Στα πενήντα χρόνια της μεταπολίτευσης, από το 1974 έως το 2024, το ανθρώπινο δυναμικό της χώρας δεν θα μπορούσε να παραμείνει αμετάβλητο. Οι αλλαγές του αφορούσαν τόσο στα ποσοτικά, όσο και στα ποιοτικά του χαρακτηριστικά. Ως προς τα πρώτα, εργατικό δυναμικό, απασχόληση και ανεργία αυξήθηκαν σημαντικά, με την παράλληλη αύξηση απασχόλησης και ανεργίας να αναδεικνύει ότι ακόμη και στις περιόδους ανάπτυξης της οικονομίας το παραγωγικό σύστημα της χώρας δεν δημιουργεί τόσες θέσεις εργασίας ώστε να απασχολείται το ανθρώπινου δυναμικού που επιθυμεί να εργασθεί.
Στην περίοδο αυτή και ειδικότερα από το 1981 και μετά, όπου τα στατιστικά δεδομένα είναι απολύτως συγκρίσιμα[1], το εργατικό δυναμικό αυξήθηκε κατά 34,3%, με 1.310.100 περισσότερα άτομα στις οικονομικές δραστηριότητες της χώρας. Το γεγονός οφείλεται κυρίως στις γυναίκες, που αυξήθηκαν κατά 86,6% (968.400 γυναίκες), με τους άνδρες να αυξάνονται κατά 9,4% (221.700 άνδρες). Παρεμφερείς εξελίξεις υπήρξαν και στην απασχόληση, που την ίδια περίοδο, μέσα ωστόσο από έντονες διακυμάνσεις, αυξήθηκε κατά 26,4% (877.400 άτομα), με τους άνδρες να αυξάνονται κατά 4,5% (101.600 άνδρες) και τις γυναίκες κατά 73,7% (775.800 γυναίκες) (Διάγραμμα 1).
Διάγραμμα 1. Απασχόληση κατά φύλο 1981, 2008, 2013, 2024 (ηλικίες 15-64 ετών, σε χιλιάδες άτομα)
Πηγή: ΕΛΣΤΑΤ, Έρευνες Εργατικού Δυναμικού
Η απασχόληση αυξήθηκε μέχρι το 2008, μειώθηκε σημαντικά μέχρι το 2013, για ανακάμψει έκτοτε, χωρίς ωστόσο να κατορθώσει σήμερα (2024) να προσεγγίσει το προ της κρίσης ύψος, με εξαίρεση την απασχόληση των γυναικών που συνέχισαν τη δυναμική αύξησή τους. Αυξητική τάση εμφάνισε και η ανεργία, ανέκαθεν υψηλή στη χώρα μας, με το ποσοστό της το 1981 στο 4,2% (147.800 άνεργοι), στο 7,9% (387.100 άνεργοι) το 2008, να εκτινάσσεται στο 27,7% (1.324.900 άνεργοι) το 2013, έτος κορύφωσης της οικονομικής κρίσης και να περιορίζεται στο 10,1% (460.100 άνεργοι) το 2024, με σημαντικές ωστόσο σκιές γύρω από το πραγματικό της μέγεθος καθώς μια άλλη πηγή καταγραφής της ανεργίας (ΔΥΠΑ πρώην ΟΑΕΔ) εμφανίζει, τα τελευταία χρόνια, υπέρ-διπλάσιο αριθμό ανέργων και ποσοστών ανεργίας
Η αύξηση του ανθρώπινου δυναμικού διοχετεύτηκε αποκλειστικά στον τριτογενή τομέα, στις υπηρεσίες, καθώς τόσο ο πρωτογενής, όσο και ο δευτερογενής μείωσαν την απασχόλησή τους. Οι απώλειες του πρωτογενούς τομέα ανήλθαν σε 612.600 άτομα, ένας αριθμός εξ αυτών λόγω συνταξιοδότησης και ένας άλλος λόγω της αδυναμίας του τομέα να διατηρήσει στους κόλπους του τόσο μεγάλο αριθμό ατόμων. Οι απώλειες του δευτερογενούς τομέα ανήλθαν σε 273.800 άτομα, αναδεικνύοντας τα ιδιαίτερα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι κλάδοι του στην αυξανόμενη διεθνοποίηση της οικονομίας, ενώ η αύξηση του τριτογενούς τομέα υπήρξε ιδιαίτερα υψηλή καθώς σε αυτόν απασχολούνται σήμερα 1.634.400 άτομα περισσότερα συγκριτικά με το 1981. Στο πλαίσιο του δευτερογενούς τομέα, από το 1993 και μετά, όπου υπάρχουν διαθέσιμα και συγκρίσιμα στατιστικά δεδομένα, τις μεγαλύτερες απώλειες εμφάνισαν η μεταποίηση και οι κατασκευές, κατά 172.000 και 85.900 ατόμων αντίστοιχα, ενώ στο πλαίσιο του τριτογενούς τις μεγαλύτερες αυξήσεις εμφάνισαν οι κλάδοι των ξενοδοχείων εστιατορίων, κατά 236.230 άτομα, της δημόσιας διοίκησης, άμυνας και υποχρεωτικής κοινωνικής ασφάλισης, κατά 94.00 άτομα, της εκπαίδευσης κατά 143.200 άτομα και της υγείας και κοινωνικής μέριμνας κατά 162.200 άτομα.
