Μια δεύτερη αύξηση των βασικών επιτοκίων της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας κατά 0,25%, είτε τον Ιούλιο είτε τον Σεπτέμβριο, θα αλλάξει εκ νέου τις ισορροπίες στην αγορά χρήματος, επηρεάζοντας τόσο τις αποδόσεις των αποταμιεύσεων όσο και το κόστος εξυπηρέτησης των δανείων.
Οι πρώτοι που θα επωφεληθούν είναι όσοι τοποθετούν τα χρήματά τους σε προϊόντα σταθερού εισοδήματος. Οι αποδόσεις των εντόκων γραμματίων, των κρατικών και εταιρικών ομολόγων, αλλά και πολλών επενδυτικών προϊόντων χαμηλού ρίσκου αναμένεται να κινηθούν υψηλότερα, προσφέροντας καλύτερες επιλογές για όσους αναζητούν ασφαλείς αποδόσεις. Αντίθετα, οι τραπεζικές καταθέσεις δεν είναι βέβαιο ότι θα ακολουθήσουν στον ίδιο βαθμό, καθώς οι ελληνικές τράπεζες διαθέτουν επαρκή ρευστότητα και δεν έχουν έντονη ανάγκη προσέλκυσης νέων κεφαλαίων μέσω υψηλότερων επιτοκίων.
Στην πλευρά των δανείων, οι μεγαλύτερες επιβαρύνσεις θα αφορούν όσους έχουν συμβάσεις κυμαινόμενου επιτοκίου που είναι συνδεδεμένες με τον Euribor. Καθώς οι ευρωπαϊκοί δείκτες αναφοράς θα ενσωματώσουν τη νέα αύξηση, οι μηνιαίες δόσεις στεγαστικών, επαγγελματικών και επιχειρηματικών δανείων θα αναπροσαρμοστούν προς τα πάνω. Αντίθετα, όσοι έχουν επιλέξει σταθερό επιτόκιο δεν θα δουν καμία μεταβολή μέχρι τη λήξη της συμφωνημένης περιόδου σταθερότητας.
Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα ενός στεγαστικού δανείου 100.000 ευρώ με υπολειπόμενη διάρκεια 20 ετών και επιτόκιο που ακολουθεί τον τρίμηνο Euribor. Μια νέα αύξηση κατά 0,25% θα μπορούσε να αυξήσει τη μηνιαία δόση κατά περίπου 12 έως 15 ευρώ, γεγονός που μεταφράζεται σε επιπλέον επιβάρυνση άνω των 150 ευρώ σε ετήσια βάση. Αν ακολουθήσουν και άλλες αυξήσεις, το κόστος θα γίνει ακόμη μεγαλύτερο.
Στον αντίποδα, ένας αποταμιευτής που επενδύει 50.000 ευρώ σε ετήσιο έντοκο γραμμάτιο ή άλλο προϊόν σταθερού εισοδήματος θα μπορούσε να δει την απόδοσή του να αυξάνεται από το 2,25% στο 2,50%, ανεβάζοντας το ετήσιο κέρδος από 1.125 ευρώ σε 1.250 ευρώ. Η διαφορά των 125 ευρώ μπορεί να φαίνεται περιορισμένη, ωστόσο για μεγαλύτερα ποσά ή για διαδοχικές τοποθετήσεις δημιουργεί σημαντικό πρόσθετο όφελος.
Για τα νέα δάνεια, οι τράπεζες εκτιμάται ότι θα προσπαθήσουν να περιορίσουν τις αυξήσεις στα σταθερά επιτόκια ώστε να μη μειωθεί η ζήτηση για χρηματοδότηση. Ωστόσο, στα προγράμματα που συνδέονται άμεσα με τους δείκτες της αγοράς, το υψηλότερο κόστος χρήματος δύσκολα θα αποφευχθεί. Συνολικά, μια δεύτερη αύξηση της ΕΚΤ θα ευνοήσει περισσότερο τους αποταμιευτές που αναζητούν ασφαλείς αποδόσεις, ενώ θα επιβαρύνει κυρίως τους δανειολήπτες με κυμαινόμενο επιτόκιο, επιβεβαιώνοντας ότι το περιβάλλον των χαμηλών επιτοκίων αποτελεί πλέον παρελθόν.


































