Η Τουρκία δεν μας εκπλήσσει. Εδώ και δεκαετίες ακολουθεί με συνέπεια την ίδια αναθεωρητική στρατηγική. Αλλάζει τακτικές, όχι στόχους. Από την εισβολή του 1974 μέχρι τη «Γαλάζια Πατρίδα» και τη σημερινή απαίτηση για δύο κράτη στην Κύπρο, υπηρετεί με επιμονή μια σταθερή επιδίωξη: τη δημιουργία τετελεσμένων και, στη συνέχεια, τη διεθνή νομιμοποίησή τους.
Το πραγματικό ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι τι κάνει η Τουρκία. Το γνωρίζουμε. Το ερώτημα είναι αν η Ελλάδα εξακολουθεί να διαθέτει μια εξίσου σταθερή εθνική στρατηγική.
Οι πρόσφατες διαβουλεύσεις υπό την αιγίδα του Γενικού Γραμματέα του ΟΗΕ επιβεβαίωσαν ότι η Άγκυρα δεν μετακινείται ούτε κατ' ελάχιστον από τη θέση της περί «κυριαρχικής ισότητας» και δύο κρατών. Δηλαδή, από την αξίωση να αναγνωριστούν τα αποτελέσματα της εισβολής και της κατοχής. Πρόκειται για θέση που παραβιάζει κατάφωρα τα ψηφίσματα του Συμβουλίου Ασφαλείας, το διεθνές δίκαιο και το ευρωπαϊκό κεκτημένο.
Και όμως, αντί αυτή η αδιαλλαξία να οδηγήσει σε αναθεώρηση της δικής μας στρατηγικής, δίνει την εντύπωση ότι συμβαίνει το αντίθετο. Για πρώτη φορά μετά από δεκαετίες, η Ελλάδα φαίνεται να θεωρεί σημαντικότερο να μη διαταραχθούν οι ελληνοτουρκικές σχέσεις παρά να ανατραπούν οι τουρκικές επιδιώξεις.
Η εξωτερική πολιτική, όμως, δεν κρίνεται από το πόσο ήρεμα περνούν οι μέρες. Κρίνεται από το αν προωθεί τα εθνικά συμφέροντα.
Η ηρεμία είναι ασφαλώς επιθυμητή. Δεν είναι, όμως, εθνική στρατηγική.
Η κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η Ελλάδα είναι σήμερα ισχυρότερη από ποτέ. Αν πράγματι συμβαίνει αυτό, τότε το εύλογο ερώτημα είναι γιατί η Τουρκία δεν έχει εγκαταλείψει ούτε μία από τις αναθεωρητικές της διεκδικήσεις. Εξακολουθεί να προβάλλει τη «Γαλάζια Πατρίδα», να διατηρεί το casus belli, να αμφισβητεί την ελληνική κυριαρχία και τα κυριαρχικά δικαιώματα στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο, να επιμένει στο παράνομο τουρκολιβυκό μνημόνιο και να απαιτεί δύο κράτη στην Κύπρο.
Η πραγματική αποτρεπτική ισχύς δεν μετριέται από τον αριθμό των εξοπλιστικών προγραμμάτων ούτε από τις δημόσιες δηλώσεις των συμμάχων μας. Μετριέται από ένα και μόνο κριτήριο: αν επηρεάζει τη συμπεριφορά του αντιπάλου. Και μέχρι σήμερα, δυστυχώς, δεν βλέπουμε καμία ουσιαστική μεταβολή της τουρκικής στάσης.
Ταυτόχρονα, η διεθνής πραγματικότητα αλλάζει ραγδαία. Εισερχόμαστε σε μια εποχή όπου η γεωπολιτική ισχύς, η στρατηγική χρησιμότητα και τα εθνικά συμφέροντα αποκτούν ολοένα μεγαλύτερο βάρος στις αποφάσεις των μεγάλων δυνάμεων. Σε έναν τέτοιο κόσμο, κανείς δεν πρόκειται να υπερασπιστεί τα ελληνικά και κυπριακά συμφέροντα περισσότερο από την ίδια την Ελλάδα και την Κυπριακή Δημοκρατία.
Γι' αυτό το Κυπριακό πρέπει να επανέλθει στη σωστή του βάση. Δεν είναι μια δικοινοτική διαφορά που αναζητεί έναν ακόμη γύρο συνομιλιών. Είναι ζήτημα εισβολής και συνεχιζόμενης κατοχής ευρωπαϊκού εδάφους. Η Ελλάδα οφείλει να επαναφέρει αυτή την αλήθεια στο επίκεντρο της διεθνούς συζήτησης, να αξιοποιήσει πολύ πιο αποφασιστικά την ιδιότητα της Κυπριακής Δημοκρατίας ως κράτους-μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης και να καταστήσει σαφές ότι λύση που νομιμοποιεί τα τετελεσμένα της εισβολής δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή.
Ο διάλογος είναι απαραίτητος. Αλλά ο διάλογος δεν μπορεί να υποκαθιστά τη στρατηγική, ούτε να μετατρέπεται σε αυτοσκοπό.
Γιατί στο Κυπριακό ο χρόνος δεν είναι ουδέτερος. Ο χρόνος δεν είναι διαιτητής. Είναι σύμμαχος είτε της δικαιοσύνης είτε της κατοχής. Το ποια πλευρά θα επιλέξει να ενισχύσει η Ελλάδα δεν είναι ζήτημα επικοινωνίας. Είναι ζήτημα στρατηγικής, πολιτικής βούλησης και εθνικής αυτοπεποίθησης.
(Ο Θανάσης Σκορδάς είναι πρ. Υφυπουργός)




























