Η κυβέρνηση θα θεσμοθετήσει το Εθνικό Δημοσιονομικό Συμβούλιο (ΕΔΣ) χωρίς να έχουν προηγηθεί, οι θεσμικές εγγυήσεις και χωρίς να υπάρχει αντίστοιχο ευρωπαϊκό προηγούμενο με παρόμοια χαρακτηριστικά.
Υπάρχουν χώρες όπου ανεξάρτητοι δημοσιονομικοί φορείς ή υπηρεσίες της Βουλής παρέχουν κοστολογήσεις προτάσεων κομμάτων ή κυβερνήσεων. Η Ιρλανδία έχει θεσμοθετημένη διαδικασία μέσω των αρμόδιων υπουργείων πριν από εκλογές, ενώ διεθνώς υπάρχουν λίγα αντίστοιχα παραδείγματα. Η ίδια η εξωτερική αξιολόγηση του Ελληνικού Δημοσιονομικού Συμβουλίου αναφέρει ότι μόνο πέντε ανεξάρτητοι δημοσιονομικοί θεσμοί στον χώρο του ΟΟΣΑ, ασχολούνται με κοστολόγηση εκλογικών προγραμμάτων, γεγονός που δείχνει ότι πρόκειται για μάλλον περιορισμένη και όχι γενικευμένη πρακτική.
Στην ουσία η κυβέρνηση παρουσιάζει ως ευρωπαϊκή κανονικότητα μια πρακτική που μόνο περιορισμένα εφαρμόζεται διεθνώς και επιχειρεί να την εισαγάγει σε μια χώρα όπου ούτε η δημοσιονομική λογοδοσία του ίδιου του κράτους, ούτε οι όροι ισότιμου πολιτικού ανταγωνισμού, έχουν ακόμη διασφαλιστεί.
Η σκοπιμότητα της επιλογής της κυβέρνησης αναδεικνύεται από τέσσερις πολιτικές αντιφάσεις
Πρώτη αντίφαση
Η κυβέρνηση ζητά αυστηρή κοστολόγηση των προγραμμάτων των κομμάτων, ενώ κάθε χρόνο οι μακροοικονομικές προβλέψεις και οι εκτελέσεις του κρατικού προϋπολογισμού μεταβάλλονται, επειδή οι ίδιες οι παραδοχές αλλάζουν. Υπάρχουν σημαντικές αποκλίσεις μεταξύ προβλέψεων και πραγματικών μεγεθών στην ανάπτυξη, στον πληθωρισμό, στην απασχόληση, στα φορολογικά έσοδα. Οι κρατικοί προϋπολογισμοί αναθεωρούνται διαρκώς, ενώ δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις όπου δημόσιες δαπάνες ή έργα παρουσιάζουν καθυστερήσεις, υπερβάσεις ή προβλήματα διαχείρισης.
Το Ελληνικό Δημοσιονομικό Συμβούλιο ήδη αξιολογεί τις προβλέψεις και την τήρηση των δημοσιονομικών κανόνων, ενώ η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει επισημάνει ότι η νέα αρμοδιότητα κοστολόγησης κομματικών προγραμμάτων, απαιτεί ακόμη καλύτερη πρόσβαση στα αναγκαία δεδομένα.
Προκύπτουν συνεπώς, σημαντικά ερωτήματα για την λειτουργία της δημοκρατίας, τα οποία όχι μόνο πρέπει να απαντηθούν αλλά και να δρομολογηθούν θεσμικές δομές, όπως έχει γίνει σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες.
-Ποιος λογοδοτεί όταν τα έσοδα ξεπερνούν τις προβλέψεις ή όταν οι δαπάνες μεταβάλλονται σημαντικά;
-Ποιος αναλαμβάνει πολιτική ευθύνη όταν δημόσια έργα υπερβαίνουν τον αρχικό προϋπολογισμό ή όταν υπουργεία εμφανίζουν διαχρονικά προβλήματα διαχείρισης;
-Γιατί η αυστηρότητα αφορά μόνο την αντιπολίτευση και όχι την εκτελεστική εξουσία;
Δεύτερη αντίφαση
Το 2027-2034 και ιδίως μετά το νέο Πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο της ΕΕ, αλλάζουν οι ίδιες οι δημοσιονομικές δυνατότητες των κρατών. Η Ελλάδα δεν βρίσκεται σε μια περίοδο δημοσιονομικής κανονικότητας.
Βρίσκεται σε περίοδο, εφαρμογής των νέων ευρωπαϊκών δημοσιονομικών κανόνων, μπροστά στην αναθεώρηση του Πολυετούς Δημοσιονομικού Πλαισίου μετά το 2027, με νέες ευρωπαϊκές προτεραιότητες στην άμυνα, την ενεργειακή αυτονομία, την ανταγωνιστικότητα και την τεχνολογία, με μεταβαλλόμενα χρηματοδοτικά εργαλεία.
Άρα, δεν μπορεί κανείς να εμφανίζει ως απόλυτη αλήθεια μια κοστολόγηση που βασίζεται στις σημερινές παραδοχές. Η πολιτική δεν μπορεί να εγκλωβίζεται στις παραδοχές μιας συγκεκριμένης χρονικής στιγμής, όταν το ευρωπαϊκό πλαίσιο εξελίσσεται διαρκώς.
