Η συζήτηση για τα Small Modular Reactors (SMR) — τα λεγόμενα «πυρηνικά τσέπης» — εμφανίστηκε ξαφνικά και στην Ελλάδα ως η νέα υποσχόμενη λύση για καθαρή, σταθερή και φθηνή ενέργεια. Στην ευρωπαϊκή πολιτική σκηνή παρουσιάζονται ως η επόμενη γενιά πυρηνικής τεχνολογίας: μικρότεροι αντιδραστήρες, υποτίθεται γρηγορότερη κατασκευή, χαμηλότερο κόστος και αυξημένη ασφάλεια σε σχεση με τους παλαιότερους. Σε μια εποχή ενεργειακής μετάβασης και γεωπολιτικών εντάσεων, η ιδέα ακούγεται δελεαστική. Όμως όταν κοιτάξει κανείς προσεκτικά τα πραγματικά δεδομένα — κόστος, χρονοδιαγράμματα, τεχνολογική ωριμότητα και ανάγκες του ελληνικού συστήματος — η εικόνα γίνεται πολύ λιγότερο εντυπωσιακή. Η συζήτηση για τα SMR μπορεί να είναι χρήσιμη, αλλά καλό είναι να γίνεται χωρίς μύθους.
Ο πρώτος μύθος είναι ότι τα SMR θα μπορούσαν να λύσουν γρήγορα το ενεργειακό πρόβλημα της Ελλάδας. Η πραγματικότητα είναι ότι η πυρηνική ενέργεια είναι από τις πιο αργές ενεργειακές επενδύσεις που μπορεί να κάνει μια χώρα. Ακόμη και σε χώρες με ισχυρή πυρηνική βιομηχανία απαιτούνται συνήθως δέκα έως δεκαπέντε χρόνια από την πολιτική απόφαση μέχρι τη λειτουργία ενός αντιδραστήρα. Για χώρες που ξεκινούν από το μηδέν, η διαδικασία είναι ακόμη πιο μακρά, γιατί πρέπει πρώτα να δημιουργηθούν θεσμοί: ειδικό νομικό πλαίσιο, ανεξάρτητη ρυθμιστική αρχή πυρηνικής ασφάλειας, εκπαιδευμένοι επιθεωρητές, σχέδια αντιμετώπισης ατυχημάτων και συστήματα διαχείρισης πυρηνικών αποβλήτων. Η Διεθνής Υπηρεσία Ατομικής Ενέργειας έχει αναπτύξει μάλιστα ένα μοντέλο «ετοιμότητας» με δεκαεννέα διαφορετικά στάδια υποδομής που πρέπει να καλυφθούν πριν ξεκινήσει η κατασκευή ενός αντιδραστήρα. Η Ελλάδα δεν βρίσκεται ούτε στο πρώτο. Η Πολωνία είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα των χρονοδιαγραμμάτων: ξεκίνησε το σύγχρονο πυρηνικό της πρόγραμμα το 2009 και, δεκαέξι χρόνια μετά, ακόμη βρίσκεται στη φάση προετοιμασίας. Αν μια χώρα με ισχυρή πολιτική βούληση και σημαντικούς πόρους χρειάζεται τόσο χρόνο, είναι εύλογο να υποθέσουμε ότι για την Ελλάδα ένας πρώτος αντιδραστήρας θα παρήγαγε ηλεκτρική ενέργεια κάπου μετά το 2040.
Ένας δεύτερος μύθος είναι ότι τα SMR αποτελούν φθηνή ενεργειακή λύση. Τα πραγματικά έργα που υλοποιούνται σήμερα δείχνουν μάλλον το αντίθετο. Το πρώτο δυτικό SMR που κατασκευάζεται στον Καναδά, το BWRX-300 στο Darlington, εκτιμάται ότι θα κοστίσει περίπου τέσσερα έως πέντε δισεκατομμύρια ευρώ για έναν αντιδραστήρα ισχύος περίπου 300 MW. Για να κατανοήσει κανείς το μέγεθος αυτού του ποσού, αρκεί να σκεφτεί ότι με αντίστοιχο προϋπολογισμό θα μπορούσαν να εγκατασταθούν περίπου δεκαπέντε έως είκοσι GWh συστημάτων αποθήκευσης μπαταριών ή να χρηματοδοτηθεί μεγάλο μέρος των αναβαθμίσεων του ελληνικού δικτύου μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας. Και αυτά είναι ακριβώς τα έργα που χρειάζεται σήμερα το ελληνικό σύστημα. Το πρόβλημα της Ελλάδας δεν είναι η έλλειψη παραγωγής ηλεκτρισμού, αλλά η έλλειψη ευελιξίας του δικτύου και αποθήκευσης.
Αυτό συνδέεται με έναν τρίτο μύθο: ότι η Ελλάδα χρειάζεται περισσότερη παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας. Στην πραγματικότητα, η χώρα ήδη χάνει σημαντικές ποσότητες ανανεώσιμης ενέργειας. Λόγω περιορισμών στο δίκτυο και έλλειψης αποθήκευσης, κάθε χρόνο περικόπτονται σημαντικές ποσότητες ηλεκτρικής ενέργειας από αιολικά και φωτοβολταϊκά. Οι περικοπές αυτές εκτιμάται ότι φτάνουν περίπου τις 1,8 έως 2 TWh ετησίως. Αν αυτή η ενέργεια μπορούσε να αποθηκευτεί και να χρησιμοποιηθεί αργότερα, με απόδοση μπαταριών γύρω στο 90%, θα παρήγαγε περίπου 1,6 έως 1,7 TWh χρήσιμης ηλεκτρικής ενέργειας. Για σύγκριση, ένας SMR ισχύος 300 MW θα παρήγαγε περίπου 2,4 TWh τον χρόνο. Δηλαδή μόνο από την ενέργεια που ήδη πετάμε θα μπορούσαμε να αξιοποιήσουμε ένα μεγάλο μέρος της παραγωγής ενός τέτοιου αντιδραστήρα.
