Από το «Never Again» στο «More Guns».
Η νέα «Ευρώπη των όπλων» είναι η Ευρώπη που χτίστηκε πάνω στα ερείπια δύο παγκοσμίων πολέμων, με θεμέλιο λίθο το «ποτέ ξανά», μετατρέπεται με γοργό ρυθμό σε ήπειρο εξοπλισμών.
Σύμφωνα με το The Economist, η Ουκρανία θα χρειαστεί σχεδόν 400 δισ. δολάρια τα επόμενα τέσσερα χρόνια για να συνεχίσει να αντιστέκεται στη Ρωσία και το μεγαλύτερο βάρος θα πέσει στους ώμους των Ευρωπαίων.
Η εκτίμηση αυτή δεν είναι απλώς ένας αριθμός. Είναι το νέο συμβόλαιο της Ευρώπης με τον εαυτό της, ένα συμβόλαιο πολέμου, όχι ειρήνης.
Αντί να επιμείνει σε διπλωματικές πρωτοβουλίες, η Ευρωπαϊκή Ένωση μετατρέπεται σε μια οικονομία πολεμικής ετοιμότητας με τη Γερμανία να ανακοινώνει ήδη πρόγραμμα επανεξοπλισμού ύψους 377 δισ. ευρώ και τα κράτη-μέλη του ΝΑΤΟ να αυξάνουν τις στρατιωτικές τους δαπάνες στο 0,4% του ΑΕΠ μόνο για τη στήριξη του Κιέβου.
Η Ευρώπη φαίνεται να ξεχνά ότι η δύναμή της δεν ήταν ποτέ τα κανόνια, αλλά οι αξίες της. Αντί να είναι η ήπειρος της διπλωματίας, γίνεται η ήπειρος των όπλων. Οι Κυβερνήσεις συζητούν πώς να «αξιοποιήσουν» τα παγωμένα ρωσικά περιουσιακά στοιχεία για να χρηματοδοτήσουν πολεμικές προσπάθειες, ένα βήμα που το Βέλγιο χαρακτήρισε «ειδική δήμευση» με τεράστιους νομικούς κινδύνους.
Όταν η ειρήνη μετατρέπεται σε λογιστικό πρόβλημα και η βοήθεια σε «επένδυση», τότε ο πόλεμος παύει να είναι προσωρινή κρίση και γίνεται μόνιμη στρατηγική.
Για την Ελλάδα, τα πράγματα δεν είναι θεωρητικά
Αν η Ευρωπαϊκή Ένωση υιοθετήσει το σχέδιο του Economist και αυξήσει τη συμμετοχή των μελών της στη χρηματοδότηση της Ουκρανίας, η Αθήνα θα κληθεί να συνεισφέρει άμεσα ή έμμεσα μέσω του ευρωπαϊκού προϋπολογισμού.
Με ένα ΑΕΠ περίπου 250 δισ. ευρώ, ακόμη και μια «συμβολική» επιβάρυνση της τάξης του 0,3 %, 0,4 % του ΑΕΠ θα σήμαινε 750 εκατ. έως 1 δισ. ευρώ ετησίως!!
Χρήματα που θα μπορούσαν να κατευθυνθούν στην υγεία, παιδεία, κοινωνική πολιτική ή ενεργειακή αυτάρκεια, θα μετατραπούν σε δαπάνες εξοπλισμών και υποστήριξης ενός πολέμου που κανείς δεν ξέρει πότε ή αν και πως θα τελειώσει.
Πέρα από τα οικονομικά, η Ελλάδα κινδυνεύει να παγιδευτεί σε έναν νέο ευρωπαϊκό μιλιταρισμό που τροφοδοτείται από φόβο και γεωπολιτικές ανασφάλειες.
Η χώρα μας, με τα δικά της ανοιχτά μέτωπα στην Ανατολική Μεσόγειο, δεν έχει συμφέρον να γίνει μέρος μιας Ευρώπης που βλέπει παντού εχθρούς και όχι ευκαιρίες ειρήνης.
Η ΕΕ, που κάποτε τιμήθηκε με το Νόμπελ Ειρήνης (2012), σήμερα μιλά τη γλώσσα των εξοπλισμών. Ελάχιστοι ηγέτες τολμούν να προτείνουν μια νέα αρχιτεκτονική ασφάλειας που να περιλαμβάνει τη Ρωσία σε μεταπολεμικό διάλογο.
Η ρητορική της «νίκης» έχει αντικαταστήσει τη ρητορική της ειρήνης και η «οικονομία της άμυνας» γίνεται το νέο ευρωπαϊκό όραμα. Όμως καμία αυτοκρατορία όπλων δεν μακροημέρευσε χωρίς να εξαντλήσει πρώτα τις κοινωνίες της.
Η Ευρώπη φαίνεται να ξεχνά ότι η δύναμή της δεν ήταν ποτέ οι στρατοί, αλλά οι αξίες της η συνοχή της, και η ικανότητα να προτείνει ένα διαφορετικό μοντέλο διεθνούς συνεργασίας.
Η Ευρώπη βρίσκεται σε σταυροδρόμι
Να επιμείνει στην πορεία της στρατιωτικοποίησης, ξοδεύοντας τρισεκατομμύρια για να συντηρεί έναν πόλεμο που μπορεί να παρατείνεται επ’ αόριστον
ή να διεκδικήσει ξανά τον ρόλο της ως παγκόσμια δύναμη ειρήνης και ισορροπίας, επενδύοντας στη διπλωματία, στην ανοικοδόμηση, στην ανθρώπινη ασφάλεια;
Για την Ελλάδα, η επιλογή αυτή είναι ακόμα πιο κρίσιμη. Ως χώρα των συνόρων, ως μέλος του ΝΑΤΟ και της ΕΕ, έχει κάθε λόγο να υποστηρίξει την ειρήνη, όχι τη διαιώνιση ενός πολέμου που τρώει τις σάρκες της ίδιας της Ευρώπης.
Η ειρήνη δεν είναι αδυναμία· είναι στρατηγική
Και αν η Ευρώπη το ξεχάσει αυτό, τότε δεν θα χρειαστεί να τη νικήσει κανείς. Θα αυτοϋπονομευθεί, ξοδεύοντας τα παιδιά της, τα λεφτά της και το όραμά της στα πεδία ενός πολέμου που δεν μπορεί να κερδηθεί.
(Η Ιωάννα Λιούτα είναι πολιτική και οικονομική αναλύτρια)






























