H πολιτική επικοινωνία της κυβέρνησης ξεπερνά ακόμη και τη σάτιρα. Και αυτό επειδή καταφέρνει να παρουσιάζει ως επιτυχία κάτι που, σε κάθε κανονική δημοκρατία, θα αποτελούσε λόγο σοβαρού προβληματισμού.
Η τελευταία υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ είναι μια τέτοια στιγμή.Η κυβέρνηση πανηγυρίζει επειδή, από τους έντεκα βουλευτές που είχαν βρεθεί στο μικροσκόπιο της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, τελικά παραπέμπονται «μόνο» τέσσερις.Το «μόνο» είναι η λέξη-κλειδί.
Σαν να ανακοινώνει μια αεροπορική εταιρεία ότι από τους έντεκα κινητήρες χάλασαν μόνο οι τέσσερις και να περιμένει χειροκρότημα.Σαν να θεωρεί ένας μαθητής επιτυχία ότι κόπηκε στα τέσσερα αντί στα έντεκα μαθήματα.Κι όμως, αυτό ακριβώς παρουσιάζεται ως πολιτική δικαίωση.
Ακόμη πιο εντυπωσιακό είναι ότι δεν αρκεί ο πανηγυρισμός. Ζητείται και συγγνώμη. Να απολογηθούν όσοι μίλησαν για πολιτικές ευθύνες, επειδή τελικά δεν παραπέμφθηκαν έντεκα αλλά τέσσερις.Μόνο που οι αριθμοί έχουν ένα ελάττωμα: δεν αλλάζουν την πραγματικότητα.
Η πραγματικότητα λέει ότι παραπέμπονται είκοσι δύο πρόσωπα. Ανάμεσά τους τέσσερις εν ενεργεία βουλευτές, ο πρώην πρόεδρος του ΟΠΕΚΕΠΕ, ο πρώην γενικός διευθυντής Άμεσων Πληρωμών, πρώην περιφερειακοί διευθυντές, συνεργάτες πολιτικών προσώπων, υπηρεσιακοί παράγοντες και δικαιούχοι επιδοτήσεων.
Με άλλα λόγια, δεν πρόκειται για τέσσερις «μεμονωμένες περιπτώσεις». Πρόκειται για μια αλυσίδα προσώπων που συνδέονται μεταξύ τους και με τη λειτουργία ενός κρατικού μηχανισμού διαχείρισης ευρωπαϊκών πόρων.Αυτό είναι το γεγονός.Όλα τα υπόλοιπα είναι επικοινωνία.
Σαν να μην έφτανε αυτό, ακούσαμε και κάτι ακόμη πιο παράδοξο. Τον Μάκη Βορίδη να προεξοφλεί δημόσια ότι οι τέσσερις βουλευτές θα αθωωθούν πανηγυρικά.
Είναι μια περίεργη αντίληψη περί διάκρισης των εξουσιών. Οι δικαστές δεν έχουν ακόμη δικάσει, οι κατηγορούμενοι δεν έχουν ακόμη απολογηθεί, αλλά το πολιτικό συμπέρασμα έχει ήδη εκδοθεί.
Αναρωτιέται κανείς γιατί να μπαίνουμε στον κόπο να διεξάγονται δίκες. Θα μπορούσαν απλώς να δίνονται συνεντεύξεις Τύπου.
Και σαν να μην αρκούσε η προεξόφληση της δικαστικής κρίσης, ο κυβερνητικός εκπρόσωπος έκρινε ότι δεν υπάρχει κανένας λόγος οι τέσσερις παραπεμπόμενοι βουλευτές να μη συμμετάσχουν ξανά στα ψηφοδέλτια.
Βεβαίως, το τεκμήριο αθωότητας είναι αδιαπραγμάτευτο. Η παραπομπή δεν ισοδυναμεί με καταδίκη και κανείς δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως ένοχος πριν αποφανθεί η Δικαιοσύνη.Υπάρχει όμως και κάτι που λέγεται πολιτική ευαισθησία.Και αυτή δεν επιβάλλεται από τον Ποινικό Κώδικα. Επιβάλλεται από την κοινή λογική.
Γιατί άλλο είναι να λες «θα περιμένουμε τη Δικαιοσύνη» και άλλο να μετατρέπεις την παραπομπή τεσσάρων εν ενεργεία βουλευτών σε απόδειξη ηθικής υπεροχής.
Η ειρωνεία κορυφώνεται όταν η ίδια κυβέρνηση αφήνει αιχμές κατά της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας. Του ίδιου θεσμού που μέχρι χθες επικαλούνταν ως εγγύηση του ευρωπαϊκού κράτους δικαίου. Προφανώς, οι ανεξάρτητοι θεσμοί είναι αξιόπιστοι μόνο όταν συμφωνούν με το κυβερνητικό αφήγημα.
Το ζήτημα, όμως, δεν είναι αν παραπέμφθηκαν τέσσερις ή έντεκα.Είναι πώς φτάσαμε στο σημείο να θεωρείται πολιτικός θρίαμβος ότι παραπέμπονται «μόνο» τέσσερις κυβερνητικοί βουλευτές, μαζί με κορυφαία στελέχη ενός δημόσιου οργανισμού που διαχειρίζεται ευρωπαϊκά χρήματα.Σε μια ώριμη δημοκρατία, μια τέτοια εξέλιξη θα γεννούσε αυτοκριτική, θεσμική συστολή και λογοδοσία.
Εδώ γεννά πανηγυρισμούς, θριαμβολογίες και απαιτήσεις για συγγνώμη.Ίσως αυτό να είναι το πιο ανησυχητικό στοιχείο της υπόθεσης.
Όχι η προσπάθεια να υποβαθμιστεί ένα τόσο σοβαρό ζήτημα.Αλλά το γεγονός ότι επιχειρείται να μας πείσουν πως το 7-4 είναι σκορ νίκης.Και ότι οφείλουμε να χειροκροτήσουμε τον ηττημένο επειδή έχασε με μικρότερη διαφορά.
(Η Ιωάννα Λιούτα είναι πολιτική και οικονομική αναλύτρια)
























