Η συζήτηση που έχει ανοίξει γύρω από τη σχέση της εθνικής δικαιοσύνης με την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία αποκαλύπτει κάτι βαθύτερο από μια απλή θεσμική «παρεξήγηση». Αποκαλύπτει μια διαχρονική αδυναμία του ελληνικού πολιτικού συστήματος να αποδεχθεί τον ίδιο του τον ρόλο.
Ας ξεκινήσουμε από τα βασικά.
Σε κάθε υπόθεση που αγγίζει την αρμοδιότητα της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, η τελική κρίση ανήκει στα εθνικά δικαστήρια. Η ευρωπαϊκή διάσταση δεν καταργεί την εθνική κυριαρχία στη δικαιοσύνη. Την συμπληρώνει, την ενδυναμώνει, την διευρύνει. Όμως αυτή η πρωτόγνωρη για την χώρα μας θεσμική ροή-έρευνα, δίωξη, εκδίκαση- που προβλέπεται από την ευρωπαϊκή νομοθεσία, από την σύσταση του ευρωπαϊκού εισαγγελικού θεσμού και όπως την παρακολουθούμε από την εξέλιξη της υπόθεσης του ΟΠΕΚΕΠΕ, συχνά συναντά εμπόδια που δεν είναι νομικά αναγκαία αλλά πολιτικά βολικά.
Εδώ ακριβώς ανακύπτει το ελληνικό πρόβλημα.
Πρώτον: Οι διατάξεις, όπως το άρθρο 86 (ευθύνη υπουργών) και το άρθρο 62 (βουλευτική ασυλία) έχουν επανειλημμένα τεθεί υπό κριτική στην ΕΕ, καθώς μπορούν να λειτουργήσουν ως αναχώματα στην απονομή δικαιοσύνης, ειδικά σε υποθέσεις ευρωπαϊκού ενδιαφέροντος. Οι διατάξεις αυτές αντί να λειτουργούν ως εγγυήσεις θεσμικής ισορροπίας, ο τρόπος με τον οποίο εργαλειοποιούνται από την κυβέρνηση, καταλήγουν να εκλαμβάνονται, ως μηχανισμοί καθυστέρησης ή εκπνοής προθεσμιών εκδίκασης ή αποφυγής της δικαιοσύνης. Δεν είναι τυχαίο ότι αυτά τα ζητήματα έχουν επανειλημμένα απασχολήσει τα ευρωπαϊκά όργανα για το κράτος δικαίου. Η ευρωπαϊκή εισαγγελία έχει ήδη αναφερθεί στις πολυδαίδαλες και χρονοβόρες διεργασίες που προκύπτουν από τα προαναφερόμενα άρθρα και νόμους. Είναι δε σίγουρο, ότι προβληματίσθηκε και από τα συμπεράσματα της εξεταστικής επιτροπής για τον ΟΠΕΚΕΠΕ, όπου η πρόταση της πλειοψηφίας, της παράταξης της ΝΔ, «αθώωσε» όλους τους εμπλεκομένους στις επισυνδέσεις.
Προφανώς, η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία περίμενε μια κατηγοριοποίηση των μαρτύρων, μια κίνηση κοινοβουλευτικής και πολιτικής θέλησης για την εξάρθρωση του «λαθραίου» συστήματος. Δεν υπολόγισε επίσης, το τι θα συμβεί με την δικαστική εξέταση των μαρτύρων που βρίσκονται στην φάση της δικαστικής τους εξέτασης και ξεδιπλώνουν γεγονότα παρεμβατισμού και αποδιοργάνωσης του Οργανισμού Πληρωμών, της έλλειψης βασικών ελέγχων και υποδομών ενός σύγχρονου κράτους.
