Η συζήτηση για ανώτατα όρια στα επιτόκια των καταναλωτικών δανείων και πιστωτικών καρτών έχει στη χώρα μας παρελθόν. Το ζήτημα είχε τεθεί, ιδίως στις πιστωτικές κάρτες, με αφορμή την 1219/2001 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αποδοκίμαζε ως κοινωνικοηθικά απαράδεκτα και καταχρηστικά επιτόκια που κινούνταν σε πολύ υψηλότερα επίπεδα από αυτά των εξωτραπεζικών δικαιοπρακτικών επιτοκίων. Η Τράπεζα της Ελλάδος έσπευσε τότε με την Πράξη 179/2004 (ΕΤΠΘ) να αναδείξει την ιδιαιτερότητα των τραπεζικών επιτοκίων, αποθαρρύνοντας ή δυσχεραίνοντας ανάλογες προσεγγίσεις.
Τα επόμενα χρόνια, στην προ της κρίσης περίοδο, η καταναλωτική πίστη στη χώρα μας έφθασε τελικά να έχει τα υψηλότερα επιτόκια και το μεγαλύτερο σε ποσοστό του ΑΕΠ μερίδιο από κάθε άλλο κράτος της ευρωζώνης. Τα υψηλά επιτόκια εξασφάλιζαν τα απαραίτητα για τις τράπεζες ασφάλιστρα κινδύνου, ώστε να τρέφεται η επιθετική και τυφλή πιστωτική επέκταση της εποχής εκείνης. Αυτά, άλλωστε, ήταν μία από τις βασικές αιτίες για την υπερχρέωση που οδηγήθηκαν χιλιάδες νοικοκυριά.
Όμως και σήμερα η Ελλάδα εξακολουθεί να έχει από τα υψηλότερα επιτόκια στην καταναλωτική πίστη. Το μέσο επιτόκιο των καταναλωτικών δανείων βρίσκεται στο 10,37%, το δε αντίστοιχο της Ευρωζώνης στο 7,59% (Απρ. 2026). Αυτό όταν το μεσοσταθμισμένο επιτόκιο καταθέσεων στην Ελλάδα ανέρχεται σε 0,30% και στην Ευρωζώνη είναι σχεδόν τετραπλάσιο.
Η επικείμενη ενσωμάτωση της Οδηγίας 2023/2225 για τις συμβάσεις πίστωσης για καταναλωτές επανέφερε τη συζήτηση για τη θέσπιση πλαφόν στα επιτόκια καταναλωτικών δανείων και πιστωτικών καρτών. Αυτή τη φορά μάλιστα δίχως τους αφορισμούς περί «διοικητικού καθορισμού τους». Το άρθρο 31 της Οδηγίας ρητά προβλέπει τη δυνατότητα των κρατών – μελών να θεσπίζουν ανώτατα όρια στα χρεωστικά επιτόκια ή στο συνολικό κόστος της πίστωσης για τον καταναλωτή.
Την ανάγκη να τεθούν περιορισμοί στο ύψος των τόκων των καταναλωτικών δανείων αναγνώρισε εντέλει και η Κυβέρνηση. Έτσι, στην προαναγγελία του σχεδίου νόμου για την ενσωμάτωση της Οδηγίας έσπευσε να γνωστοποιήσει τη δική της προσέγγιση για το ζήτημα, ότι δηλ. ότι θα επιβάλει ανώτατο όριο στο συνολικό ποσό αποπληρωμής ενός δανείου, καθορίζοντας ένα ποσοστό (30 έως 50%) έως το οποίο θα προσαυξάνεται το κεφάλαιο του δανείου για να καλυφθούν οι τόκοι και τα έξοδα.
Η προσέγγιση αυτή, που δεν αφορούσε πάντως τις πιστωτικές κάρτες, παρά τη θετική της απήχηση λόγω και της απλοϊκότητας που τη χαρακτήριζε, επικρίθηκε δικαίως ως αλυσιτελής για το γεγονός ότι άφηνε εκτός ορίων το τίμημα της πίστωσης, δηλ. το επιτόκιο. Το κόστος που έχει ένα δάνειο διαμορφώνεται από το (πραγματικό) επιτόκιο και τη διάρκεια χρήσης του κεφαλαίου. Οι τράπεζες θα μπορούσαν, λοιπόν, να μειώνουν τη διάρκεια αποπληρωμής, ώστε να συνεχίζουν τα υπέρογκα επιτόκια. Έτσι, όμως, θα περιορίζονταν από την άλλη και οι διαθέσιμες για τον καταναλωτή επιλογές.
