Ένα σχέδιο φτωχοποίησης, με υπογραφές, νόμους και κυβερνητικές αποφάσεις. Η εικόνα που αποτυπώνουν τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ για το λιανεμπόριο (2025) δεν είναι μια ιστορία επιτυχίας. Είναι μία κοινωνία που πιέζεται μέχρι να σπάσει.
Ο τζίρος του λιανεμπορίου άγγιξε τα 74,85 δισ. ευρώ, αυξημένος κατά 2% σε σχέση με το 2024. Όμως όταν ο πληθωρισμός τρέχει στο 2,9%, αυτό δεν είναι ανάπτυξη. Είναι καθαρή συρρίκνωση του όγκου πωλήσεων. Είναι λιγότερα προϊόντα στο καλάθι, λιγότερη κατανάλωση, περισσότερη αγωνία για την καθημερινότητα Είναι ένα «ρεκόρ» φτιαγμένο από ακριβότερες τιμές και όχι από περισσότερη ευημερία.
Κι ενώ οι κυβερνητικοί πίνακες μιλούν για «θετικούς ρυθμούς», η πραγματικότητα μιλά για μια αγορά δύο ταχυτήτων. Από τη μία, τα σούπερ μάρκετ απορροφούν το 27,3% της συνολικής δαπάνης. Σχεδόν 3 στα 10 ευρώ πάνε σε τρόφιμα και είδη πρώτης ανάγκης. Εκεί καταγράφεται και η μεγαλύτερη άνοδος (+4,4%).
Από την άλλη, όλοι οι υπόλοιποι κλάδοι φυτοζωούν. Γιατί όταν ο οικογενειακός προϋπολογισμός εξαντλείται στο ράφι με τα μακαρόνια και το γάλα, δεν περισσεύει τίποτα για ρούχα, βιβλία, πολιτισμό, μικρές απολαύσεις. Αυτό δεν είναι «ελεύθερη επιλογή καταναλωτή». Είναι αναγκαστική αναδίπλωση. Είναι αφαίμαξη για τα απολύτως αναγκαία.
Στην Ελλάδα του Κυριάκου Μητσοτάκη, η επιβίωση βαφτίζεται σταθερότητα. Τα πλεονάσματα παρουσιάζονται ως εθνική επιτυχία. Αλλά ποια πλεονάσματα; Εκείνα που χτίζονται πάνω σε άδειες τσέπες; Πάνω σε μισθούς που τελειώνουν πριν τελειώσει ο μήνας; Πάνω σε νοικοκυριά που μετρούν μέρες μέχρι την επόμενη κατάθεση;
Όταν 6 στα 10 νοικοκυριά δηλώνουν ότι δεν τα βγάζουν πέρα και το 83,5% αδυνατεί να αποταμιεύσει έστω ένα ευρώ, δεν μιλάμε για «κακή διαχείριση». Μιλάμε για κοινωνική ασφυξία.
Χωρίς αποταμίευση δεν υπάρχει ασφάλεια. Χωρίς ασφάλεια δεν υπάρχει ελευθερία και είσαι όμηρος του εργοδότη, γιατί δεν έχεις δίχτυ ασφαλείας. Είσαι όμηρος της τράπεζας, γιατί κάθε απρόοπτο γίνεται δάνειο και όμηρος της ακρίβειας, γιατί δεν έχεις περιθώριο επιλογής.
Και την ίδια στιγμή, από τα έδρανα της Νέα Δημοκρατία ακούγεται το περιβόητο «ο τζάμπας πέθανε».Για ποιον πέθανε; Για εκείνον που ο μισθός του τελειώνει στις 18 του μήνα; Για εκείνον που διαλέγει ποιον λογαριασμό θα αφήσει απλήρωτο;
Το λιανικό εμπόριο μεταχειρισμένων ειδών εκτινάχθηκε κατά 31,7%, επιβεβαιώνοντας τη στροφή στα «θριφτάδικα» ως λύση ανάγκης. Ναι, για τον εργαζόμενο δεν πέθανε ο «τζάμπας».Πέθανε ο μισθός. Πέθανε η αξιοπρέπεια. Πέθανε η προοπτική.
Δεν είναι «γκρίνια» να ζητάς να ζεις από τη δουλειά σου. Δεν είναι «μιζέρια» να απαιτείς να μπορείς να πληρώσεις το ενοίκιο χωρίς να φοβάσαι. Δεν είναι λαϊκισμός να λες ότι η ανάπτυξη χωρίς κοινωνική αναδιανομή είναι απλώς μεταφορά πλούτου προς τα πάνω.
Δεν είναι κακοκαιρία που θα περάσει. Είναι αποτέλεσμα συγκεκριμένων επιλογών που είναι η συγκράτηση μισθών, η ανοχή σε ολιγοπωλιακές πρακτικές και η δημοσιονομική αυστηρότητα που βαραίνει τους πολλούς και ελαφρύνει τους λίγους.
Όταν η κατανάλωση μετατρέπεται σε αγώνα επιβίωσης και η εργασία δεν εξασφαλίζει αξιοπρεπή ζωή, τότε το πρόβλημα δεν είναι επικοινωνιακό. Είναι βαθιά πολιτικό.
Η κοινωνία δεν μετρά ποσοστά ΑΕΠ αλλά μετρά πόσες μέρες αντέχει ο μισθός και αυτές με το ζόρι είναι 18.Τα νοικοκυριά δεν συγκινούνται από διαγράμματα αλλά τρέμουν από τον φόβο μήπως αρρωστήσουν και δεν μπορούν να πληρώσουν. Αυτή δεν είναι «ανάπτυξη».
Και όσο κι αν επιχειρείται να βαφτιστεί η εξάντληση «σταθερότητα», η πραγματικότητα παραμένει πεισματάρα. Μια κοινωνία που δουλεύει όλη μέρα για να φοβάται το βράδυ δεν είναι κοινωνία που προοδεύει. Είναι κοινωνία που δοκιμάζεται, μέχρι να μην αντέξει άλλο.
(Η Ιωάννα Λιούτα είναι Πολιτική και Οικονομική Αναλύτρια)































