Για πολλά χρόνια, κάθε συζήτηση για την επαναφορά του 13ου και 14ου μισθού και της αντίστοιχης σύνταξης σταματά στην ίδια φράση, «δεν υπάρχουν δημοσιονομικά περιθώρια,θα χρεοκοπήσουμε.»
Είναι όμως έτσι;
Τα επίσημα οικονομικά στοιχεία των τελευταίων ετών δείχνουν μια εντελώς διαφορετική εικόνα.Οι αριθμοί απαντούν μόνοι τους.
Το συνολικό ετήσιο κόστος για την πλήρη επαναφορά των δώρων σε δημόσιους υπαλλήλους και συνταξιούχους εκτιμάται περίπου στα 5,5 δισεκατομμύρια ευρώ. Από αυτό, το κόστος που αφορά αποκλειστικά τους εν ενεργεία δημοσίους υπαλλήλους κυμαίνεται μεταξύ 1,05 και 1,37 δισ. ευρώ, ανάλογα με τον τρόπο υπολογισμού των κρατήσεων και των ασφαλιστικών εισφορών.
Την ίδια στιγμή, το ελληνικό Δημόσιο κατέγραψε το 2025 πρωτογενές πλεόνασμα 8,1 δισεκατομμυρίων ευρώ, υπερβαίνοντας τον στόχο κατά περίπου 2,76 δισεκατομμύρια ευρώ. Παράλληλα, τα έσοδα από τον ΦΠΑ ανήλθαν στα 27,77 δισ. ευρώ, ενώ ο κρατικός προϋπολογισμός προβλέπει ότι το 2026 θα φθάσουν τα 29,5 δισ. ευρώ.
Με απλά μαθηματικά, το επιχείρημα περί έλλειψης χρημάτων δυσκολεύεται να σταθεί.Υπάρχει όμως και μια δεύτερη παράμετρος που συχνά αποσιωπάται.Η επαναφορά των δώρων δεν αποτελεί μόνο δημόσια δαπάνη. Αποτελεί ταυτόχρονα και ένεση ρευστότητας στην πραγματική οικονομία.Οι εκθέσεις του ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ κατέγραψαν ότι μετά την κατάργηση των δώρων σημειώθηκε πτώση 35% έως 40% στον χριστουγεννιάτικο τζίρο, ενώ η αγορά έχανε κάθε Δεκέμβριο 2,5 έως 3 δισεκατομμύρια ευρώ καταναλωτικής δαπάνης.
Περισσότερες από 60.000 μικρές επιχειρήσεις οδηγήθηκαν σε οριστικό κλείσιμο τα πρώτα χρόνια της κρίσης, ενώ ο κλάδος ένδυσης και υπόδησης έχασε σχεδόν το 45% του κύκλου εργασιών του.
Τα στοιχεία αυτά δείχνουν ότι η κατάργηση των δώρων δεν περιόρισε μόνο το εισόδημα των εργαζομένων και των συνταξιούχων. Αφαίρεσε πολύτιμη κατανάλωση από την αγορά, με αποτέλεσμα απώλειες θέσεων εργασίας, λουκέτα και μείωση των φορολογικών εσόδων.Επιπλέον, ένα σημαντικό μέρος των χρημάτων που θα δοθούν επιστρέφει άμεσα στο Δημόσιο μέσω ΦΠΑ, φόρου εισοδήματος και ασφαλιστικών εισφορών. Το πραγματικό δημοσιονομικό κόστος επομένως είναι μικρότερο από το ονομαστικό.
Η πραγματική συζήτηση, συνεπώς, δεν αφορά το αν υπάρχουν οι πόροι.Αφορά το πού επιλέγει να τους κατευθύνει η κυβέρνηση.Όταν η οικονομία εμφανίζει πρωτογενή πλεονάσματα ρεκόρ και φορολογικά έσοδα που αυξάνονται χρόνο με τον χρόνο, η επαναφορά των δώρων παύει να αποτελεί λογιστικό πρόβλημα και μετατρέπεται σε καθαρή πολιτική επιλογή.
(Η Ιωάννα Λιούτα είναι Πολιτική και οικονομική αναλύτρια)




























