Οι εκδόσεις ΠΟΛΙΣ με τον τεράστιο Νίκο Γκιώνη μας έχουν συνηθίσει σε πολύ καλές κυκλοφορίες βιβλίων. Το βιβλίο του Φρεντερίκ Γκρο που κυκλοφορεί αποτελεί ένα βιβλίο που όταν ξεκινήσεις να το διαβάζεις δεν το σταματάς ακόμα και αν χρειαστεί να αφήσεις τη δουλειά του.
Πρόθεσή μας δεν είναι μια «παραδοσιακή» βιβλιοκριτική, καθώς τα «Παιχνίδια Εξουσίας» δημοσιεύουν την εισαγωγή του συγγραφέα. Σημειώνουμε όμως μερικές «ατάκες» από την εισαγωγή που μας δείχνουν το βαθύ προβληματισμό του Φρεντερίκ Γκρο:
-Ο κόσμος αυτός οδεύει προς την καταστροφή, η υπακοή είναι πρόβλημα, η ανυπακοή αποτελεί επείγουσα και επιτακτική ανάγκη.
-Η πραγματικότητα των αριθμών είναι αυτή των σκληρών και φρικτών αποτελεσμάτων που παράγουν.
-Η διπλή διαδικασία του πλουτισμού των πλουσίων και της φτωχοποίησης των φτωχών επιφέρει τη σταδιακή κατάρρευση της μεσαίας τάξης.
-Αλαζονεία ή απελπισία: υπάρχει όλο και λιγότερο μια ενδιάμεση πραγματικότητα ανάμεσα σε αυτούς που απαιτούν από τις καπιτονέ πολυθρόνες τους τη μεγιστοποίηση της απόδοσης των μετοχών τους και εκείνους στους οποίους επιβάλλονται μειώσεις μισθών που σύντομα δεν θα τους φτάνουν, δεν λέω για να ζήσουν, αλλά ούτε για να εξοφλήσουν τα χρέη τους.
-Η ζωή είναι αυτό το ελάχιστο που σου απομένει όταν ξεπληρώσεις τις τράπεζες.
-Ο ρυθμός πλουτισμού των εχόντων αυξάνεται, το σπιράλ της υποβάθμισης επιταχύνεται. Ο πλούτος των ισχυρών ξεπερνά κάθε φαντασία, και η στενότητα του «τέλους του μήνα», όπως λέγαμε κάποτε –αλλά σήμερα τα χρέη απλώνονται σε δέκα ή και σε είκοσι χρόνια–, αφήνει παγερά αδιάφορες τις ανώτερες τάξεις, που νοιάζονται μόνο για τις διακυμάνσεις στα τεράστια κέρδη τους. Έχει καταντήσει ξεπερασμένο να μιλάμε για «αδικία». Βρισκόμαστε στην εποχή της απρέπειας.
-Οι ανισότητες έχουν αγγίξει τέτοιο επίπεδο ώστε μόνο αν αναγνώριζε κανείς δύο ανθρωπότητες θα μπορούσε να τις δικαιολογήσει.
-Η Φύση μοιάζει, για πρώτη φορά, ευάλωτη. Επί αιώνες, προσπαθούσαμε να προστατευτούμε από τη Φύση με την τεχνική. Τώρα πρέπει να προστατεύσουμε τη Φύση από την τεχνική.
-Το ζήτημα δεν είναι πια η αλλοίωση της Φύσης, αλλά η ασφυξία της: οι συνθήκες της «ανανέωσης» των έμβιων όντων και των φυσικών πόρων δεν πληρούνται πλέον, ο κύκλος της αναγέννησης έχει διαρραγεί. Αυτό που επαπειλείται είναι το τέλος της άνοιξης.
-Ο πλουτισμός συμβαίνει εις βάρος της ανθρωπότητας του μέλλοντος.
-Και γιατί δεν λέμε τίποτα, γιατί, μπροστά στην επικείμενη καταστροφή, συνεχίζουμε να καθόμαστε με σταυρωμένα τα χέρια, και με το βλέμμα, αν όχι παραιτημένο, πάντως στραμμένο αλλού; Γιατί το αφήσαμε να συμβεί, γιατί γίναμε απλοί θεατές του ολέθρου;
-Η εξέγερση δεν αποφασίζεται. Καταλαμβάνει ένα συλλογικό σώμα όταν η ικανότητα για από κοινού ανυπακοή ξαναγίνεται αισθητή και μεταδοτική, όταν η εμπειρία του αφόρητου συμπυκνώνεται ώσπου γίνεται κοινωνικά αυτονόητη. Προϋποθέτει την κοινή εμπειρία –την οποία όμως κανείς δεν μπορεί να αποφύγει να ζήσει εντός του, μόνος του και για τον εαυτό του– μιας πολιτικής διαφωνίας και του καλέσματός της.
