Υπάρχει η πληροφορία ότι ο Νετανυάχου έπεισε τον Τραμπ τον Ιούνιο ή τον Δεκέμβριο του περασμένου έτους να επιτεθούν από κοινού για να συντρίψουν το Ιράν που στεκόταν διαχρονικά εμπόδιο για ευρύτερο έλεγχο του Ισραήλ στην περιοχή και τροφοδοτούσε την Κίνα με πετρέλαιο. Όμως θα ήταν αφέλεια να πιστέψουμε ότι το αμερικανικό κατεστημένο σέρνεται με τόση ευκολία σε πολέμους.
Πράγματι εδώ και χρόνια, ακόμη από το 1995 ο Νετανυάχου είχε δυο σταθερές πολιτικές. Να «στρατιωτικοποιήσει» την κοινωνία του Ισραήλ και να αντιμετωπίσει σταδιακά τους αντιπάλους στο εξωτερικό. Πρώτη προτεραιότητα ήταν τα ένοπλα κοινωνικά κινήματα της Χαμάς και της Χεζμπολάχ και ακολουθούσαν τα επικίνδυνα για την πολιτική του κράτη, με κεντρικό στόχο το Ιράν.
Οι στόχοι του Νετανυάχου απλώθηκαν στη δημιουργία φιλικών κύκλων κρατών. Οι χώρες του Κόλπου που βρίσκονταν υπό αμερικανική προστασία και επιρροή αποτέλεσαν τον πρώτο στόχο με τις «συμφωνίες του Αβραάμ» που επεκτείνονταν μέχρι το Μαρόκο.
Στα δυτικά η Ελλάδα και η Κύπρος ήταν απαραίτητες για να δώσουν «βάθος» και να συνδέσουν την Ευρώπη (ενεργειακά, μεταφορικά, στρατιωτικά) με το περικλεισμένο από Αραβικές χώρες Ισραήλ.
Από τη μεριά τους οι ΗΠΑ ήθελαν να έχουν το Ισραήλ ρυθμιστή της Μ. Ανατολής.
Ο Ομπάμα έκανε τοπικούς πολέμους, κύρια στη Λιβύη και στη Συρία, προσπαθώντας να ελέγξει την περιφέρεια της Μ. Ανατολής.
Ο Μπάιντεν «μπήκε στο ψητό». Προσπάθησε να περικυκλώσει τη Ρωσία με τον πόλεμο στην Ουκρανία προκειμένου να την αναγκάσει σε συρρίκνωση (γεωπολιτική και οικονομική).
Ο Τραμπ, πιο παραδοσιακός στη ρεπουμπλικανική πολιτική, πιο βιαστικός αλλά και πιο κυνικός μπήκε βαθύτερα στην ουσία. Με ένα χρέος 38 τρις, αποβιομηχανοποιημένη χώρα πλην εξοπλισμών και έχοντας απέναντι μια ανερχόμενη Κίνα, αποφάσισε παρά τις αρχικές του υποσχέσεις να συγκρουστεί με όλους. Ξεκίνησε τις αποικιοκρατικές διεκδικήσεις και πολέμους (Γροιλανδία, Βενεζουέλα) και έφτασε η ώρα του Ιράν.
Πιεζόμενος από τα συμφέροντα και τις ολιγαρχίες των εκατομμυριούχων που τον στήριξαν, προχώρησε πιο δυναμικά από ότι περίμεναν ακόμη και αυτοί που τον συμβούλευαν ιδεολογικά, για να μαζέψει χρήματα με τη φορολογία ξένων προϊόντων και τις κυρώσεις σε ανεπιθύμητες κυβερνήσεις. Συγκρούστηκε ακόμη και με το ακροδεξιό κίνημά του MAGA που ήθελε να επικεντρωθεί πρώτα στην αλλαγή της κοινωνίας σε συντηρητική κατεύθυνση εντός των ΗΠΑ και στην Ευρώπη.
Οι πόλεμοι και οι κατακτήσεις χωρών με πλούσιους πόρους και κοντά σε ενεργειακούς δρόμους ήταν το άμεσα αναγκαίο για να καλύψει τις απαιτήσεις των οικονομικών ολιγαρχών και ιδιαίτερα των εταιρειών πετρελαίου και των εξοπλισμών.