Ενδεικτικά ως παράδειγμα: Aκόμη και ορίζοντας το συνολικό ποσόν αποπληρωμής στο 130% του δανείου, ένα καταναλωτικό δάνειο τριετούς διάρκειας μπορεί να έχει πραγματικό επιτόκιο μέχρι 17,90%, δηλαδή σχεδόν τριπλάσιο της αντίστοιχης κατηγορίας του μέσου όρου της ευρωζώνης. Άλλωστε, τα καταναλωτικά δάνεια συνήθως έχουν μεσοπρόθεσμη διάρκεια.
Ωστόσο, το σχέδιο νόμου για την ενσωμάτωση της Οδηγίας που έδωσε η Κυβέρνηση σε διαβούλευση απογοήτευσε και τις όποιες προσδοκίες είχε σπεύσει να καλλιεργήσει η Κυβέρνηση, έστω και με τον παραπάνω τρόπο, για μία ουσιαστική παρέμβαση. Έτσι, στο άρθρο 40 του σχεδίου νόμου το ανώτατο συνολικό κόστος του δανείου ορίζεται, σε περίπτωση που αυτό έχει διάρκεια τεσσάρων ετών, στο κεφάλαιο του δανείου προσαυξημένο κατά 60%. Αυτό σημαίνει στο προηγούμενο παράδειγμα πραγματικό επιτόκιο που μπορεί να φθάνει έως 34%! Αν πάλι το δάνειο είναι πέντε ετών, με την προσαύξηση του 70% που ορίζεται γι’ αυτή την περίπτωση, μπορεί να έχει πραγματικό επιτόκιο που φθάνει έως 23%.
Είναι φανερό, λοιπόν, ότι η Κυβέρνηση εγκατέλειψε οποιαδήποτε πρόθεση για αντιμετώπιση του προβλήματος των υψηλών επιτοκίων, τουλάχιστον με τον τρόπο που η ίδια το έθεσε. Αντιθέτως, η ρύθμιση που τελικά καταλήγει αφήνει όλο το έδαφος προς τις τράπεζες να μεγαλώσουν ακόμη περισσότερο το χάσμα από το αντίστοιχο μέσο όρο της Ευρωζώνης.
Πρέπει να επισημανθεί ότι το σ/ν προβλέπει στο ίδιο άρθρο και ένα άλλο ανώτατο όριο για το συνολικό ετήσιο πραγματικό επιτόκιο, το λεγόμενο Σ.Ε.Π.Ε. Αφού η παραπάνω πρόβλεψη αποδεικνύεται άνθρακας, ας δούμε μήπως έστω από αυτό προκύπτει κάποια πρόοδος. Σύμφωνα, λοιπόν, με τη σχετική διάταξη, το Σ.Ε.Π.Ε. δεν μπορεί να υπερβαίνει το μέσο όρο του τελευταίου τριμήνου για την ίδια κατηγορία πίστωσης ή δανείου, όπως δημοσιεύεται από την Τράπεζα της Ελλάδος, προσαυξημένο κατά 30% έως 50%. Το ειδικότερο ανά κατηγορία ποσοστό παραπέμπεται σε υπουργική απόφαση.
Ωστόσο, ένα ανώτατο όριο που προσδιορίζεται με βάση τα επιτόκια που οι τράπεζες ήδη εφαρμόζουν, ιδίως σε μία ανταγωνιστικά προβληματική αγορά, όταν μάλιστα η προσαύξηση του περιθωρίου επί του μέσου όρου είναι μεγάλη, είναι αμφίβολο αν διατηρεί κάποια ρυθμιστική αξία. Ακόμη, και η εκτίμηση ότι στην περίπτωση αυτή προστατεύονται τουλάχιστον αδύναμες κοινωνικές ομάδες από φαινόμενα ακραίας εκμετάλλευσης, δεν επιβεβαιώνεται λόγω των ήδη υψηλών για το μεγάλο όγκο των καταναλωτών επιτοκίων.