ΤΙ ΓΡΑΦΕΙ ΣΤΗΝ ΕΙΣΑΓΩΓΗ Ο ΦΕΝΤΕΡΙΚ ΓΚΡΟ
Έχουμε αποδεχθεί το απαράδεκτο
Τα τέρατα υπάρχουν, αλλά είναι πολύ λίγα για να αποτελούν πραγματικό κίνδυνο. Οι πιο επικίνδυνοι είναι οι συνηθισμένοι άνθρωποι, οι υπάλληλοι, που είναι έτοιμοι να πιστέψουν και να υπακούσουν ασυζητητί.
ΠΡΙΜΟ ΛΕΒΙ
Θυμίζω για αρχή –αρχή παράδοξη– την προκλητική ρήση του Χάουαρντ Ζιν: το πρόβλημα δεν είναι η ανυπακοή, το πρόβλημα είναι η υπακοή. Έναν απόηχό της βρίσκουμε σε μια φράση του Βίλχελμ Ράιχ: «Το αληθινό ερώτημα δεν είναι γιατί εξεγείρονται οι άνθρωποι, αλλά γιατί δεν εξεγείρονται».
Οι λόγοι για να μην αποδεχτεί κανείς τη σημερινή κατάσταση του κόσμου, την ολέθρια πορεία του, είναι υπερβολικά πολυάριθμοι. Αν αρχίζαμε να τους παραθέτουμε, θα ήταν σαν κατάλογος καταστροφών.
Συγκρατώ εδώ μόνο τρεις-τέσσερις βασικές αφορμές που θα έπρεπε προ πολλού να έχουν ξυπνήσει την ανυπακοή μας και θα έπρεπε μάλιστα να την προκαλούν μέχρι σήμερα, μιας και άλλο δεν κάνουν παρά να επιδεινώνονται μπροστά στα μάτια μας.
Κι όμως, τίποτα δεν συμβαίνει: κανείς, ή σχεδόν κανείς, δεν ξεσηκώνεται.
Η πρώτη αφορμή είναι, ασφαλώς, η αύξηση των κοινωνικών αδικιών, των ανισοτήτων του πλούτου. Η προφητεία του Μαρξ (η ριζική φτωχοποίηση) εκπληρώνεται όλο και περισσότερο, λες και η παγκοσμιοποίηση επέτρεψε επιτέλους, μετά τους φραγμούς των οικονομικών εθνικισμών, να ξεδιπλωθεί σε όλη του την έκταση ένας ξέφρενος, ολοκληρωτικός καπιταλισμός, η σημερινή κατάληξη του οποίου είναι η συγκρότηση μιας ζάπλουτης ελίτ, μιας μειονότητας χορτάτων μέχρι σκασμού, ατόμων που ασφυκτιούν υπό το βάρος του πλούτου τους, έχοντας απέναντί τους το 99% των στερημένων, οι οποίοι απλώς κουβαλούν τα χρέη τους ή την εξαθλίωσή τους. Τα απολύτως συμπληρωματικά σπιράλ της φτωχοποίησης των μεσαίων τάξεων και του εκθετικού πλουτισμού μιας μειονότητας βαίνουν πολλαπλασιαζόμενα από τις νέες τεχνολογίες, οι οποίες ακυρώνουν τις ανασταλτικές συνέπειες, τα φαινόμενα «τριβής» που διατηρούσαν μέχρι πρότινος μια εύλογη ισορροπία. Η διαδικασία επιταχύνεται, παροξύνεται. Η ορθολογικότητα των στατιστικών υπολογισμών, η «ασφαλιστική» ορθολογικότητα (ο ψυχρός υπολογισμός των κινδύνων), επιβάλλει να πληρώνουν βαρύτερο τίμημα για το χρήμα όσοι δεν το κατέχουν. Την υποστηρίζει ένα ψυχρό αριθμητικό αυταπόδεικτο που ξεπλένει ανέξοδα τα χέρια των οικονομικών ιθυνόντων, όλων εκείνων που, με τη λίστα των επόμενων απολυμένων στα χέρια τους, είναι σε θέση να λένε, με ταπεινωτικά συγκαταβατικό ύφος: «Τι να κάνουμε; Λυπηρό μεν, αλλά οι αριθμοί είναι αριθμοί, δεν λένε ψέματα».
