Το 2021 κάηκαν τα Γεράνια. Ήταν μια από τις, μέχρι τότε, πιο καταστροφικές, από άποψη καμένης δασικής έκτασης, πυρκαγιές της προηγούμενης δεκαετίας. Ήταν, επίσης, και μια μεγάλη οικολογική καταστροφή, αφού χάσαμε 52.000 στρέμματα δάσους από σύνολο 71.000 καμένων στρεμμάτων.
Οι πυροσβέστες δήλωναν, τότε, ότι δεν μπορούσαν να μπουν στο δάσος, επειδή αυτό είχε εγκαταλειφθεί, για χρόνια, και η προσπελασιμότητά του ήταν αδύνατη. Έτσι, περιορίστηκαν στις δυνατότητες των εναέριων μέσων.
Τα ίδια, ακριβώς, επαναλήφθηκαν στην πυρκαγιά-Αρμαγεδώνα της Δαδιάς, της μεγαλύτερης πυρκαγιάς στην ΕΕ με είκοσι νεκρούς, εκατοντάδες χιλιάδες καμένα στρέμματα (245.000) και με την εκτίμηση ότι θα χρειαστούν αιώνες για την πλήρη φυσική επανόρθωση του οικοσυστήματος. Το δάσος ήταν κι εκεί απροσπέλαστο και τα μέτρα πρόληψης ανύπαρκτα.
Από τις καταστροφές εκείνες δεν μάθαμε και πολλά. Τα Γεράνια καίγονται ξανά σήμερα κι εύχομαι να μην ακολουθήσει ό,τι απέμεινε από τη Δαδιά.
Μαζί με την πείσμονα άρνησή μας να μάθουμε τι συνθέτει την προστιθέμενη αξία της χρηστής διακυβέρνησης στην αντιμετώπιση μιας φυσικής καταστροφής, εμφανίζονται, όμως, και κάποια μοτίβα στην ακολουθούμενη δημόσια πολιτική που παραπέμπουν στο πελατειακό σύστημα διακυβέρνησης της χώρας. Ιδού τα βασικά:
Η επιμονή της πολιτικής ηγεσίας μας (που τυχαίνει να είναι η ίδια, εδώ και μια επταετία) στο μοιραίο. Στο πέραν των ανθρώπινων δυνατοτήτων. Ό,τι δηλαδή, συνέβη ήταν το πεπρωμένο, το αποτέλεσμα της κλιματικής αλλαγής. Κι αυτό το αποτέλεσμα είναι, σύμφωνα μ’ αυτή την θεώρηση των πραγμάτων, το ίδιο οπουδήποτε: Φωτιές στον Καναδά, φωτιές στην Ισπανία, φωτιές και στην Ελλάδα και την Τουρκία. Η ανάλυση περιορίζεται μόνο σ’ αυτό. Δεν διερευνώνται ούτε οι αιτίες, ούτε οι ιδιαιτερότητες, ούτε τα σχέδια αντιμετώπισης ούτε η συχνότητα ούτε το μέγεθος των καταστροφών. Σύμφωνα με την άποψη αυτή, δεν μπορούμε να κάνουμε και πολλά απέναντι στα ακραία φυσικά φαινόμενα τα οποία παραμένουν ακραία όσα χρόνια κι αν περάσουν. Ακραία ήταν το 2021 ακραία είναι και τώρα και, το πιθανότερο, ακραία θα είναι και μετά από μια πενταετία. Αυτού του τύπου η επιχειρηματολογία έχει αποτελέσει για πολλά χρόνια, το βασικό φύλλο συκής για να καλύψει κάθε κυβερνητική αδράνεια ή ανικανότητα. Κορυφαία συμπύκνωση της άποψης αυτής, στην καθ’ ημάς μεταφορά της, ήταν «ο στρατηγός άνεμος». Η φαιδρότητα εκείνη εκστομίστηκε την ίδια περίοδο, κατά την οποία ο Υπουργός «αρμόδιος» για την Πυροσβεστική, έδινε ό ίδιος οδηγίες στα πληρώματα που θα έπρεπε να κατευθυνθούν.
Σύμφωνα με μια διαμετρικά αντίθετη άποψη, οι καταστροφές ελέγχονται, περιορίζονται και αντιμετωπίζονται, εάν υπάρχουν αξιόπιστα συστήματα πρόληψής τους. Για να υπάρξουν, όμως αυτά τα συστήματα πρέπει να επιχειρηθούν και να αποδώσουν οριζόντιες μεταρρυθμίσεις στην οργάνωση και λειτουργία πολλών κρατικών υπηρεσιών. Είναι αυτές που υπό την κάλυψη κάποιας «αρμοδιότητας» φέρονται, ακόμη και μετά από τόσες καταστροφές, να είναι παρούσες προκαλώντας με την αδράνειά τους περισσότερα προβλήματα απ’ όσα υποτίθεται ότι επιλύουν.