Η εικόνα ενός ηγέτη αλλοπρόσαλλου, με συχνές αλλαγές στις αποφάσεις κρύβει την «απελπισία» ενός συστήματος που δεν μπορεί να ξεπεράσει τα εμπόδια για να βρεθεί στην κατάσταση της μονοπωλιακής υπεροχής που βρισκόταν το 1990.
Η αντίληψη ότι ο Νετανυάχου (άριστος γνώστης της αμερικανικής πολιτικής) έχοντας την πραγματική υποστήριξη του πανίσχυρου εβραϊκού λόμπυ στις ΗΠΑ, επηρέασε τον Τραμπ να λάβει την απόφαση για την επίθεση στο Ιράν είναι μόνο μέρος της αλήθειας. Κοντύτερα είναι η άποψη ότι υπήρξε σύγκλιση συμφερόντων.
Ο Νετανυάχου επηρεασμένος από την εύκολη εξουδετέρωση των στελεχών της Χεζμπολάχ και της Χαμάς και ο Τραμπ από την επίσης εύκολη επιχείρηση στην Βενεζουέλα, θεώρησαν ότι η δολοφονία του Χαμενεί θα οδηγήσει την κοινωνία του Ιράν να εξεγερθεί και να ανατρέψει το θεοκρατικό καθεστώς.
Αντί να γίνει αυτό που σχεδίαζαν και οι λανθασμένες πληροφορίες τους είχαν οδηγήσει, η κοινωνία του Ιράν ενώ ήταν διχασμένη και δυσαρεστημένη σε μεγάλο βαθμό από το καθεστώς, συσπειρώθηκε απέναντι στον εισβολέα.
Μας θυμίζει ότι το 1940 η ελληνική κοινωνία παρότι είχε ένα μη λαοφιλή δικτάτορα, συσπειρώθηκε παρόμοια απέναντι στον εισβολέα, με όλο το πολιτικό φάσμα.
Το ιρανικό καθεστώς, χωρίς αντίδραση στο εσωτερικό, με μεγάλο αλλά όχι ισχυρό στρατό, αδύναμη αεροπορία και ναυτικό αλλά με πολλά πυραυλικά συστήματα ανταπέδωσε τα πλήγματα όχι με τη διστακτικότητα και όχι μόνο απέναντι στο Ισραήλ όπως έπραξε τον περασμένο χρόνο αλλά με αποφασιστικότητα στις αμερικανικές βάσεις και στις υποδομές των χωρών του Κόλπου.
Κτύπησε με ακρίβεια τρία αμερικανικά ραντάρ στο Μπαχρέιν, όπου είναι η έδρα του 5ου στόλου, στο Κατάρ και στην Ιορδανία και τα οποία για να αντικατασταθούν χρειάζονται κάποια χρόνια. Έχοντας χιλιάδες drones και πυραυλικά συστήματα από τα παλαιού τύπου βαλλιστικά που μπορούν να αναχαιτιστούν μέχρι τα υπερηχητικά που δύσκολα αναχαιτίζονται, δημιούργησαν «κορεσμό» στα δυτικά ραντάρ, αντιμετώπιση με δυσανάλογο κόστος όταν τα drones κοστίζουν 20.000 ενώ οι πύραυλοι Patriot 1 εκατομμύριο και δυσκολίες στην αναπλήρωση.
Ο αποκλεισμός των στενών του Ορμούζ (εκτός από κάποια φορτία που προορίζονται για την Κίνα) και η προσβολή τάνκερς στερεί τις προμηθεύτριες χώρες της Ασίας (κύρια την Ιαπωνία και Ν. Κορέα) αλλά και την Ευρώπη από το 20% της παγκόσμιας κατανάλωσης πετρελαίου και φυσικού αερίου. Το πετρέλαιο ανέβηκε στο 100 δολ. το βαρέλι, με όποιες επιπτώσεις αυτό θα έχει στην ανάπτυξη των βιομηχανικών χωρών, στα αγροτικά προϊόντα και στα λιπάσματα.