Αλλά η «πραγματικότητα» των αριθμών βρίσκεται μόνο στην ήσυχη συνείδηση εκείνων που τους λατρεύουν. Η μάλλον όχι: η πραγματικότητα των αριθμών είναι αυτή των σκληρών και φρικτών αποτελεσμάτων που παράγουν. Όταν οι εξισώσεις θεωρούνται πηγή αυθεντίας, τα υπολογιστικά φύλλα Excel χρησμοί μαντείων μπροστά στους οποίους σκύβει κανείς με σεβασμό το κεφάλι, μοχλοί λήψης αποφάσεων, τότε η κοινωνική απελπισία, η εξαθλίωση κάθε τέλος του μήνα, η υποβάθμιση, η οικονομική καταστροφή, δικαιολογούνται προκαταβολικά. Και όλα αυτά συμβαίνουν «σύμφωνα» με τον σιδηρούν νόμο της οικονομίας, την αδιαφιλονίκητη «πραγματικότητα» των εξισώσεων: οι αριθμοί είναι αριθμοί.
Ποια πραγματικότητα; Όχι εκείνη, η καταπνιγμένη, της διαπροσωπικής αλληλεγγύης, του στοιχειώδους αισθήματος δικαιοσύνης, του ιδεώδους της αμοιβαιότητας. Όχι οι απτές ανθρώπινες πραγματικότητες που οι ιθύνοντες –οι «υπεύθυνοι», όπως τους λέμε, ειρωνικά προφανώς–, με ένα κράμα αδιαφορίας και υπολογισμού, τις ξεχνούν, τις συγκαλύπτουν, τις κρύβουν κι απ’ τον ίδιο τους τον εαυτό, πίσω από το παραπέτασμα των τυπωμένων σε γυαλιστερό χαρτί στατιστικών τους.
Και ποιος «ανώτερος» νόμος; Παντού βλέπω μόνο μια ξεδιάντροπη απληστία. Πού είναι η πρόνοια που επικαλούνται; Και η αναπότρεπτη αναγκαιότητα; Αντιλαμβάνομαι ότι οι δυνάμεις της εξουσίας και του χρήματος μπορούν, όταν τους δοθεί η ευκαιρία, να παράσχουν αφειδώς μαρτυρίες της πίστης τους. Βλέποντας την επιδεικτική ευσέβεια των μεγαλοεπιχειρηματιών, πίστευα για καιρό πως υποκρίνονται. Κι όμως, όχι. Ο κυνισμός έχει φτάσει σε πολύ υψηλό, σχεδόν ασύλληπτο βαθμό, και είναι πλέον αδύνατον να διαχωριστεί από την ειλικρίνεια. Διότι οι νόμοι της οικονομίας και οι εντολές του Θεού μοιάζουν μεταξύ τους, αιωρούνται μέσα σε μια υπερβατικότητα που τα συγχωνεύει, δημιουργώντας την εντύπωση ενός αναπόδραστου που «επιβάλλεται» σε όλους ανεξαιρέτως, όπως ο χρόνος που περνά και ο θάνατος που μας περιμένει όλους. Σε αυτό το σημείο, όταν έχεις φτάσει να είσαι τόσο απίστευτα προνομιούχος, και ωφελούμενος από την τάξη του κόσμου –απέναντι σε μια μάζα που η μοίρα της είναι πλέον απλώς να επιβιώνει–, γίνεσαι σχεδόν ταπεινός. Σκέφτεσαι πως τόσος παραλογισμός –αυτή η παρανοϊκή τερατωδία των ανισοτήτων–, δεν μπορεί, πρέπει να έχει μια ανώτερη, τουλάχιστον θεολογικο-μαθηματική εξήγηση, και να είναι απλώς επιφανειακός. Εδώ ακριβώς έγκειται η ειδεχθής λειτουργία του μαθηματικού φορμαλισμού στην οικονομία: δικαιολογεί αυτούς που σοδιάζουν τα οφέλη. Όχι, τα καθάρματα δεν είναι οι κερδοσκόποι που κάνουν την ανθρωπότητα να λιμοκτονεί, αλλά οι ταπεινοί υπηρέτες των νόμων – νόμων των οποίων την ανωτερότητα, την περιπλοκότητα, αδυνατούν να συλλάβουν οι κοινοί θνητοί. Ακούω τη φωνή των υπεραμειβόμενων ιθυνόντων, των εκατομμυριούχων αθλητών. Καθησυχάζουν τη συνείδησή τους αντιτείνοντας: «Μα, τέλος πάντων, σάμπως τις ζήτησα εγώ αυτές τις υπέρογκες αμοιβές; Μου τις πρόσφεραν! Ε, δεν μπορεί, θα τις αξίζω». Πηγαίνετε να πείτε στους ξεζουμισμένους εργαζόμενους ότι αξίζουν κι αυτοί τους μισθούς τους και ότι υποαμείβονται επειδή είναι υπάνθρωποι.
