Την ώρα που η ελληνική αγορά ακινήτων κινείται σε ιστορικά υψηλά επίπεδα και η στεγαστική κρίση πιέζει ολοένα και περισσότερο τα νοικοκυριά, η κυβέρνηση εξακολουθεί να αποφεύγει παρεμβάσεις που θα μπορούσαν να επιβραδύνουν την άνοδο των τιμών ή να αυξήσουν τη φορολογική επιβάρυνση στην κτηματαγορά. Φόρος υπεραξίας, ΦΠΑ στα νεόδμητα ακίνητα, αναπροσαρμογή αντικειμενικών αξιών και μέτρα για την αξιοποίηση των κλειστών κατοικιών παραμένουν εκτός ατζέντας, παρά τις πιέσεις που δέχεται η αγορά κατοικίας.
Η εικόνα που διαμορφώνεται είναι αυτή μιας πολιτικής επιλογής διατήρησης της δυναμικής της αγοράς ακινήτων, ακόμη και αν αυτό συνεπάγεται περαιτέρω επιβάρυνση για όσους αναζητούν προσιτή στέγη. Παρά τη θεαματική άνοδο των εμπορικών αξιών τα τελευταία χρόνια, οι πωλήσεις ακινήτων συνεχίζουν να πραγματοποιούνται χωρίς την επιβολή φόρου υπεραξίας, επιτρέποντας σε επενδυτές και ιδιοκτήτες να καρπώνονται σημαντικά κέρδη χωρίς πρόσθετη φορολογική επιβάρυνση. Αντίστοιχα, η αναστολή του ΦΠΑ στα νεόδμητα παρατείνεται διαδοχικά, διατηρώντας ευνοϊκό το φορολογικό περιβάλλον για την οικοδομική δραστηριότητα.
Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται και η συνεχής μετάθεση της αναθεώρησης των αντικειμενικών αξιών. Οι σημερινές τιμές ζώνης εξακολουθούν να βασίζονται σε δεδομένα προηγούμενων ετών, παρότι σε πολλές περιοχές οι εμπορικές αξίες έχουν αυξηθεί θεαματικά. Μια νέα προσαρμογή θα επηρέαζε άμεσα τον ΕΝΦΙΑ, τους φόρους μεταβίβασης, τις γονικές παροχές και δεκάδες ακόμη επιβαρύνσεις που συνδέονται με την ακίνητη περιουσία, προκαλώντας αναπόφευκτα πολιτικές αντιδράσεις από εκατομμύρια ιδιοκτήτες.
Αντίστοιχη είναι η στάση της κυβέρνησης και στο ζήτημα των κλειστών κατοικιών. Παρά τις εισηγήσεις διεθνών οργανισμών για τη λήψη μέτρων που θα ενθάρρυναν τη διάθεση περισσότερων ακινήτων στην αγορά, η επιβολή φορολογικών αντικινήτρων στους ιδιοκτήτες δεν εξετάζεται επί του παρόντος. Η επιλογή αυτή ερμηνεύεται από αναλυτές ως προσπάθεια αποφυγής πολιτικού κόστους σε μια περίοδο κατά την οποία η ιδιοκτησία ακινήτων παραμένει ιδιαίτερα ευαίσθητο κοινωνικό και εκλογικό ζήτημα.
Έτσι, ενώ οι τιμές πώλησης και τα ενοίκια συνεχίζουν την ανοδική τους πορεία και η στεγαστική πίεση εντείνεται, η κυβέρνηση φαίνεται να προκρίνει τη διατήρηση της αναπτυξιακής δυναμικής της κτηματαγοράς έναντι μέτρων που θα μπορούσαν να εξομαλύνουν τις συνθήκες. Μια επιλογή που περιορίζει τις άμεσες πολιτικές απώλειες, αλλά ταυτόχρονα διευρύνει τις ανισορροπίες της αγοράς και απομακρύνει ακόμη περισσότερο το στόχο της προσιτής κατοικίας για χιλιάδες νοικοκυριά.

































