Δύο δημοσκοπήσεις μέσα σε λίγα 24ωρα, από δύο διαφορετικές εταιρείες, καταγράφουν μια εικόνα που δεν έχει καμία απολύτως σχέση με όσα γνωρίζουμε μέχρι πριν λίγο καιρό, πριν την ίδρυση, δηλαδή, της ΕΛΑΣ και της «Ελπίδας για Δημοκρατία».
Τόσο η Alco – την περασμένη Παρασκευή (29/5) – όσο και η Opinion Poll – χθες, Δευτέρα (1/6) – εμφανίζουν τον νέο πολιτικό φορέα του Αλέξη Τσίπρα στη δεύτερη θέση, ενώ η Μαρία Καρυστιανού διεκδικεί ή καταλαμβάνει την τρίτη θέση, αφήνοντας το ΠΑΣΟΚ στην τέταρτη.
Τα ευρήματα αποκτούν ακόμη μεγαλύτερη σημασία αν συγκριθούν με τις δημοσκοπήσεις που δημοσιεύονταν πριν από την ανακοίνωση των δύο νέων κομμάτων. Μέχρι τις αρχές Μαΐου, οι περισσότερες μετρήσεις κατέγραφαν μια σχετικά σταθερή εικόνα, με τη Νέα Δημοκρατία πρώτη και το ΠΑΣΟΚ να εμφανίζεται ως ο βασικός εκφραστής της αντιπολίτευσης. Το μόνο που άλλαζε ήταν τα ποσοστά.
Σήμερα, μόλις λίγες ημέρες μετά την είσοδο του Αλέξη Τσίπρα και της Μαρίας Καρυστιανού στο πολιτικό σκηνικό, η κατάταξη εμφανίζεται σημαντικά διαφοροποιημένη και μάλλον θα υπάρχει και συνέχεια αν δούμε στην πράξη κόμμα του Αντώνη Σαμαρά.
Πρόκειται για μια εξέλιξη με ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς μόλις την προηγούμενη εβδομάδα η Χαριλάου Τρικούπη είχε ανοίξει μέτωπο με τις εταιρείες δημοσκοπήσεων, αμφισβητώντας ευθέως μετρήσεις και αναλύσεις που δεν ήταν ευνοϊκές για το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης.
Η εικόνα επαναλαμβάνεται
Το πιο αξιοσημείωτο στοιχείο δεν είναι τόσο οι επιμέρους μονάδες που κερδίζει ή χάνει κάθε κόμμα, όσο το γεγονός ότι δύο διαφορετικές εταιρείες καταγράφουν την ίδια βασική εικόνα, κάτι που όπως φαίνεται θα συμβεί και στις επόμενες, σύμφωνα με τη στήλη «Παιχνίδια Εξουσίας».
Ο Αλέξης Τσίπρας εμφανίζεται να καταλαμβάνει από τα πρώτα 24ωρα τη δεύτερη θέση, ενώ η Μαρία Καρυστιανού διατηρεί ισχυρή παρουσία και στις δύο μετρήσεις, επιβεβαιώνοντας ότι η δυναμική (με πτώση τις τελευταίες εβδομάδες) που κατέγραφε το προηγούμενο διάστημα δεν ήταν συγκυριακή. Αντίθετα, το ΠΑΣΟΚ βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πραγματικότητα που δεν θέλει ούτε να σκέφτεται.
Την ίδια στιγμή, ο Αλέξης Τσίπρας δεν εμφανίζεται απλώς να κερδίζει δημοσκοπικό έδαφος. Τα ευρήματα των μετρήσεων δείχνουν ότι η ΕΛΑΣ καταφέρνει να επανασυσπειρώσει ένα σημαντικό τμήμα δυνάμεων που τα τελευταία χρόνια είχαν διασκορπιστεί ανάμεσα στον ΣΥΡΙΖΑ, μικρότερους σχηματισμούς ή ακόμη και την αποχή. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο ότι το ποσοστό που καταγράφει ο νέος φορέας είναι σημαντικά υψηλότερο από το άθροισμα των σημερινών ποσοστών του ΣΥΡΙΖΑ και της Νέας Αριστεράς. Βεβαίως, η ΕΛΑΣ αντλεί δυνάμεις και από άλλους πολιτικούς χώρους, ωστόσο οι σχετικές μετακινήσεις εμφανίζονται αισθητά μικρότερες.
Αυτό, λοιπόν, δείχνει ότι δεν πρόκειται μόνο για μια απλή μετακίνηση ψηφοφόρων από κόμμα σε κόμμα, αλλά για μια ευρύτερη ανασύνθεση του χώρου (και ψηφοφόροι της Πλεύσης Ελευθερίας φαίνεται να μετακινούνται προς την ΕΛΑΣ) που βρισκόταν σε κατάσταση κατακερματισμού μετά τις διαδοχικές διασπάσεις των τελευταίων ετών στον χώρο της Αριστεράς.
Ανασύνθεση του πολιτικού χάρτη
Η εικόνα κατάρρευσης του ΣΥΡΙΖΑ, η υποχώρηση μικρότερων σχηματισμών και η ταυτόχρονη εκτόξευση του νέου κόμματος δημιουργούν την αίσθηση μιας ευρύτερης αναδιάταξης δυνάμεων στον ευρύτερο χώρο της Αριστεράς και της Κεντροαριστεράς.
Την ίδια ώρα, και στις δύο μετρήσεις καταγράφεται μια μικρή υποχώρηση της Νέας Δημοκρατίας σε σχέση με προηγούμενα ευρήματα. Η κυβέρνηση παραμένει με σαφή διαφορά στην πρώτη θέση, ωστόσο δεν εμφανίζει σημάδια περαιτέρω ανόδου, παρά τις ανακατατάξεις που καταγράφονται στον χώρο της αντιπολίτευσης. Στη μία μάλιστα δημοσκόπηση τα ποσοστά της ΝΔ είναι εμφανώς μειωμένα σε σχέση με τις προηγούμενες. Πρόκειται για ένα ακόμη ενδιαφέρον εύρημα, καθώς σε περιόδους έντονης ρευστότητας και πολυδιάσπασης των αντιπάλων της, το κυβερνών κόμμα είθισται να ενισχύεται. Στην παρούσα φάση, όμως, κάτι τέτοιο δεν φαίνεται να συμβαίνει.
Κι αν προστεθεί ο Σαμαράς;
Το ενδιαφέρον στρέφεται πλέον και στις εξελίξεις στον χώρο της Κεντροδεξιάς. Αν τελικά επιβεβαιωθούν τα σενάρια για δημιουργία νέου πολιτικού φορέα από τον Αντώνη Σαμαρά, τότε οι σημερινές δημοσκοπικές ανακατατάξεις ενδέχεται να αποτελούν μόνο την αρχή μιας πολύ ευρύτερης αναδιαμόρφωσης του πολιτικού χάρτη.
Σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο, οι αλλαγές δεν θα αφορούν τον χώρο της αντιπολίτευσης αλλά κυρίως το εκλογικό ακροατήριο της Νέας Δημοκρατίας, δημιουργώντας ένα ακόμη πιο διαφορετικό πολιτικό σκηνικό από αυτό που γνωρίζαμε μέχρι σήμερα.