Η διπλή διαδικασία του πλουτισμού των πλουσίων και της φτωχοποίησης των φτωχών επιφέρει τη σταδιακή κατάρρευση της μεσαίας τάξης. Αλαζονεία ή απελπισία: υπάρχει όλο και λιγότερο μια ενδιάμεση πραγματικότητα ανάμεσα σε αυτούς που απαιτούν από τις καπιτονέ πολυθρόνες τους τη μεγιστοποίηση της απόδοσης των μετοχών τους και εκείνους στους οποίους επιβάλλονται μειώσεις μισθών που σύντομα δεν θα τους φτάνουν, δεν λέω για να ζήσουν, αλλά ούτε για να εξοφλήσουν τα χρέη τους. Η ζωή είναι αυτό το ελάχιστο που σου απομένει όταν έχεις ξεπληρώσει τις τράπεζες. Οι πιο στοιχειώδεις κανόνες αλληλεγγύης καταρρέουν. Η ανθρώπινη πραγματικότητα διαλύεται και δεν απομένουν πια, στα χρυσοστόλιστα σαλόνια των ελαφρά συλλογισμένων και ξεκούραστων ιθυνόντων, παρά μόνο ο Θεός και οι εξισώσεις, ενώ ο υπόλοιπος κόσμος μοιράζεται τα ψίχουλα. Με την εξαφάνιση της μεσαίας τάξης, αυτό που χάνεται είναι η ύπαρξη ενός κοινού κόσμου – καθώς τα ιδεώδη της γενικής ωφέλειας, του κοινού καλού, είχαν ανέκαθεν ως λειτουργία να διατηρούν τη συνοχή μιας μεσαίας τάξης που έβαζε όρια στην ακραία εξαθλίωση και στον ακραίο πλούτο, γεννώντας, όπως έγραφε πριν από είκοσι και πλέον αιώνες ο Ευριπίδης στις Ικέτιδες, την ίδια τη δυνατότητα της δημοκρατίας.
Κι όμως, το ρήγμα ακόμα δεν υποδαυλίζει υπέρμετρα το πολιτικό μίσος του λαού κατά των εχόντων. Διαθλάται σε μια ατέρμονη σειρά εσωτερικών διαιρέσεων. Επειδή η κατάσταση των πλουσιότερων εξάπτει παντού το πικρόχολο πάθος της μίμησής τους, επειδή η υπερηφάνεια του φτωχού, τροφοδοτούμενη από την προσδοκία μιας μελλοντικής εκδίκησης, έχει δώσει τη θέση της σε μια επιθετική ντροπή, επειδή το μήνυμα που περνά παντού είναι ότι δεν έχει νόημα να ζεις παρά μόνο αν καταναλώνεις χωρίς αύριο, αν αφήνεσαι να παρασυρθείς από το παρόν σε μια εύκολη απόλαυση. Γι’ αυτούς τους λόγους, και για άλλους ακόμα, η δίκαιη οργή μιας πλειοψηφίας-θύματος εκμετάλλευσης ενάντια στη μειοψηφία βραχυκυκλώνεται, ανακατανέμεται σε μίσος για τους μικροκερδοσκόπους και φόβο για τους μικροκακοποιούς.