Ο αντίλογος στη θέσπιση πλαφόν είναι συνήθως η επίκληση του ανταγωνισμού ως παράμετρος που συνεισφέρει στον εξορθολογισμό των τιμών. Με τον συνυπολογισμό του ανταγωνισμού διασφαλίζεται ότι οι όποιοι προμηθευτές θα μπορούν να συνεχίζουν τη δραστηριότητά τους, δίχως να θίγεται το αναγνωριζόμενο συμφέρον τους για εύλογη κερδοφορία. Όταν, όμως, για πλήθος λόγων ο ανταγωνισμός πάσχει, η παραπομπή σε αυτόν τον ανταγωνισμό ως αναφορά για τη θέσπιση περιορισμών, αναπαράγει και συντηρεί αναπόφευκτα τα αποτελέσματα των στρεβλώσεων.
Η μοναδική διέξοδος, στην περίπτωση αυτή, είναι η εξαγωγή του μέσου επιτοκίου, με βάση το οποίο θα τεθούν τα όρια, από ένα αντικειμενικότερο πεδίο ανταγωνισμού, δηλαδή εν προκειμένω από αυτό της ευρωζώνης. Αν ως βάση ληφθούν, έτσι, τα αντίστοιχα για κάθε τύπο δανείου μέσα επιτόκια της ευρωζώνης, όπως αυτά θα δημοσιεύονται από την Τράπεζα της Ελλάδος, προσαυξημένα έστω και με τα παραπάνω περιθώρια, τότε η θέσπιση ορίων αποκτά ουσιαστικό περιεχόμενο. Όπως άλλωστε αναφέρθηκε, οι ελληνικές τράπεζες, θα έχουν και πάλι στην περίπτωση αυτή μία προνομιακή αφετηρία, δηλαδή τα πολύ χαμηλότερα επιτόκια όσον αφορά το κόστος χρήματος των καταθέσεων.
Η καταναλωτική πίστη είναι σημαντικό αγαθό για τον καταναλωτή, συγχρόνως όμως και η πιο επικίνδυνη μορφή πίστωσης. Γι’ αυτό και η Οδηγία επιβάλλει κανόνες υπεύθυνου δανεισμού αλλά και πρόσθετες ασφαλιστικές δικλείδες. Απαιτούνται, όμως, και επιδραστικά για την προστασία των καταναλωτών ανώτατα όρια επιτοκίων. Το νομοσχέδιο δεν ανταποκρίνεται σε αυτή την απαίτηση.
Από την άλλη, σημαντικό μέτρο στο σ/ν είναι η απαγόρευση, επιτέλους, των καταχρηστικών χρεώσεων που διογκώνουν το πραγματικό κόστος της πίστωσης, λ.χ. των εξόδων εξέτασης αιτήματος δανείου. Το ίδιο ισχύει και για τη θέσπιση κανόνων διαφάνειας στην αναπροσαρμογή του κυμαινόμενου επιτοκίου, που κατοχυρώνουν δηλαδή την απόδοση στο επιτόκιο του δανείου της αντίστοιχης μείωσης του επιτοκίου αναφοράς (ΕΚΤ, Euribor) ή απαγορεύουν μεγαλύτερη αύξηση στο επιτόκιο του δανείου από αυτή του επιτοκίου αναφοράς.
Πρόκειται για ουσιαστική πρόοδος, αν αναλογιστεί κανείς ότι, μέχρι πριν λίγο καιρό, η Κυβέρνηση απαξίωνε τις αντίστοιχες τροπολογίες της αξιωματικής αντιπολίτευσης, με το επιχείρημα ότι τέτοιου είδους ρυθμίσεις οδηγούν σε διοικητικό καθορισμό των επιτοκίων.
(Ο Δημήτρης Σπυράκος είναι Διδάκτωρ Νομικής, πρώην Γενικός Γραμματέας Καταναλωτή, Γραμματέας του Τομέα Ιδιωτικού Χρέους και Προστασίας Καταναλωτών του ΠΑΣΟΚ)



























