίνει τις τεχνικές λύσεις, ποιος παραλαμβάνει τα έργα και εάν οι δωρητές αποκτούν οποιοδήποτε επικοινωνιακό, οικονομικό ή άλλο όφελος. Η επιστημονική και διοικητική ευθύνη πρέπει να παραμένει αποκλειστικά στη Δασική Υπηρεσία και στους δημόσιους φορείς.
Για το AntiNERO
Το AntiNERO καλύπτει ένα πραγματικό και επί δεκαετίες παραμελημένο πεδίο: καθαρισμούς, συντήρηση δασικών δρόμων, αντιπυρικές ζώνες και διαχείριση καύσιμης ύλης. Τα επίσημα στοιχεία αναφέρουν δεκάδες χιλιάδες στρέμματα καθαρισμών και χιλιάδες χιλιόμετρα συντήρησης δασικού οδικού δικτύου. Επομένως, δεν θα ήταν ορθό να ισχυριστεί κανείς ότι κάθε έργο του προγράμματος είναι περιττό ή επιβλαβές.
Όμως, το βασικό πρόβλημα είναι ότι η κυβέρνηση παρουσιάζει το ύψος των δαπανών ως απόδειξη αποτελεσματικότητας. Τα 667 εκατ. ευρώ που αναφέρονται στις εξαγγελίες είναι μέγεθος προϋπολογισμού, όχι μέτρο προστασίας του δάσους. Η αποτελεσματικότητα πρέπει να τεκμηριώνεται με ανεξάρτητους δείκτες:
• πόσο μειώθηκε η διαθέσιμη καύσιμη ύλη,
• πόσο περιορίστηκε η ταχύτητα ή η ένταση της πυρκαγιάς,
• ποιες υποδομές προστατεύθηκαν,
• ποια ήταν η οικολογική επίπτωση των επεμβάσεων,
• πόσο κόστισε κάθε μονάδα πραγματικού αποτελέσματος,
• και για πόσα χρόνια διατηρείται το όφελος.
Η δήλωση ότι χωρίς τα περίπου 20 εκατ. ευρώ του AntiNERO η καταστροφή στη Δυτική Αττική θα ήταν μεγαλύτερη είναι εύλογη ως επιχειρησιακή εκτίμηση, αλλά όχι αποδεδειγμένο επιστημονικό συμπέρασμα. Για να επιβεβαιωθεί χρειάζονται χαρτογραφημένα δεδομένα: πού ακριβώς έγιναν παρεμβάσεις, πώς κινήθηκε το μέτωπο, σε ποια σημεία μειώθηκε η έντασή του και ποιες συγκρίσιμες περιοχές δεν είχαν υποστεί διαχείριση.
Ο κίνδυνος των οριζόντιων καθαρισμών
Το δάσος δεν είναι οικόπεδο που πρέπει να «καθαριστεί» μέχρι να μείνει γυμνό. Η νεκρή ξυλεία, οι θάμνοι και η χαμηλή βλάστηση αποτελούν σε ορισμένες θέσεις καύσιμη ύλη, αλλά ταυτόχρονα συγκρατούν το έδαφος, φιλοξενούν πανίδα, διατηρούν υγρασία και συμμετέχουν στην ανακύκλωση θρεπτικών στοιχείων. Έχουν διατυπωθεί σοβαρές καταγγελίες από περιβαλλοντικούς φορείς και πολίτες ότι ορισμένες εφαρμογές του AntiNERO πραγματοποιούνται με υπερβολικά εντατικές υλοτομίες, ανεπαρκή περιβαλλοντική αξιολόγηση και ενιαία κριτήρια σε οικολογικά διαφορετικά δάση. Οι καταγγελίες έχουν φτάσει σε ευρωπαϊκούς θεσμούς, χωρίς αυτό από μόνο του να αποδεικνύει ότι το σύνολο του προγράμματος είναι παράνομο ή καταστροφικό. Επιβάλλουν, όμως, ανεξάρτητο και δημόσιο έλεγχο. Οι παρεμβάσεις πρέπει να είναι στοχευμένες: κυρίως γύρω από οικισμούς, κρίσιμες υποδομές, οδούς διαφυγής και στρατηγικά σημεία ανάσχεσης. Δεν πρέπει να
εφαρμόζεται η ίδια συνταγή σε πευκοδάση, ελατοδάση, δρυοδάση, περιοχές Natura και παρόχθια οικοσυστήματα.
Η μεγάλη αντίφαση
Ο ίδιος ο υπουργός παραδέχεται ότι επί σχεδόν είκοσι χρόνια δεν ενισχύθηκε η Δασική Υπηρεσία και χάθηκε μία γενιά έμπειρων στελεχών. Αυτή είναι ίσως η σημαντικότερη ομολογία των εξαγγελιών. Δεν μπορείς να υποστελεχώνεις τον δημόσιο επιστημονικό μηχανισμό και ταυτόχρονα να μεταφέρεις εκατοντάδες εκατομμύρια σε εργολαβίες, περιμένοντας ότι θα αποκτήσεις συνεκτική δασική πολιτική.
Περισσότερο AntiNERO χωρίς περισσότερους δασολόγους, δασοπόνους, δασοφύλακες, τεχνικό προσωπικό και ισχυρή δημόσια επίβλεψη σημαίνει περισσότερο χρήμα, όχι κατ’ ανάγκην περισσότερη προστασία.
Συμπέρασμα
Τα άμεσα αντιδιαβρωτικά και αντιπλημμυρικά μέτρα είναι αναγκαία και δεν πρέπει να καθυστερήσουν. Ωστόσο, οι εξαγγελίες παραμένουν αποσπασματικές και έντονα επικοινωνιακές. Δεν συνοδεύονται ακόμη από δημόσια τεχνικά δεδομένα, ανεξάρτητη αξιολόγηση, σαφείς μηχανισμούς λογοδοσίας και μόνιμη ενίσχυση της Δασικής Υπηρεσίας. Το AntiNERO δεν πρέπει ούτε να απορριφθεί συλλήβδην ούτε να μετατραπεί σε κυβερνητικό δόγμα που δεν επιδέχεται κριτική. Χρειάζεται ριζική αναμόρφωση οικολογική διαφοροποίηση ανά περιοχή, δημόσιες μελέτες, διαφανείς διαγωνισμούς, ανεξάρτητους ελέγχους, παρακολούθηση πριν και μετά τα έργα και κυρίως ισχυρή Δασική Υπηρεσία. Διότι η πραγματική πρόληψη δεν μετριέται από τα εκατομμύρια που ανακοινώνονται ούτε από τα κυβικά ξυλείας που απομακρύνονται. Μετριέται από τα δάση που παραμένουν ζωντανά, τους οικισμούς που προστατεύονται και τις πυρκαγιές που δεν μετατρέπονται σε εθνικές καταστροφές. Δυστυχώς σε αυτά τα αποτελέσματα είναι τραγικά αρνητικά για πολλά χρόνια τώρα !
(Ο Νίκος Μαρκάτος είναι Ομοτ. Καθηγητής ΕΜΠ, π. Πρύτανης, Γ.Γ. Ευρωπαϊκής Ένωσης Ομότιμων Καθηγητών)




