Ο ρυθμός πλουτισμού των εχόντων αυξάνεται, το σπιράλ της υποβάθμισης επιταχύνεται. Ο πλούτος των ισχυρών ξεπερνά κάθε φαντασία, και η στενότητα του «τέλους του μήνα», όπως λέγαμε κάποτε –αλλά σήμερα τα χρέη απλώνονται σε δέκα ή και σε είκοσι χρόνια–, αφήνει παγερά αδιάφορες τις ανώτερες τάξεις, που νοιάζονται μόνο για τις διακυμάνσεις στα τεράστια κέρδη τους. Έχει καταντήσει ξεπερασμένο να μιλάμε για «αδικία». Βρισκόμαστε στην εποχή της απρέπειας. Οι αμοιβές των μεγαλοεπιχειρηματιών, οι μισθοί των υπερπροβεβλημένων αθλητών, τα κέρδη των καλλιτεχνών, έχουν φτάσει σε σημείο αισχρότητας. Οι ανισότητες έχουν αγγίξει τέτοιο επίπεδο ώστε μόνο αν αναγνώριζε κανείς δύο ανθρωπότητες θα μπορούσε να τις δικαιολογήσει.
Το δεύτερο αφόρητο του σημερινού μας κόσμου είναι η σταδιακή υποβάθμιση του περιβάλλοντός μας. Ο αέρας, το έδαφος και τα «προϊόντα» του, η βλάστηση: όλα είναι μολυσμένα, βρόμικα μέχρι ασφυξίας. Η Φύση, ωστόσο, χαρακτηριζόταν ανέκαθεν από την ικανότητά της για ανανέωση, για επανάληψη του Ίδιου. Λέγαμε: τα πολιτισμικά προϊόντα φθείρονται, γερνούν και πεθαίνουν, ενώ η Φύση είναι πάντα μια Άνοιξη. Όλα ξαναρχίζουν, κάθε φορά. Αιώνια επανάληψη του Ίδιου, ακατάπαυστη επανέναρξη, μαγική επανεμφάνιση των ίδιων μορφών, αναλλοίωτη φρεσκάδα. Ο χορός της Αντιγόνης υμνούσε «τη Γη την ακάματη» (στίχ. 339). Ε, λοιπόν, η Γη είναι πια αποκαμωμένη, ο 21ος αιώνας θα είναι ο αιώνας της εξάντλησης και της ερημο ποίησης. Η ανθρωπότητα θέτει στη Φύση το ερώτημα των ορίων της. Η γονιμότητα των εδαφών εξανεμίζεται, οι φυσικοί πόροι στερεύουν, τα αποθέματα τελειώνουν.
Ο Χανς Γιόνας είχε θέσει, στην Αρχή της ευθύνης, το ζήτημα του μη αναστρέψιμου. Συνοψίζεται ως εξής: για αιώνες, εμείς οι εύθραυστοι θνητοί προστατευόμασταν από τη Φύση με την τεχνική. Όμως οι τεχνικές μας ικανότητες εξελίχθηκαν σε τέτοιο σημείο ώστε πλέον επηρεάζουν όχι τα εξωτερικά χαρακτηριστικά του εμβίου, αλλά το ίδιο το ζωτικό υπόβαθρο – τρανταχτό παράδειγμα, οι γενετικές τροποποιήσεις. Με τις τεχνικές παρεμβάσεις μας προκαλούμε μη αναστρέψιμες αλλοιώσεις, παίζουμε τους μαθητευόμενους μάγους. Η Φύση μοιάζει, για πρώτη φορά, ευάλωτη. Επί αιώνες, προσπαθούσαμε να προστατευτούμε από τη Φύση με την τεχνική. Τώρα πρέπει να προστατεύσουμε τη Φύση από την τεχνική. Σήμερα, όμως, σχεδόν μισό αιώνα μετά τις αναλύσεις του Γιόνας, το ζήτημα δεν είναι πια η αλλοίωση της Φύσης, αλλά η ασφυξία της: οι συνθήκες της «ανανέωσης» των έμβιων όντων και των φυσικών πόρων δεν πληρούνται πλέον, ο κύκλος της αναγέννησης έχει διαρραγεί. Αυτό που επαπειλείται είναι το τέλος της άνοιξης.