Η κυβέρνηση ταμπουρώθηκε πίσω από την πλειοψηφία της. Έκανε λάθος στρατηγικής και τακτικής, που φαίνεται ότι θα την ακολουθεί το επόμενο διάστημα.Η «σαλαμοποίηση» δε των νέων υποθέσεων θα συνεχιστεί, διότι εξαρτάται από την εξέταση των απομαγνητοφωνήσεων, της διασταύρωσης των στοιχείων και των ελέγχων για την επιβάρυνση του δημοσίου και της κατάχρησης των κοινοτικών πόρων.
Να επισημανθεί φυσικά ότι και άλλα κράτη μέλη έχουν εκκρεμότητες με την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία από το 2019 καθώς και παρόμοια συνταγματικά άρθρα και συναφών νόμων, που φαίνεται όμως, ότι δεν προκαλούν καθυστερήσεις και επιπλοκές όπως αυτές, μέχρι σήμερα έχουν παρατηρηθεί στην Ελλάδα για την υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ και που ταλανίζει την ελληνική Βουλή, το κράτος και την Ελληνική Δικαιοσύνη.
Είναι δεδομένο ότι κάθε κράτος-μέλος έχει τη δική του συνταγματική και ποινική αρχιτεκτονική, αλλά αυτό δεν μπορεί να χρησιμοποιείται ως πρόσχημα καθυστέρησης ή αποφυγής αποφάσεων.
Δεύτερον: Με το αίτημά της άρσης της ασυλίας των βουλευτών, όπου είναι μονόδρομος για εκείνους τα ονόματα των οποίων ευθέως ή εμμέσως αναφέρονται, ξεδιπλώθηκε μια δημόσια συζήτηση περί των αρμοδιοτήτων και υποχρεώσεων των βουλευτών απέναντι στους ψηφοφόρους τους. Γίνεται μια «προσπάθεια» στην ουσία, να επαναπροσδιοριστεί ή να επικεντρωθεί η δράση και ο κοινοβουλευτικός ρόλος τους, στην διαμεσολάβηση ή στο παλαιομοδίτικο ρουσφέτι ή στην προνομιούχα σχέση πολίτη με «τον μπάρμπα από την Κορώνη». Εάν, ορισμένοι επιδιώκουν να απλώσουν νομικό και πολιτικό δίκτυ ασφαλείας για τους βουλευτές, ότι οι «εξ ατομικευμένες» παρεμβάσεις τους εντάσσονται στις αρμοδιότητες τους, θα βρεθούν μπροστά σε δύσκολες καταστάσεις. Είναι κατανοητή η θέση πολλών βουλευτών και σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να γενικευτούν καταστάσεις και συμπεράσματα.
Εδώ τίθεται όμως το κρίσιμο πολιτικό ερώτημα: ποιος είναι τελικά ο ρόλος του βουλευτή;
Μπορεί να φαίνεται ότι το θέμα αυτό είναι «ξεπερασμένο» ή ότι φέρει το βάρος και την ιστορικότητα παλαιών νοοτροπιών και συστημάτων. Όμως μάλλον για την χώρα μας και για την πορεία του πολιτεύματος, αυτός ο ρόλος του εκπροσώπου των πολιτών και μάλιστα στα πλαίσια των συγκρουσιακών εξελίξεων, πρέπει να ξεκαθαριστεί.
Σε μια σύγχρονη κοινωνία, ο βουλευτής δεν είναι ούτε διαμεσολαβητής προσωπικών υποθέσεων ούτε διαχειριστής «εξυπηρετήσεων». Δεν εκλέγεται για να λειτουργεί ως σύγχρονος Μαυρογιαλούρος. Εκλέγεται για να νομοθετεί, να ελέγχει την εκτελεστική εξουσία και όταν χρειάζεται να συγκρούεται μαζί της. Να ζητά και να διεκδικεί την καλύτερη οργάνωση του κράτους και του δημόσιου τομέα, την λειτουργική αποκέντρωση του, την καινοτόμα και διαφανή λειτουργικότητα των κοινωνικών υπηρεσιών, την δίκαιη προσβασιμότητα των πολιτών, την ισομερή ανάπτυξη. Η Βουλή είναι πεδίο δράσης για την εκπλήρωση των στόχων αυτών.
