Η στεγαστική κρίση που βιώνουμε σήμερα στη χώρα μας δεν είναι απλώς δυο λέξεις. Είναι μια πραγματικότητα για χιλιάδες συμπολίτες μας που βλέπουν ένα συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα όχι απλώς να μην προστατεύεται επαρκώς αλλά, αντίθετα, να απογυμνώνεται στην πράξη από την όποια προστασία. Και αυτό αφορά τις συνθήκες ζωής ανθρώπων και οικογενειών που μέσα στη γενικότερη επισφάλεια βιώνουν επιπρόσθετα και την επισφάλεια της στέγασης.
Το 2009, πριν από την οικονομική κρίση, το ποσοστό ιδιοκατοίκησης των ελληνικών νοικοκυριών ήταν περίπου 80%, από τα μεγαλύτερα στην Ευρώπη. Σήμερα, με βάση τα πιο πρόσφατα στοιχεία της Eurostat, η ιδιοκατοίκηση έχει πέσει κάτω από 70%. Αυτό σημαίνει ότι εκατοντάδες χιλιάδες κατοικίες απωλέσθηκαν, ενώ περίπου 20.000 κατοικίες βρίσκονται στα χέρια τραπεζών και servicers.
Στη διάρκεια της κρίσης, πολλοί έλεγαν ότι το υψηλό ποσοστό ιδιοκατοίκησης στην Ελλάδα είναι μια «παραφωνία» και θα πρέπει να προσεγγίσουμε την ευρωπαϊκή πραγματικότητα. Πράγματι, αυτό συνέβη, αφού στην ΕΕ ο μέσος όρος ιδιοκατοίκησης είναι 68%. Ωστόσο, οι χώρες στις οποίες υπάρχουν τα υψηλότερα ποσοστά ενοικίασης είναι και οι οικονομικά ισχυρότερες: Γερμανία, Αυστρία, Δανία κ.ο.κ., όπου βέβαια το θεσμικό πλαίσιο παρέχει ισχυρή προστασία στους ενοικιαστές και δεν τους αφήνει «φτερό στον άνεμο». Οι χώρες με υψηλά ποσοστά ιδιοκατοίκησης, από την άλλη, είναι οι πιο αδύναμες οικονομικά, στα Βαλκάνια και στην Ανατολική Ευρώπη. Έτσι, η Ελλάδα αποτελεί έναν «πρωτότυπο» συνδυασμό: μειωμένη ιδιοκατοίκηση και αυξανόμενο ποσοστό ενοικίασης, αλλά χωρίς προστατευτικό πλαίσιο και σε δυσμενείς οικονομικές συνθήκες. Μια κοινωνική ωρολογιακή βόμβα, δηλαδή!
Μπροστά σε αυτή την κατάσταση, η οικονομική πολιτική της Κυβέρνησης το μόνο που κάνει είναι να επιδεινώνει ακόμη περισσότερο την κατάσταση. Η ακρίβεια έχει σταθεροποιηθεί σε δυσθεώρητα ύψη, κατατρώγοντας το διαθέσιμο εισόδημα των πολιτών, ενώ οδηγεί σε δυσβάσταχτες αυξήσεις στα ενοίκια. Σύμφωνα με πρόσφατα στοιχεία, στην Αττική οι ζητούμενες τιμές ενοικίασης κατά το πρώτο τρίμηνο του 2026 αυξήθηκαν κατά 4,8%, στη Θεσσαλονίκη κατά 12,5% και στην υπόλοιπη Ελλάδα κατά 11,4%. Και όλα αυτά τη στιγμή που η Ελλάδα βρίσκεται πια επισήμως στην τελευταία θέση της Ευρώπης με όρους αγοραστικής δύναμης, μαζί με τη Βουλγαρία, με τους μισθούς να παραμένουν καθηλωμένοι και να συμπιέζονται στο επίπεδο του κατώτατου. Εξίσωση όλων προς τα κάτω, με λίγα λόγια, σε μια οικονομία όπου επιβιώνουν μόνο οι λίγοι και προνομιούχοι.
Σε αυτό το περιβάλλον, σχεδόν ένα στα τρία νοικοκυριά δαπανά πάνω από το 40% του διαθέσιμου εισοδήματός του για την κάλυψη στεγαστικών αναγκών. Αν σκεφτούμε ότι η ενοικίαση αφορά περισσότερο τις οικονομικά ευάλωτες κοινωνικές ομάδες, όπως τους νέους, τους χαμηλόμισθους ή τις μονογονεϊκές οικογένειες, γίνεται φανερό πόσο κοινωνικά άδικη και ανάλγητη είναι η πολιτική που ανέχεται, και τροφοδοτεί, αυτή την κατάσταση. Είναι, λοιπόν, επείγουσα ανάγκη η Πολιτεία να εφαρμόσει επιτέλους τη συνταγματική επιταγή για προστασία του δικαιώματος στη στέγη για όλους.