Το τελευταίο απαράδεκτο, που ενδεχομένως περικλείει τα δύο πρώτα δίνοντάς τους τη σπειροειδή τους κίνηση, αφορά τη σύγχρονη διαδικασία δημιουργίας πλούτου. Αυτό που ονομάζουμε «καπιταλισμό» είναι κάτι διάχυτο, περίπλοκο, πρωτεϊκό. Ανάμεσα όμως στη συστηματοποίηση της μετοχικής ιδιοκτησίας, τη σημασία της χρηματοοικονομικής κερδοσκοπίας, τη γενικευμένη αρχή του δανεισμού και τις επιταχύνσεις που επιτρέπουν οι νέες τεχνολογίες, έχει επιβληθεί, εδώ και πολλές δεκαετίες, ένας νέος καπιταλισμός: ένας τρόπος δημιουργίας πλούτου με το χρέος και την κερδοσκοπία, που απαξιώνει την εργασία (ο μισθός είναι μόνο για τους φτωχούς), απομυζά τις δυνάμεις και τον χρόνο. Δεν είναι τόσο ότι τρέχουμε προς τον γκρεμό –ή ακόμα προς έναν τοίχο–, όσο ότι ο γκρεμός είναι αυτή ακριβώς η βιασύνη. Ο πλουτισμός συμβαίνει εις βάρος της ανθρωπότητας του μέλλοντος.
Ο κόσμος αυτός, με τις αβυσσαλέες του ανισότητες, την κατάρρευση των φυσικών του ερεισμάτων, την αυτοκτονική κούρσα του προς τα εμπρός, ο κόσμος αυτός που αφήνουμε σαν δυσώδη κληρονομιά στις μέλλουσες γενιές, είναι ο δικός μας κόσμος. Κι όταν λέω «δικός μας», δεν εννοώ μόνο το σήμερα σε σχέση με το χθες. «Δικός μας» θα πει: ο κόσμος που χτίσαμε, που επιτρέψαμε να χτιστεί εδώ και πολλές δεκαετίες, ο κόσμος εν πάση περιπτώσει που θα αφήσουμε σε όσους έρθουν μετά από εμάς. Αυτοί θα βρουν παρανοϊκό τον εγωισμό μας, θανάσιμη την ανευθυνότητά μας.
Και γιατί δεν λέμε τίποτα, γιατί, μπροστά στην επικείμενη καταστροφή, συνεχίζουμε να καθόμαστε με σταυρωμένα τα χέρια, και με το βλέμμα, αν όχι παραιτημένο, πάντως στραμμένο αλλού; Γιατί το αφήσαμε να συμβεί, γιατί γίναμε απλοί θεατές του ολέθρου;
Το βιβλίο αυτό θέτει το ζήτημα της ανυπακοής με αφετηρία το ζήτημα της υπακοής, επειδή η ανυπακοή μπροστά στον παραλογισμό, μπροστά στην ανορθολογικότητα του κόσμου ως έχει, είναι κάτι το αυτονόητο. Δεν χρειάζονται πολλές εξηγήσεις. Γιατί ανυπακοή; Αρκεί να ανοίξουμε τα μάτια. Η ανυπακοή είναι τόσο δικαιολογημένη, τόσο φυσιολογική, ώστε αυτό που σκανδαλίζει είναι η απουσία αντίδρασης, η παθητικότητα.
Γιατί υπακούμε και, προπάντων, πώς υπακούμε; Χρειαζόμαστε μια στυλιστική της υπακοής – μόνο αυτή θα μπορέσει να μας εμπνεύσει μια στυλιστική της ανυπακοής. Να επαναπροσδιορίσουμε τη διαφορά ανάμεσα σε υποταγή, συναίνεση, κομφορμισμό, κλπ. Να διακρίνουμε ανάμεσα στο δικαίωμα αντίστασης, την αντίρρηση συνείδησης, την εξέγερση, κλπ.
Έχουμε μελετήσει πολύ τις κριτικές της δημοκρατίας. Το βιβλίο αυτό υπερασπίζεται την ιδέα μιας κριτικής δημοκρατίας. Η δημοκρατία είναι κάτι πολύ παραπάνω από μια θεσμική μορφή που χαρακτηρίζεται από «καλές» πρακτικές ή διαδικασίες, που εμπνέεται από την υπεράσπιση των ελευθεριών, την αποδοχή της πολυφωνίας, τον σεβασμό των πλειοψηφικών αποφάσεων. Παρότι οφείλει να είναι και αυτό, η δημοκρατία δηλώνει επίσης μια ηθική [éthique] ένταση μέσα στον καθένα μας, την ανάγκη επανεξέτασης της πολιτικής, της δημόσιας δράσης, της πορείας του κόσμου, με αφετηρία έναν πολιτικό εαυτό ο οποίος περιέχει μια αρχή οικουμενικής δικαιοσύνης και που σίγουρα δεν είναι απλώς η «δημόσια εικόνα» του εαυτού σε αντίθεση με ένα εσωτερικό εγώ. Πρέπει να πάψουμε να συγχέουμε το δημόσιο με το εξωτερικό. Ο δημόσιος εαυτός είναι η πολιτική μυχιότητά μας. Είναι, μέσα μας, η δύναμη της κρίσης, η δυνατότητα της σκέψης, η κριτική ικανότητα. Από αυτό το σημείο μέσα μας ξεπηδά η άρνηση των συναινετικών αυτονόητων, των κοινωνικών κομφορμισμών, των ετοιμοπαράδοτων απαντήσεων.
