Οι πρώτες δημόσιες τοποθετήσεις που ακολούθησαν την υπ’ αριθ. 6/2026 απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου προκάλεσαν εύλογη αναστάτωση σε χιλιάδες δανειολήπτες που είχαν μόλις δικαιωθεί από μία από τις σημαντικότερες δικαστικές εξελίξεις των τελευταίων ετών στον χώρο του ιδιωτικού χρέους.
Οι αναφορές περί ανάγκης εξεύρεσης μιας «χρυσής τομής» μεταξύ της προστασίας των πολιτών, της ευστάθειας του χρηματοπιστωτικού συστήματος και του δημοσίου συμφέροντος δημιούργησαν την εντύπωση, ότι η εφαρμογή της απόφασης θα εξαρτιόταν από πρόσθετες σταθμίσεις, περιορισμούς ή παρεμβάσεις, παρά το γεγονός, ότι το κρίσιμο ζήτημα είχε ήδη κριθεί οριστικά από το Ανώτατο Πολιτικό Δικαστήριο της χώρας στο πλαίσιο της διαδικασίας της πιλοτικής δίκης.
Οι νομοθετικές πρωτοβουλίες που ακολούθησαν επιβεβαίωσαν, τελικώς, ότι ο πυρήνας της απόφασης δεν μπορούσε να αγνοηθεί. Η Πολιτεία αναγκάστηκε να υιοθετήσει την ερμηνεία της Ολομέλειας, αναγνωρίζοντας ότι ο τόκος του άρθρου 9 παρ. 2 του ν. 3869/2010 υπολογίζεται επί της μηνιαίας δόσης και όχι επί του συνόλου του ανεξόφλητου κεφαλαίου.
Η εξέλιξη αυτή αναδεικνύει, ότι το πραγματικό ζήτημα δεν ήταν ποτέ, αν η απόφαση έπρεπε να εφαρμοστεί. Αυτό είναι αυτονόητο σε ένα κράτος δικαίου. Το κρίσιμο ερώτημα είναι, αν η εφαρμογή της αποκαθιστά πλήρως τις συνέπειες μιας πρακτικής που κρίθηκε ασύμβατη με τον σκοπό του νόμου και αν η αποκατάσταση αυτή αφορά το σύνολο των δανειοληπτών που επιβαρύνθηκαν από αυτήν.
Για να απαντηθεί, όμως, το ερώτημα αυτό είναι αναγκαίο να επιστρέψουμε στο ίδιο το σκεπτικό της απόφασης.
Η Ολομέλεια δεν αντιμετώπισε το ζήτημα ως μία λογιστική ή τεχνική διαφωνία γύρω από τον τρόπο υπολογισμού των τόκων. Αναζήτησε την λύση μέσα από τον σκοπό του ν. 3869/2010.
Και ο σκοπός αυτός περιγράφεται με ιδιαίτερη σαφήνεια.
Σύμφωνα με την απόφαση, ο ν. 3869/2010 θεσπίστηκε για την αντιμετώπιση των σοβαρών οικονομικών και κοινωνικών προβλημάτων της υπερχρέωσης. Η απαλλαγή των υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων από τα χρέη τους δεν αντιμετωπίζεται, ως μία απλή ιδιωτική διαφορά μεταξύ οφειλέτη και πιστωτή, αλλά ως εργαλείο επανάκτησης της αγοραστικής δύναμης των πολιτών και επανένταξής τους στην οικονομική και κοινωνική δραστηριότητα.
Με άλλα λόγια, το ίδιο το Ανώτατο Δικαστήριο προσδιόρισε ποιο δημόσιο συμφέρον υπηρετεί ο νόμος.
Η παραδοχή αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία υπό το φως της συζήτησης που αναπτύχθηκε μετά τη δημοσίευση της απόφασης σχετικά με πιθανές επιπτώσεις στις τιτλοποιήσεις μη εξυπηρετούμενων δανείων ή ακόμη και στο πρόγραμμα «Ηρακλής».
Οι προβληματισμοί αυτοί είναι θεμιτοί και μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο σοβαρής οικονομικής και τεχνικής ανάλυσης. Δεν μπορούν, όμως, να ανατρέπουν τη βασική αφετηρία της απόφασης ούτε να οδηγούν σε αντιστροφή της συλλογιστικής της.
Η Ολομέλεια δεν έθεσε απέναντι την χρηματοπιστωτική σταθερότητα και την προστασία των υπερχρεωμένων νοικοκυριών. Αντίθετα, αναγνώρισε, ότι η αντιμετώπιση της υπερχρέωσης και η επανένταξη των πολιτών στην οικονομική ζωή συνιστούν οι ίδιες σκοπό δημοσίου συμφέροντος.
Παράλληλα, υπογράμμισε, ότι η ερμηνεία του άρθρου 9 παρ. 2 του ν. 3869/2010 πρέπει να διέρχεται μέσα από το πρίσμα της αξιοπρεπούς διαβίωσης του οφειλέτη και της οικογένειάς του. Ανέφερε, ρητά, ότι η μεγαλύτερη δυνατή ικανοποίηση των πιστωτών δεν μπορεί να αποσυνδεθεί από την προστασία της προσωπικής αξιοπρέπειας και τηn διατήρηση ενός στοιχειώδους επιπέδου διαβίωσης.