Ένας τέταρτος μύθος είναι ότι τα SMR είναι ώριμη τεχνολογία. Παρότι συζητούνται έντονα σε πολιτικό επίπεδο, η πραγματική εμπειρία λειτουργίας είναι ακόμη περιορισμένη. Σήμερα λειτουργούν μόλις δύο εμπορικές μονάδες μικρών αντιδραστήρων παγκοσμίως: ένας πλωτός σταθμός στη Ρωσία και ένας αντιδραστήρας υψηλής θερμοκρασίας στην Κίνα. Οι περισσότερες άλλες τεχνολογίες βρίσκονται ακόμη σε στάδιο σχεδιασμού, πιλοτικών έργων ή αρχικών κατασκευών. Η τεχνολογία μπορεί να έχει σημαντικές προοπτικές, αλλά προς το παρόν δεν έχει ακόμη δοκιμαστεί σε μεγάλη κλίμακα.
Ένας πέμπτος μύθος είναι ότι η πυρηνική ενέργεια εξασφαλίζει ενεργειακή ανεξαρτησία. Στην πράξη τα πράγματα είναι πιο περίπλοκα. Η Τουρκία, για παράδειγμα, κατασκευάζει το πρώτο της πυρηνικό εργοστάσιο στο Akkuyu. Το έργο όμως χρηματοδοτείται, κατασκευάζεται και θα λειτουργεί από τη ρωσική εταιρεία Rosatom, με μακροχρόνια συμβόλαια για καύσιμο και λειτουργία. Με άλλα λόγια, η χώρα θα εξαρτάται για δεκαετίες από ξένη τεχνολογία και υπηρεσίες. Η ενεργειακή ανεξαρτησία δεν είναι απλώς θέμα επιλογής τεχνολογίας· είναι θέμα ελέγχου της αλυσίδας εφοδιασμού και της τεχνογνωσίας.
Ένας έκτος μύθος αφορά την ασφάλεια. Η σύγχρονη πυρηνική τεχνολογία είναι στα χαρτ’ια λιγότερο επικίνδυνη από τεχνική άποψη. Ωστόσο η διεθνής εμπειρία δείχνει ότι η πυρηνική ασφάλεια εξαρτάται κυρίως από θεσμούς, εποπτεία και κουλτούρα ασφάλειας. Τα μεγαλύτερα πυρηνικά ατυχήματα στην ιστορία συνδέθηκαν περισσότερο με θεσμικές αποτυχίες παρά με καθαρά τεχνικά λάθη. Στην ελληνική περίπτωση το ερώτημα δεν αφορά την τεχνολογία, αλλά την διοικητική επάρκεια. Την ίδια περίοδο που συζητάμε για πυρηνικούς αντιδραστήρες, η χώρα ακόμη διερευνά τις ευθύνες για την τραγωδία στα Τέμπη και θρηνεί νεκρές από εκρήξεις σε βιομηχανικές εγκαταστάσεις τροφίμων. Αυτά δεν αποτελούν επιχείρημα κατά της πυρηνικής ενέργειας, αλλά υπενθυμίζουν ότι η πυρηνική ασφάλεια προϋποθέτει ένα επίπεδο θεσμικής αξιοπιστίας που δεν μπορεί να θεωρείται δεδομένο.
Τέλος υπάρχει ο μύθος ότι αν μια χώρα δεν επενδύσει σε πυρηνική ενέργεια θα μείνει πίσω ενεργειακά. Η ευρωπαϊκή εμπειρία δείχνει ότι η ενεργειακή μετάβαση δεν έχει ένα μόνο μοντέλο. Χώρες όπως η Δανία, η Πορτογαλία και η Ιταλία επέλεξαν να επενδύσουν κυρίως σε ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, αποθήκευση και διασυνδέσεις. Άλλες χώρες επέλεξαν να διατηρήσουν ή να επεκτείνουν την πυρηνική ενέργεια. Κάθε ενεργειακό σύστημα διαμορφώνεται με βάση τις γεωγραφικές, οικονομικές και θεσμικές συνθήκες της κάθε χώρας.
Η συζήτηση για τα SMR ίσως αξίζει πράγματι να γίνει. Όμως καλό είναι να γίνεται με πραγματικά δεδομένα και όχι με μια πυρηνική εκδοχή του gaslighting. Αν ο στόχος είναι να εξεταστούν όλες οι τεχνολογικές επιλογές για το μέλλον, τότε η συζήτηση έχει νόημα. Αν όμως γίνεται απλώς για να δείξουμε ευρωπαϊκή ευθυγράμμιση με τη νέα πυρηνική στρατηγική του Παρισιού ή για να ανοίξουμε μια νέα αγορά για τη διεθνή πυρηνική βιομηχανία, τότε ίσως χρειάζεται λίγη περισσότερη ειλικρίνεια. Μέχρι να απαντηθούν αυτά τα ερωτήματα, τα «πυρηνικά τσέπης» μπορεί να παραμείνουν — τουλάχιστον προς το παρόν — στην… κωλοτσέπη μας.
(Ο Πέτρος Κόκκαλης είναι Γραμματέας Πολιτικού Συμβουλίου του ΚΟΣΜΟΥ, πρώην Ευρωβουλευτής – Εισηγητής της Νέας Ευρωπαϊκής Στρατηγικής για την Προσαρμογή στην Κλιματική Αλλαγή)






