Τρίτη αντίφαση
Καμία κοστολόγηση δεν είναι ουδέτερη.
Κάθε οικονομική αποτίμηση βασίζεται σε συγκεκριμένες παραδοχές, για τον πληθωρισμό, την ανάπτυξη, την ανεργία, τα επιτόκια, την απορρόφηση ευρωπαϊκών πόρων, ακόμη και για τις πολιτικές προτεραιότητες που επιλέγει μια κυβέρνηση.
Εάν αυτές οι παραδοχές ταυτίζονται με το κυβερνητικό δημοσιονομικό σενάριο, τότε στην πραγματικότητα δεν αξιολογούνται διαφορετικές πολιτικές επιλογές. Αξιολογείται μόνο, το κατά πόσο οι προτάσεις της αντιπολίτευσης προσαρμόζονται στη φιλοσοφία της κυβέρνησης.
Η δημοκρατία όμως λειτουργεί ακριβώς, επειδή υπάρχουν διαφορετικά μοντέλα ανάπτυξης. Άλλες κυβερνήσεις και κόμματα επιλέγουν, υψηλότερες δημόσιες επενδύσεις, μεγαλύτερη κοινωνική προστασία, διαφορετική φορολογική πολιτική, διαφορετική αξιοποίηση του δημοσιονομικού χώρου.
Δεν μπορεί όλες αυτές οι διαφορετικές στρατηγικές να κρίνονται αποκλειστικά με βάση τις παραδοχές μιας μόνο κυβέρνησης.
Τέταρτη αντίφαση
Η κυβέρνηση δεν έχει θεσπίσει πραγματικά σταθερό και κοινό προεκλογικό χρόνο. Όσο ο χρόνος των εκλογών παραμένει στην πολιτική διακριτική ευχέρεια της κυβέρνησης, υπάρχει ο κίνδυνος η διαδικασία να δημιουργεί άνισους όρους ανταγωνισμού. Η κοστολόγηση μπορεί να λειτουργήσει δημοκρατικά μόνο, όταν υπάρχει κοινός και θεσμοθετημένος προεκλογικός χρόνος για όλους. Διαφορετικά, αντί να αποτελεί εργαλείο διαφάνειας, μετατρέπεται εύκολα, σε εργαλείο πολιτικού αιφνιδιασμού.
Η χώρα μας χρειάζεται περισσότερη λογοδοσία, περισσότερη διαφάνεια και περισσότερη τεκμηρίωση.
Όχι όμως μια νέα πολιτική «πίστα», όπου η δημόσια αντιπαράθεση θα εξαντλείται σε πίνακες Excel και λογιστικές εξισώσεις.
Η αξιοπιστία δεν μπορεί να αφορά μόνο την αντιπολίτευση.
Οφείλει να αφορά πρώτα την κυβέρνηση.
Αν η δημόσια συζήτηση περιοριστεί σε μια διαρκή αντιπαράθεση για το ποιος βρήκε ένα δισεκατομμύριο περισσότερο ή λιγότερο, τότε κινδυνεύουμε να επιστρέψουμε στη γνωστή ελληνική παροιμία: «Τρεις το λάδι, τρεις το ξύδι».
Και το πιο τραγικό είναι ότι, με το κόστος ζωής να πιέζει τα νοικοκυριά, πολλοί πολίτες δεν θα μπορούν να πληρώσουν ούτε το λάδι ούτε το ξύδι.
Η κοστολόγηση πρέπει να αξιολογεί όχι μόνο το δημοσιονομικό κόστος μιας πρότασης αλλά και το κοινωνικό και αναπτυξιακό της όφελος. Μια δημόσια επένδυση στη στέγαση, στην υγεία ή στην παιδεία μπορεί να αυξάνει βραχυπρόθεσμα μια δαπάνη, αλλά να μειώνει μακροπρόθεσμα το κοινωνικό κόστος, να ενισχύει την παραγωγικότητα και να δημιουργεί δημοσιονομικά έσοδα. Αν μετράμε μόνο το κόστος και όχι την απόδοση μιας πολιτικής, τότε δεν κάνουμε οικονομική αξιολόγηση, κάνουμε λογιστική. Και η πολιτική δεν είναι λογιστική. Είναι επιλογή για το μέλλον.
Η δημοκρατία δεν κινδυνεύει όταν τα κόμματα υποβάλλουν τις προτάσεις τους σε δημόσιο έλεγχο. Κινδυνεύει όταν η πολιτική περιορίζεται σε έναν πίνακα υπολογισμών, όταν οι διαφορετικές ιδεολογικές επιλογές αξιολογούνται αποκλειστικά μέσα από το πρίσμα των παραδοχών της εκάστοτε κυβέρνησης και όταν η τεχνοκρατία επιχειρεί να ορίσει τα όρια της πολιτικής.
(Η Κατερίνα Μπατζελή είναι πρ. Υπουργός, βουλευτής και ευρωβουλευτής)


























