Η πυρκαγιά στη Δυτική Αττική συμπληρώνει ένα ακόμα εικοσιτετράωρο. Περισσότερα από 130.000 στρέμματα έχουν παραδοθεί στις φλόγες. Πίσω όμως από τους αριθμούς υπάρχουν άνθρωποι που εγκαταλείπουν τα σπίτια τους, πυροσβέστες, εργαζόμενοι στην πολιτική προστασία και εθελοντές που επιχειρούν εξαντλημένοι, οικογένειες που βλέπουν μέσα σε λίγες ώρες να χάνονται οι κόποι μιας ζωής, ένα φυσικό περιβάλλον που θα χρειαστεί δεκαετίες για να ανακάμψει και πάνω απ’ όλα ανθρώπινες απώλειες.
Αυτή την ώρα λοιπόν, προτεραιότητα παραμένει η προστασία της ανθρώπινης ζωής και η ασφαλής ολοκλήρωση των επιχειρήσεων. Ο σεβασμός προς τις γυναίκες και τους άνδρες του Πυροσβεστικού Σώματος, τους χειριστές των εναέριων μέσων, τους εθελοντές και όλους όσοι βρίσκονται στην πρώτη γραμμή δεν μπορεί να είναι τυπικός. Πρέπει να μεταφράζεται σε ασφαλή μέσα, επαρκή στελέχωση, διαρκή εκπαίδευση και αποτελεσματικό επιχειρησιακό συντονισμό.
Η σοβαρότητα των στιγμών δεν επιτρέπει ούτε κομματικές κραυγές, πόσο δε μάλλον αυτοθαυμασμό για μία επαναλαμβανόμενη κατάσταση για έκτο καλοκαίρι. Επιβάλλει όμως να θέσουμε το πραγματικό πολιτικό ερώτημα: θέλουμε ένα κράτος που εμφανίζεται μετά την καταστροφή για να μετρήσει τις πληγές και να μοιράσει αποζημιώσεις ή ένα κράτος που οργανώνεται πριν από αυτή, ώστε να περιορίσει τον κίνδυνο;
Οι δασικές πυρκαγιές δεν είναι πλέον ίδιες με εκείνες που γνωρίζαμε πριν από είκοσι χρόνια στα παιδικά μας χρόνια. Η κλιματική κρίση παρατείνει τις περιόδους ξηρασίας, εντείνει τους καύσωνες και διαμορφώνει ακραίες πυρομετεωρολογικές συνθήκες. Η εγκατάλειψη της υπαίθρου, τα εγκαταλελειμμένα δάση και η συσσώρευση καύσιμης ύλης δημιουργούν ένα εκρηκτικό περιβάλλον. Καμία χώρα δεν μπορεί πλέον να βασίζεται αποκλειστικά στην καταστολή, όσα αεροσκάφη και αν αποκτήσει κι η αλήθεια είναι πως η δική μας δεν έχει και τόσα πολλά.
Οι συνέπειες της κλιματικής αλλαγής αποτελούν μία νέα πραγματικότητα. Δεν μπορεί όμως να χρησιμοποιούνται ως μόνιμο άλλοθι για κάθε διοικητική αστοχία. Η επίκλησή της δεν απαλλάσσει την Πολιτεία από την υποχρέωση να σχεδιάζει, να προλαμβάνει και να αξιοποιεί τους διαθέσιμους πόρους.
Εύλογα ερωτήματα προκαλεί η απώλεια αρκετών εκατομμυρίων ευρώ από το Ταμείο Ανάκαμψης, τα οποία προορίζονταν για κρίσιμες υποδομές Πολιτικής Προστασίας. Δεν πρόκειται για πολυτέλεια, αλλά για τη ραχοκοκαλιά ενός σύγχρονου μηχανισμού πρόληψης, συντονισμού και αντιμετώπισης. Η κυβέρνηση οφείλει να εξηγήσει πότε θα υλοποιηθούν αυτά τα έργα, από ποιους πόρους θα χρηματοδοτηθούν και πως θα καλυφθεί το κενό που δημιουργείται. Η λογοδοσία δεν είναι εργαλειοποίηση της καταστροφής, αλλά στοιχειώδης δημοκρατική υποχρέωση αφού περάσει η λαίλαπα.
Η μεγάλη μάχη απέναντι στις πυρκαγιές κερδίζεται πριν εμφανιστεί η πρώτη φλόγα, με ενεργή διαχείριση των δασών, καθαρισμούς, αραιώσεις, συντήρηση αντιπυρικών ζωνών και αναβάθμιση της Δασικής Υπηρεσίας. Κερδίζεται με λεπτομερείς χάρτες επικινδυνότητας, δορυφορική παρακολούθηση, συστήματα έγκαιρης ανίχνευσης, μη επανδρωμένα αεροσκάφη και μοντέλα που μπορούν να προβλέψουν την εξάπλωση ενός μετώπου σε πραγματικό χρόνο.
Κερδίζεται επίσης, με κοινές ασκήσεις Πυροσβεστικού Σώματος, δήμων, περιφερειών, ΕΚΑΒ, Αστυνομίας και εθελοντικών οργανώσεων πριν από κάθε αντιπυρική περίοδο. Οι δήμοι δεν μπορούν να φορτώνονται συνεχώς νέες αρμοδιότητες χωρίς προσωπικό, χρηματοδότηση και τεχνική υποστήριξη. Οι αρμοδιότητες χωρίς πόρους δεν συνιστούν αποκέντρωση, αλλά μετάθεση ευθύνης.
Μέρος της λύσης είναι και οι ίδιες οι τοπικές κοινωνίες. Οι κάτοικοι γνωρίζουν τους δρόμους διαφυγής, τις πηγές νερού και τις ιδιαιτερότητες του τόπου τους. Η γνώση τους πρέπει να ενσωματώνεται στα τοπικά σχέδια, με ιδιαίτερη μέριμνα για ηλικιωμένους, παιδιά, ανθρώπους με αναπηρία και όσους δεν διαθέτουν δικό τους μέσο μετακίνησης.
Μετά από κάθε μεγάλη πυρκαγιά ακούμε υποσχέσεις ότι «θα ξαναχτίσουμε όσα χάθηκαν». Η Ελλάδα χρειάζεται να περάσει από την Πολιτική Προστασία της διαχείρισης στην πολιτική της ανθεκτικότητας, από την αποσπασματική αντίδραση στον μακροχρόνιο σχεδιασμό, από το «τρέχουμε όταν ξεσπάσει η φωτιά στο προετοιμαζόμαστε όλον τον χρόνο».
Μπορούμε να δημιουργήσουμε ένα κράτος που θα κάνει ό,τι είναι επιστημονικά, θεσμικά και επιχειρησιακά δυνατό ώστε μία φωτιά να μη μετατρέπεται κάθε φορά σε εθνική καταστροφή. Αυτό είναι ζήτημα ευθύνης απέναντι στους ανθρώπους, στον τόπο και στις επόμενες γενιές χωρίς περιστροφές και ναι μεν, αλλά ...
(Ο Μίλτος Τόσκας είναι Φαρμακοποιός, Μέλος της Πανελλήνιας Ένωσης Κριτικών Κινηματογράφου, Δημοσιογράφος, Κριτικός βιβλίων)



