Η αντιμετώπιση των φυσικών καταστροφών θέλει στρατηγική και βάθος χρόνου. Δηλαδή, ακριβώς το αντίθετο απ’ ότι συμβαίνει σήμερα (και χθες και προχθές). Θέλει απόταξη των γραφειοκρατικών διαδικασιών, του ρυθμιστικού χάους και της κατάτμησης της ευθύνης. Απόσταση, δηλαδή, απ’ ότι συμβαίνει σήμερα. Για παράδειγμα, στα υπο-λήμματα που περιλαμβάνονται υπό το λήμμα «Πολιτική Προστασία» στο ΜΙΤΟΣ, στο «Εθνικό αρχείο Διοικητικών Διαδικασιών», περιλαμβάνονται αντί για ρυθμίσεις που να αφορούν διαδικασίες πρόληψης και πρόγνωσης, πολλές αποφάσεις αποζημιώσεων σε πληγέντες με τα χρήματα της πρώτης (και, συχνά, τελευταίας) αρωγής. Περιλαμβάνονται, επίσης, μέτρα από τις παλιές καλές συνταγές της πελατοκρατίας, όπως οι «κατ’ εξαίρεση διορισμοί προσώπων εξαιτίας πυρκαγιών». Αυτές απαντώνται σταθερά το 2007, το 2017, το 2018, το 2021 κοκ. Οι διαδικασίες παραμένουν κυκεωνικές και εξόχως γραφειοκρατικές, όπως, κατ’ επανάληψη, έχουμε δείξει (Βλ. Διοίκηση κρίσεων και καταστροφών, 2023, Ελληνοεκδοτική). Επαναλαμβάνουμε το χαρακτηριστικό παράδειγμα της εγγραφής εθελοντικών οργανώσεων Πολιτικής Προστασίας και των μελών τους στο «Ενιαίο Μητρώο Εθελοντισμού Πολιτικής Προστασίας». Τα 14 απαιτούμενα δικαιολογητικά και ο εκτιμώμενος χρόνος έκδοσης απόφασης, περί τους 6 μήνες, οριοθετούν την αντίσταση του πελατειασμού στην χρηστή πολιτική διαχείρισης κρίσεων και καταστροφών.
Δεν πρέπει να μείνει ασχολίαστο το ότι απέναντι σ’ ένα αποτελεσματικό σύστημα πρόληψης αντιπαραβλήθηκε η ενίσχυση των εναέριων μέσων που αφορούν, αποκλειστικά και μόνο, τη φάση της καταστολής.
Απέναντι στην απουσία ακόμη και υποτυπωδών επιχειρησιακών σχεδίων σε πολλές τοπικές αυτοδιοικήσεις, προτάχθηκαν πανάκριβα εναέρια μέσα, ιδιόκτητα και μισθωμένα, με πενιχρά αποτελέσματα.
Η άρνηση της αποκέντρωσης και της περιφερειοποίησης των δημόσιων πολιτικών δεν απαντάται μόνο στην περίπτωση της πολιτικής προστασίας. Οι επιπτώσεις της όμως, είναι, εν προκειμένω, εξαιρετικά αρνητικές. Αρκεί να αναφερθούμε, ακόμη μια φορά, στην μη δημιουργία των Περιφερειακών Κέντρων Πολιτικής Προστασίας, διότι τα θεωρώ μεταρρύθμιση κεντρικής σημασίας που θα οδηγούσε στη λήψη ορθότερων αποφάσεων και θα αύξανε την αποτελεσματικότητα των παρεμβάσεων για την αντιμετώπιση, εν τέλει, των καταστροφών. Η απώλεια των κοινοτικών πόρων λόγω αβελτηρίας κι πιθανολογούμενης ανικανότητας συνάδει απολύτως προς την γραφειοκρατικοποίηση, την έλλειψη στρατηγικής και την ανυπαρξία, εν τέλει, πολιτικών πρόληψης.
Μένει το κεφάλαιο της ανάπτυξης του ανθρώπινου δυναμικού το οποίο παρουσιάζει όμοια χαρακτηριστικά με εκείνα του ευρύτερου Δημοσίου: Έλλειψη επαγγελματισμού, στενότητα ανέλιξης και καθήλωση, απηρχαιωμένες και πελατοκεντρικές διαδικασίες κρίσεων.
Εκ κατακλείδι, μια περισσότερο αποτελεσματική και αποδοτική προσέγγιση του συστήματος αντιμετώπισης των καταστροφών και των πυρκαγιών, ειδικότερα, μπορεί να υπάρξει μόνον εάν αποστούμε, ως πολιτικό σύστημα και κοινωνία, από παρωχημένες πελατειακές λογικές και αξιολογήσουμε ψύχραιμα τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα των επιλογών μας. Ειδάλλως, τα φτιασιδώματα και οι παραπομπές σε εξω-κοινωνικές υπέρτερες δυνάμεις καταστροφής θα μας οδηγήσουν σ’ έναν αρχοντοχωριατισμό τύπου «στρατηγός άνεμος 2.0».
(Ο Παναγιώτης Καρκατσούλης είναι εμπειρογνώμονας δημόσιας διοίκησης, π.βουλευτής)



