Η πραγματικότητα όμως είναι διαφορετική. Αντί για συλλογικές θεσμικές πρωτοβουλίες, βλέπουμε ατομικές παρεμβάσεις. Αντί για κοινοβουλευτική πίεση, υπάρχει μόνο σιωπηλή προσαρμογή. Θα μπορούσαν, για παράδειγμα, ομάδες βουλευτών κυρίως της συμπολίτευσης, να συγκροτήσουν μέτωπα πίεσης για ριζικές αλλαγές σε κρίσιμα θέματα ή οργανισμούς όπως, ο ΟΠΕΚΕΠΕ. Δεν το κάνουν ή και όταν γίνεται θεωρείται «αντάρτικο» από την εκτελεστική εξουσία ή από το επιτελικό κράτος. Με εκείνα και με τα άλλα, μεγάλο μέρος βουλευτών, δεν επικεντρώνονται στα γενικά καθήκοντα τους γιατί το υπάρχον σύστημα τους εξυπηρετεί, λίγο ή πολύ, ενώ τους κρατά «αιχμάλωτους» με τις μικρό διευθετήσεις. Το επιτελικό κράτος, δεν θέλει αντιπάλους.
Στο πλαίσιο αυτό εντάσσεται πλέον και η συζήτηση για την άρση ασυλίας. Η πολιτική ηγεσία δεν έχει πραγματικά, περιθώριο επιλογής. Όταν τίθεται ζήτημα διερεύνησης, η διαδικασία πρέπει να προχωρά. Όχι επειδή το επιβάλλει η αντιπολίτευση ή η κοινή γνώμη, αλλά επειδή το επιβάλλει η ίδια η θεσμική τάξη. Το πολιτικό προσωπικό, έχει ισχυρή θέληση και πρέπει να επανέλθει στον θεσμικό του ρόλο, εγκαταλείποντας πρακτικές ορισμένων που υπονομεύουν την εμπιστοσύνη των πολιτών.
Αξίζει να σημειωθεί ότι πολλές υποθέσεις που φτάνουν μέσω της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας απορρίπτονται για διαφορετικούς λόγους από τα εθνικά δικαστήρια. Αυτό δεν συνιστά αποτυχία. Είναι η φυσιολογική λειτουργία ενός συστήματος όπου η δικαιοσύνη αποφαίνεται ανεξάρτητα. Το πρόβλημα δεν είναι η απόρριψη. Το πρόβλημα είναι, αν η υπόθεση θα φτάσει ανεμπόδιστα εκεί.
Η συζήτηση αυτή φυσικά υπερβαίνει τα ελληνικά σύνορα.
Μια Ευρωπαϊκή Ένωση που φιλοδοξεί να εξελιχθεί σε πολιτική και οικονομική ένωση, χρειάζεται και πλαίσιο ενοποίησης της λειτουργία της Δικαιοσύνης. Η ευρωπαϊκή ενοποίηση απαιτεί και θεσμική σύγκλιση στη δικαιοσύνη. Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία είναι ένα πρώτο βήμα αλλά και ένας καθρέφτης που δείχνει τις εθνικές αδυναμίες και προκλήσεις.
Η συζήτηση γύρω από τα ζητήματα αυτά, δεν μπορεί να τρενάρει. Η εθνική συλλογική απάντηση πρέπει να δοθεί για να διασφαλιστεί, η ποιότητα της δημοκρατίας μας, η οργάνωση του σύγχρονου κράτους, οι αξίες του πολιτεύματος που θα εμπνέουν τους νέους που δίνουν την μάχη τους στο πεδίο της καθημερινότητας «χωρίς ελπίδα και πολεμοφόδια».
(Η Κατερίνα Μπατζελή είναι πρ. Υπουργός, βουλευτής, ευρωβουλευτής)