Και ταυτόχρονα, θα πρέπει να ληφθεί ιδιαίτερη και συγκεκριμένη μέριμνα για την προστασία της πρώτης κατοικίας, που δεν είναι προνόμιο αλλά κοινωνικό δικαίωμα. Όπως και η δεύτερη ευκαιρία δεν μπορεί να σημαίνει απλώς πτώχευση, αλλά πραγματική δυνατότητα επανένταξης.
Χρειάζεται λοιπόν να διατυπώσουμε και να προωθήσουμε στον δημόσιο διάλογο προτάσεις για την αντιμετώπιση της υπερχρέωσης και τη ρύθμιση-μείωση του χρέους, οι οποίες θα πρέπει να έχουν στόχο την κοινωνική και επαγγελματική επανένταξη του οφειλέτη, την ισοτιμία πιστωτή-οφειλέτη και τη δυνατότητα του οφειλέτη να προσφύγει σε φυσικό δικαστή, τη διαφάνεια και τη δίκαιη αντιμετώπιση εκ μέρους των funds servicers.
Είναι, λοιπόν, καταρχάς αναγκαία η διεύρυνση της περιμέτρου του «ευάλωτου οφειλέτη» πέρα από τα στενά οικονομικά δεδομένα, συμπεριλαμβάνοντας κοινωνικά κριτήρια, οικογενειακές συνθήκες, προβλήματα υγείας ή ανεργίας. Οι συνθήκες ζωής του 2025 δεν είναι οι ίδιες με αυτές του 2010 και η νομοθεσία πρέπει να το αναγνωρίσει.
Περαιτέρω, θα πρέπει να διασφαλιστεί ότι ο δανειολήπτης γνωρίζει λεπτομερώς τη ρύθμιση που του προτείνεται και όλα τα στοιχεία της πρότασης του αυτοματοποιημένου συστήματος, αλλά και της αντιπρότασης αναλυτικά, προκειμένου να μπορεί να αποδείξει ενώπιον δικαστηρίου αν η απόρριψη είναι καταχρηστική. Όταν η ενημέρωση και η διαφάνεια λείπουν, δεν υπάρχει ούτε ισοτιμία ούτε δικαιοσύνη.
Είναι, ακόμη, κοινωνικά επιβεβλημένο να υπάρξει αλλαγή συναλλακτικής συμπεριφοράς των servicers έναντι των δανειοληπτών. Δεν μπορεί να συνεχίζεται η απρόσωπη, τυποποιημένη επικοινωνία με ανθρώπους που βρίσκονται ένα βήμα πριν χάσουν το σπίτι τους. Πρέπει να υπάρξουν παρεμβάσεις ώστε να είναι υποχρεωτική η προστασία των δανειοληπτών έναντι των servicers και των funds, που μοναδικό τους μέλημα είναι η μεγιστοποίηση των κερδών τους χωρίς να εξαναγκάζονται από την Πολιτεία να εξαντλούν όλα τα μέσα ρύθμισης πριν την έναρξη της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης. Συναφώς, απαιτείται και τροποποίηση του νόμου που προβλέπει δεσμευτικότητα συμμετοχής στη διαδικασία, και σε περίπτωση που η πρόταση δεν είναι προς το οικονομικό συμφέρον των servicers να προσφεύγουν δικαστικά. Τέλος, θα ήταν κρίσιμης σημασίας και η αναστολή μέτρων αναγκαστικής εκτέλεσης και πλειστηριασμών σε βάρος του οφειλέτη κατά την έναρξη της διαδικασίας αίτησης εξωδικαστικού συμβιβασμού.
Είναι σημαντικό, στις σημερινές συνθήκες, να μιλάμε για το δικαίωμα στη στέγη. Χρειάζεται όμως ταυτόχρονα να διατυπώνουμε συγκεκριμένες προτάσεις και να διεκδικούμε την υλοποίησή τους, για την ουσιαστική προστασία της κοινωνίας σε δύσκολους καιρούς.
(Η Κατερίνα Μπέρδου είναι δικηγόρος)

