Οι στόχοι των βομβαρδισμών και από τις δυο πλευρές έχουν μετατοπισθεί από τους πολιτικούς, στους στρατιωτικούς και τώρα στους πετρελαϊκούς και στις υποδομές αφαλάτωσης θαλάσσιου νερού. Υπόψη ότι το μεγαλύτερο μέρος του πόσιμου νερού στο Ισραήλ προέρχεται από τέσσερεις εγκαταστάσεις και κάτι παρόμοιο γίνεται στις χώρες του Κόλπου. Μια εκτεταμένη καταστροφή τους θα προκαλέσει κοινωνική αναταραχή.
Ο πόλεμος έγινε ήδη ολοκληρωτικός και εξελίχθηκε σε πόλεμο φθοράς (τριβής όπως έλεγε ο Κλαούζεβιτς).
Το κόστος της αμερικανικής πλευράς ανέβηκε για τις πρώτες 100 ώρες στα 3,7 δις, και για τις πρώτες έξι μέρες στα 11,3 δις ενώ δεν έχει υπολογισθεί το κόστος της προετοιμασίας της επιχείρησης. Ο αρχικός αμυντικός προϋπολογισμός των ΗΠΑ για το 2026 ήταν 1 τρις. Αυξήθηκε τον Ιανουάριο κατά 500 εκατομ. και τώρα ο Τραμπ ζήτησε άλλα 50 δις. Για να γίνει μια σύγκριση οι βομβαρδισμοί επί 78 μέρες στο Κόσοβο το 1999 κόστισαν 4 δις.
Το ιρανικό καθεστώς για την ώρα αντέχει και δεν δέχεται διαπραγματεύσεις. Χερσαίες αμερικανικές δυνάμεις θα ήταν αυτοκτονία να εμπλακούν εκτός από μικρά τμήματα. Οι Κούρδοι εκτός ότι αποτελούν μόλις το 10% του πληθυσμού δεν είναι πρόθυμοι να εμπλακούν, μια και έχουν προδοθεί αρκετές φορές. Μόνο με αεροπορικές προσβολές δεν έπεσε κανένα καθεστώς. Η Δρέσδη, το Βερολίνο ισοπεδώθηκαν αλλά το καθεστώς έπεσε μόνο όταν μπήκαν χερσαίες σοβιετικές δυνάμεις. Στο Βιετνάμ δεν έπεσε το Ανόι από βομβαρδισμούς με στρατηγικά Β-52 και ενώ κερδήθηκαν όλες οι μάχες χάθηκε ο πόλεμος. Το ίδιο στο Αφγανιστάν. Στη Λιβύη το καθεστώς Καντάφι έπεσε όταν εξεγέρθηκαν κάποιες φυλές.
Η προσπάθεια των Ιρανών είναι να διώξουν τους Αμερικανούς από τον Κόλπο. Ήδη δυσανασχετούν κάποια καθεστώτα του Κόλπου με την έλλειψη αμερικανικής προστασίας.
Οι πρίγκιπες του Κόλπου άρχισαν να φοβούνται για τις καρέκλες τους. Στο Μπαχρέιν το 80% του πληθυσμού είναι σιίτες ενώ κυβερνούν οι σουνίτες.
Ο Ερντογάν προσβλέπει στη φθορά του Ιράν αλλά όχι στον κατακερματισμό του. Περιμένει να αναλάβει την ηγεσία του ισλαμικού κόσμου.
Τα γεγονότα οδηγούν είτε σε μακροχρόνιο πόλεμο αμοιβαίας φθοράς, με αμφίβολα αποτελέσματα είτε σε υποχώρηση του Τραμπ με τη δικαιολογία ότι επιτεύχθηκαν κάποιοι στόχοι. Αυτό θα προκαλέσει προεκλογική ζημιά στον Τραμπ, οι Ιρανοί θα το θεωρήσουν νίκη και θα ενισχυθούν από Ρωσία-Κίνα, το Ισραήλ θα δυσαρεστηθεί αλλά δεν θα έχει άλλη διέξοδο και οι Ευρωπαίοι θα ανασάνουν, επιστρέφοντας πάλι στα Ουκρανικά ζητήματα και στα δυσεπίλυτα οικονομικά.
Σε κάθε περίπτωση τίποτα δεν θα είναι όπως χθες.
(Ο Νίκος Τόσκας είναι υποστράτηγος ε.α. και πρώην υπουργός)
