Αυτός ο πλούτος του πολιτικού εαυτού, ωστόσο, παραμένει μάταιος, άγονος, αν δεν υποστηρίζεται από ένα συλλογικό σώμα, αν δεν άπτεται μιας ενιαίας δράσης, αποφασισμένης από πολλούς, η οποία κομίζει ένα σχέδιο για το μέλλον. Χωρίς αυτήν, τα κινήματα ανυπακοής κινδυνεύουν ανά πάσα στιγμή με εργαλείο ποίηση, κομματική στράτευση, ασφυξία κάτω από τα συνθήματα και τις εναλλαγές ηγετών.
Η κίνηση με την οποία το πολιτικό υποκείμενο ανακαλύπτεται ως ευρισκόμενο σε κατάσταση ανυπακοής είναι αυτό που θα ονομάσουμε «πολιτική διαφωνία».
Η εξέγερση δεν αποφασίζεται. Καταλαμβάνει ένα συλλογικό σώμα όταν η ικανότητα για από κοινού ανυπακοή ξαναγίνεται αισθητή και μεταδοτική, όταν η εμπειρία του αφόρητου συμπυκνώνεται ώσπου γίνεται κοινωνικά αυτονόητη. Προϋποθέτει την κοινή εμπειρία –την οποία όμως κανείς δεν μπορεί να αποφύγει να ζήσει εντός του, μόνος του και για τον εαυτό του– μιας πολιτικής διαφωνίας και του καλέσματός της. Από τον Σωκράτη τού «γνώθι σαυτόν» και από τον Καντ του «τόλμησε να γνωρίσεις», η εξέγερση είναι επίσης το φιλοσοφικό καθεστώς της σκέψης, η παράκαιρη εσωτερικότητά της.
Την ώρα που οι αποφάσεις των «ειδικών» κομπάζουν πως συνιστούν απόρροια ανώνυμων και ψυχρών στατιστικών, η ανυπακοή είναι μια διακήρυξη του ανθρώπινου.
Το βιβλίο αυτό δεν ασχολείται με τα σημερινά κοινωνικά κινήματα, στην ποικιλία των μορφών τους (κοινωνικοί αγώνες, κινήματα πολιτικής ανυπακοής, συγκρότηση Ζωνών προς Υπεράσπιση, μάρτυρες δημοσίου συμφέροντος, δημόσιες αμφισβητήσεις των νόμων, καλέσματα για εξέγερση) και των σκοπών τους (υπεράσπιση του περιβάλλοντος, κοινωνική δικαιοσύνη, συμβολικές αναγνωρίσεις, προστασία των μειονοτήτων, σεβασμός της ανθρώπινης αξιοπρέπειας). Δεν τα αγνοεί, αλλά θέλει απλώς, πριν από το πραγματικό ξέσπασμα των εξεγέρσεων, να κατανοήσει σε ποιο βαθμό η ανυπακοή μπορεί να είναι νίκη επί του εαυτού μας, νίκη κατά του γενικευμένου κομφορμισμού και της αδράνειας του κόσμου. Το βιβλίο αυτό θα ήθελε να κατανοήσει, εξετάζοντας τις ηθικές [éthiques] προϋποθέσεις του πολιτικού υποκειμένου, γιατί είναι τόσο εύκολο να συμφωνήσουμε ότι η τρέχουσα τάξη του κόσμου είναι απελπιστική, κι ωστόσο τόσο δύσκολο να πάψουμε να την υπακούμε.
Fréderic Gros Ανυπακοή (μετάφραση: Γιώργος Καράμπελας, εκδόσεις Πόλις)

























