Υπάρχει μια Ελλάδα που που περνάει καλά. Είναι η Ελλάδα των τραπεζικών διοικήσεων, των μετόχων, των επενδυτικών funds και των οικονομικών επιτελείων που ανακοινώνουν με υπερηφάνεια νέα ιστορικά ρεκόρ κερδοφορίας. Και υπάρχει και η άλλη Ελλάδα.
Η Ελλάδα του συνταξιούχου που μετρά τα κέρματα στο σούπερ μάρκετ. Του εργαζόμενου που ο μισθός του τελειώνει στις 20 του μήνα. Του νέου ζευγαριού που δεν μπορεί να αγοράσει ούτε να νοικιάσει σπίτι. Του μικρού επαγγελματία που αντιμετωπίζει τις τράπεζες σαν απροσπέλαστο φρούριο όταν ζητά χρηματοδότηση.
Οι δύο αυτές Ελλάδες δεν συναντιούνται ποτέ. Τα στοιχεία του πρώτου εξαμήνου του 2026 είναι αποκαλυπτικά. Πάνω από 2,5 δισεκατομμύρια ευρώ καθαρά κέρδη: 4,2 δισεκατομμύρια ευρώ έσοδα από τόκους, 1,4 δισεκατομμύρια ευρώ από προμήθειες.
Μιλάμε για έναν μηχανισμό παραγωγής πλούτου που λειτουργεί με μαθηματική ακρίβεια. Από τη μία, πανάκριβα δάνεια, από την άλλη, καταθέσεις που αμείβονται με επιτόκια σχεδόν μηδενικά. Και ανάμεσα, μια στρατιά προμηθειών που μετατρέπει κάθε συναλλαγή σε πηγή εσόδων. Δεν πρόκειται για επιχειρηματικό θαύμα. Πρόκειται για ένα σύστημα που έχει εξασφαλίσει σχεδόν ιδανικές συνθήκες κερδοφορίας.
Η Eurobank βλέπει τα κέρδη της να εκτοξεύονται και ανεβάζει τον πήχη στα 2 δισ. ευρώ λειτουργικών κερδών. Η Εθνική Τράπεζα αναβαθμίζει τις προβλέψεις της. Η Πειραιώς πανηγυρίζει ιστορικό ρεκόρ. Η Alpha Bank προετοιμάζει νέες διανομές εκατοντάδων εκατομμυρίων προς τους μετόχους .Όλοι κερδίζουν. Όλοι; Όχι βέβαια.
Δεν κερδίζει ο δανειολήπτης που είδε τη δόση του να εκτινάσσεται μέσα σε λίγα χρόνια. Δεν κερδίζει ο καταθέτης που είδε τις αποταμιεύσεις του να απαξιώνονται από τον πληθωρισμό και να αμείβονται με επιτόκια κοροϊδία. Δεν κερδίζει η μικρομεσαία επιχείρηση που συνεχίζει να πληρώνει ακριβό χρήμα ή να αποκλείεται από τη χρηματοδότηση . Και βέβαια δεν κερδίζει ο φορολογούμενος.
Γιατί υπάρχει μια λεπτομέρεια που επιχειρείται να ξεχαστεί. Οι ίδιες αυτές τράπεζες, που σήμερα μοιράζουν μερίσματα και ανακοινώνουν αποδόσεις ιδίων κεφαλαίων 15%, 16% και 17%, δεν στάθηκαν όρθιες μόνες τους αλλά σώθηκαν. Σώθηκαν με τις θυσίες της ελληνικής κοινωνίας. Με αλλεπάλληλες ανακεφαλαιοποιήσεις, με δημόσιο χρήμα, με κρατικές εγγυήσεις, με τη συμμετοχή των φορολογουμένων που πλήρωσαν τον λογαριασμό μιας κρίσης την οποία δεν δημιούργησαν. Τότε το κράτος παρουσιάστηκε ως σωτήρας των τραπεζών. Σήμερα, όμως, ποιος σώζει την κοινωνία από τις τράπεζες; Ποιος προστατεύει τον πολίτη από τις υπερβολικές χρεώσεις; Ποιος βάζει όρια στις προμήθειες που έχουν μετατραπεί σε δεύτερο φορολογικό σύστημα; Ποιος απαιτεί δίκαιες αποδόσεις για τις καταθέσεις; Ποιος εξασφαλίζει ότι η τραπεζική πίστη κατευθύνεται στην παραγωγή και όχι μόνο στους ισχυρούς επιχειρηματικούς ομίλους; Σχεδόν κανείς.
Η κυβέρνηση παρουσιάζει τα τραπεζικά υπερκέρδη ως πιστοποιητικό επιτυχίας της οικονομίας .Μόνο που υπάρχει μια θεμελιώδης διαφορά ανάμεσα στην ανάπτυξη και στη μεταφορά εισοδήματος. Ανάπτυξη σημαίνει να ευημερεί η κοινωνία. Όχι να διογκώνονται οι ισολογισμοί τεσσάρων τραπεζών ενώ η κοινωνική πλειοψηφία στενάζει.
Δεν μπορεί να χαρακτηρίζεται επιτυχία μια οικονομία στην οποία οι εργαζόμενοι προσπαθούν να επιβιώσουν, οι συνταξιούχοι περικόπτουν βασικές ανάγκες, οι νέοι μεταναστεύουν ή μένουν εγκλωβισμένοι στο πατρικό τους και οι τράπεζες καταγράφουν αποδόσεις που συγκαταλέγονται στις υψηλότερες της Ευρώπης.
Η εικόνα θυμίζει περισσότερο οικονομία δύο ταχυτήτων. Στην πρώτη ταχύτητα ταξιδεύουν οι τράπεζες, οι μεγάλοι μέτοχοι και τα επενδυτικά κεφάλαια. Στη δεύτερη σέρνεται η κοινωνία. Και όσο αυτή η απόσταση μεγαλώνει, τόσο θα μεγαλώνει και το χάσμα ανάμεσα στους αριθμούς που πανηγυρίζουν οι κυβερνήσεις και στην πραγματικότητα που βιώνουν οι πολίτες.
Γιατί, στο τέλος της ημέρας, τα 2,5 δισεκατομμύρια δεν έπεσαν από τον ουρανό. Είναι χρήματα που παράχθηκαν μέσα σε μια οικονομία όπου εκατομμύρια άνθρωποι πληρώνουν ακριβότερα δάνεια, υψηλότερες προμήθειες και ακριβότερο χρήμα. Κάθε ευρώ υπερκερδών έχει και μια κοινωνική διαδρομή. Το ζήτημα δεν είναι αν οι τράπεζες πρέπει να είναι κερδοφόρες. Αλλά πόσο ακόμη θα θεωρείται φυσιολογικό να σωρεύονται δισεκατομμύρια στις κορυφές του χρηματοπιστωτικού συστήματος, την ώρα που η βάση της κοινωνίας παλεύει καθημερινά για να καλύψει τις πιο στοιχειώδεις ανάγκες της. Αυτό δεν είναι success story.Είναι η πιο καθαρή φωτογραφία μιας οικονομίας που έχει μάθει να προστατεύει πρώτα το κεφάλαιο και πολύ αργότερα τον άνθρωπο.
(Η Ιωάννα Λιούτα είναι πολιτική και οικονομική αναλύτρια)


























