Η κυβέρνηση αποφάσισε να καταργήσει το πλαφόν στο μικτό περιθώριο κέρδους και να το αντικαταστήσει με μια «συμφωνία κυρίων» μεταξύ κράτους, βιομηχανίας και αλυσίδων σούπερ μάρκετ. Παρουσιάζει την επιλογή αυτή ως απόδειξη εμπιστοσύνης στην αγορά. Στην πραγματικότητα αποτελεί ομολογία αδυναμίας. Όταν μία κυβέρνηση δεν μπορεί να ελέγξει αποτελεσματικά την αγορά, καταφεύγει στις εκκλήσεις για αυτοσυγκράτηση.
Όμως οι πολίτες δεν ψωνίζουν με ευχές. Οι λογαριασμοί δεν πληρώνονται με ανακοινώσεις. Και οι τιμές δεν μειώνονται με συμφωνίες καλής θέλησης.
Εδώ και χρόνια η κυβέρνηση υπόσχεται ότι η ακρίβεια θα αποκλιμακωθεί. Κάθε τόσο παρουσιάζει και ένα νέο «όπλο». Καλάθια του νοικοκυριού, πλαφόν, έκτακτους ελέγχους, βαριά πρόστιμα, εφαρμογές σύγκρισης τιμών και τώρα διαφημίζει τις περίφημες «συμφωνίες κυρίων». Το αποτέλεσμα όμως είναι γνωστό σε κάθε ελληνικό νοικοκυριό που γεμίζει το καρότσι του σούπερ μάρκετ. Οι τιμές παραμένουν υψηλές, η αγοραστική δύναμη συρρικνώνεται και οι οικογενειακοί προϋπολογισμοί πιέζονται ασφυκτικά.
Κανείς δεν υποστηρίζει ότι τα διοικητικά πλαφόν μπορούν να αποτελέσουν μόνιμη λύση. Οι ώριμες οικονομίες της Ευρώπης δεν λειτουργούν με διαρκείς κρατικούς περιορισμούς στις τιμές ή στα περιθώρια κέρδους. Η διαφορά, όμως, είναι ότι διαθέτουν ισχυρούς θεσμούς. Διαθέτουν ανεξάρτητες αρχές ανταγωνισμού με πραγματικές αρμοδιότητες, προηγμένα πληροφοριακά συστήματα, συνεχή εποπτεία της αγοράς, διαφάνεια στην αλυσίδα εφοδιασμού και μηχανισμούς που εντοπίζουν εγκαίρως τις στρεβλώσεις.
Η Ελλάδα εξακολουθεί να μην διαθέτει ένα ολοκληρωμένο σύστημα που να παρακολουθεί σε πραγματικό χρόνο την πορεία των τιμών από τον παραγωγό μέχρι το ράφι. Δεν υπάρχει μια ενιαία ψηφιακή υποδομή που να ενοποιεί τα διαθέσιμα δεδομένα, να αναλύει τις μεταβολές του κόστους, να εντοπίζει ασυνήθιστες αυξήσεις και να επιτρέπει στο κράτος να παρεμβαίνει έγκαιρα και τεκμηριωμένα.
Και αντί η κυβέρνηση να δημιουργήσει αυτή τη θεσμική υποδομή, επιλέγει τον εύκολο δρόμο της επικοινωνίας. Καταργεί έναν αντικειμενικό κανόνα χωρίς να έχει οικοδομήσει τον μηχανισμό που θα τον αντικαταστήσει. Δεν αντικαθιστά το πλαφόν με ισχυρότερους θεσμούς. Το αντικαθιστά με μια υπόσχεση ότι όλοι θα συμπεριφερθούν υπεύθυνα.
Από πότε, όμως, η λειτουργία της αγοράς βασίζεται στην καλή διάθεση των ισχυρών; Από πότε η προστασία του καταναλωτή εξαρτάται από άτυπες δεσμεύσεις και όχι από κανόνες που εφαρμόζονται ισότιμα σε όλους;
Η κυβέρνηση φαίνεται να ξεχνά ότι η αγορά λειτουργεί με κίνητρα, όχι με ευχές. Εκεί όπου δεν υπάρχει ουσιαστικός έλεγχος, πλήρης διαφάνεια και βεβαιότητα κυρώσεων, δημιουργείται πρόσφορο έδαφος για στρεβλώσεις, περιορισμό του ανταγωνισμού και μετακύλιση κάθε κόστους στον τελικό καταναλωτή.
Η μάχη κατά της ακρίβειας δεν κερδίζεται με συνεννοήσεις πίσω από κλειστές πόρτες ούτε με φωτογραφίες μετά από συσκέψεις στο Μέγαρο Μαξίμου. Κερδίζεται με αξιόπιστα δεδομένα, ισχυρές ανεξάρτητες αρχές, πραγματικό ανταγωνισμό και θεσμούς που λειτουργούν καθημερινά, όχι μόνο όταν οι τιμές γίνονται πρώτο θέμα στην επικαιρότητα.
Οι πολίτες δεν ζητούν επικοινωνιακές ασκήσεις αλλά αποτελέσματα. Θέλουν να μπορούν να αγοράζουν τα βασικά αγαθά χωρίς να εξαντλείται ο μισθός τους πριν τελειώσει ο μήνας. Θέλουν μία πολιτεία που να εποπτεύει την αγορά αντί να παρακολουθεί παθητικά τις εξελίξεις.
Οι συμφωνίες κυρίων μπορεί να εξυπηρετούν την κυβερνητική επικοινωνία. Δεν αποτελούν όμως δημόσια πολιτική. Και όσο η κυβέρνηση θα υποκαθιστά τους θεσμούς με άτυπες συμφωνίες, τόσο η ακρίβεια θα παραμένει ο πιο ακριβός λογαριασμός για τα ελληνικά νοικοκυριά.
Γιατί οι τιμές δεν πέφτουν με συμφωνίες καλής θέλησης. Πέφτουν όταν υπάρχει διαφάνεια, πραγματικός ανταγωνισμός και ένα κράτος που γνωρίζει, ελέγχει και λογοδοτεί.
(Η Ιωάννα Λιούτα είναι πολιτική και οικονομική αναλύτρια)




