Η απόφαση δεν αμφισβήτησε την λεγόμενη «χρονική αξία του χρήματος». Δεν αμφισβήτησε την ύπαρξη τόκου, ούτε τηn σημασία της χρονικής διάστασης της αποπληρωμής. Προσδιόρισε, όμως, ποια μορφή εκτοκισμού είναι συμβατή με τον σκοπό του νόμου και ποια όχι.
Υπό το πρίσμα αυτό, η επικείμενη νομοθετική ρύθμιση κινείται προς την κατεύθυνση συμμόρφωσης με τη δικαστική κρίση. Ταυτόχρονα όμως εισάγει μία σημαντική διαφοροποίηση.
Οι συνέπειες της απόφασης αναγνωρίζονται μόνο για όσες ρυθμίσεις παραμένουν ενεργές κατά τον χρόνο έναρξης ισχύος της νέας διάταξης. Αντίθετα, για ρυθμίσεις που έχουν ήδη ολοκληρωθεί ή για τις οποίες θεωρείται, ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις έκπτωσης, τα επιπλέον ποσά που καταβλήθηκαν δεν αναζητούνται αναδρομικά. Έτσι, δανειολήπτες που επιβαρύνθηκαν από την ίδια ακριβώς πρακτική αντιμετωπίζονται διαφορετικά αποκλειστικά και μόνο λόγω του χρονικού σημείου στο οποίο βρίσκεται η ρύθμισή τους.
Η διάκριση αυτή δεν προκύπτει από την απόφαση της Ολομέλειας διότι δεν διατύπωσε διαφορετική ερμηνεία για διαφορετικές κατηγορίες οφειλετών. Προσδιόρισε ποια ήταν εξαρχής η ορθή έννοια του νόμου.
Παράλληλα, η νομοθετική λύση δεν αποκαθιστά την θέση στην οποία θα βρίσκονταν οι δανειολήπτες, εάν εξαρχής εφαρμοζόταν η ερμηνεία που υιοθέτησε η Ολομέλεια του Αρείου Πάγου. Αντίθετα, μεταθέτει την ωφέλειά τους στο μέλλον, μέσω της μείωσης των τελευταίων δόσεων της ρύθμισης, χωρίς να προβλέπει επιστροφή των επιπλέον ποσών που καταβλήθηκαν ούτε άμεση απομείωση του κεφαλαίου με αντίστοιχη επίδραση στις τρέχουσες μηνιαίες καταβολές. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, η οικονομική επιβάρυνση που υπέστησαν οι δανειολήπτες επί σειρά ετών δεν αίρεται πλήρως, αλλά αντιμετωπίζεται μέσω ενός μηχανισμού μελλοντικής προσαρμογής των υποχρεώσεών τους.
Τα ζητήματα που ανακύπτουν από την επικείμενη νομοθετική ρύθμιση πρέπει να εξεταστούν υπό το πρίσμα του ίδιου του σκοπού που η Ολομέλεια αναγνώρισε ότι υπηρετεί ο ν. 3869/2010.
Η πραγματική σημασία της υπ’ αριθ. 6/2026 απόφασης δεν εξαντλείται στον τρόπο υπολογισμού ενός τόκου. Η Ολομέλεια αξιοποίησε την ευκαιρία για να επαναπροσδιορίσει τον ίδιο τον σκοπό του ν. 3869/2010 και να υπενθυμίσει ότι η αντιμετώπιση της υπερχρέωσης δεν αφορά μόνο ιδιωτικές έννομες σχέσεις μεταξύ οφειλετών και πιστωτών, αλλά συνδέεται με ευρύτερες κοινωνικές και οικονομικές ανάγκες.
Η επικείμενη νομοθετική παρέμβαση αποτελεί ασφαλώς συμμόρφωση προς την δικαστική κρίση. Την ίδια στιγμή όμως, επιλέγει να περιορίσει το εύρος της αποκατάστασης, εξαιρώντας κατηγορίες δανειοληπτών που επιβαρύνθηκαν από την ίδια ακριβώς ερμηνεία του νόμου, την οποία η Ολομέλεια έκρινε ως μη συμβατή με τον σκοπό του.
Και ακριβώς εκεί βρίσκεται σήμερα η ουσία της συζήτησης. Όχι στο αν πρέπει να εφαρμοστεί η απόφαση. Αυτό έχει ήδη απαντηθεί. Ούτε στο αν πρέπει να προστατευθεί το δημόσιο συμφέρον. Και αυτό έχει ήδη απαντηθεί.
Το πραγματικό ερώτημα είναι, αν η νομοθετική αποκατάσταση που επιχειρείται ανταποκρίνεται πλήρως στο δημόσιο συμφέρον που η ίδια η Ολομέλεια του Αρείου Πάγου αναγνώρισε ότι υπηρετεί ο ν. 3869/2010.
(Η Αριάδνη Νούκα είναι δικηγόρος)


