Ως προς τα ποιοτικά χαρακτηριστικά του ανθρώπινου δυναμικού, η σημαντικότερη εξέλιξη αφορά στην αύξηση του εκπαιδευτικού επιπέδου, με τα άτομα με υψηλά εκπαιδευτικά προσόντα (απόφοιτοι τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και κάτοχοι μεταπτυχιακών τίτλων σπουδών) να αυξάνουν σημαντικά την παρουσία τους, σε βάρος των ατόμων με χαμηλά (απόφοιτοι υποχρεωτικής εκπαίδευσης και χαμηλότερων εκπαιδευτικών βαθμίδων), με τα άτομα με μεσαία εκπαιδευτικά προσόντα να αυξάνουν παράλληλα τη δική τους συμμετοχή (Διάγραμμα 2). Η άνοδος του εκπαιδευτικού επιπέδου ήταν ταχύτερη στις γυναίκες, για τις οποίες το υψηλό εκπαιδευτικό επίπεδο φαίνεται να λειτουργεί σαν μηχανισμός πρόσβασης στη δομή της απασχόλησης και στην αγορά εργασίας αλλά και σαν προϋπόθεση επίτευξης κοινωνικής ισότητας. Ωστόσο λόγω της κλαδικής διάρθρωσης του παραγωγικού συστήματος της χώρας (περιορισμένη παρουσία κλάδων υψηλής τεχνολογικής εξειδίκευσης και προστιθέμενης αξίας), ένα σημαντικό τμήμα (33,2% το 2024) του ανθρώπινου δυναμικού με υψηλά εκπαιδευτικά προσόντα απασχολείται σε θέσεις εργασίας που απαιτούν χαμηλότερα εκπαιδευτικά προσόντα, με σημαντικές συνέπειες για τη διατήρηση και αναπαραγωγή των δεξιοτήτων τους.
Διάγραμμα 2. Ανθρώπινο δυναμικό κατά φύλο και εκπαιδευτικό επίπεδο 1987- 2024 (εργάσιμες ηλικίες 15-64 ετών, σε χιλιάδες άτομα)
Πηγή: ΕΛΣΤΑΤ, Έρευνες Εργατικού Δυναμικού
Πέραν τούτων εξελίξεις του παραγωγικού συστήματος (αύξηση των ευέλικτων μορφών παραγωγής, επέκταση του τομέα των υπηρεσιών) έχουν οδηγήσει ένα ολοένα αυξανόμενο τμήμα του ανθρώπινου δυναμικού σε ευέλικτες και επισφαλείς μορφές απασχόλησης (μερική, προσωρινή, εκ περιτροπής απασχόληση). Το 2024 η μερική απασχόληση, στη μεγάλη της πλειονότητα μη οικειοθελής, αφορούσε 282.900 άτομα, καλύπτοντας το 6,5% της συνολικής απασχόλησης, η προσωρινή σε 329.400 άτομα, καταλαμβάνοντας το 11,0% του συνόλου της μισθωτής απασχόλησης και η εκ περιτροπής απασχόληση το 2023 σε 303.143 άτομα, καταλαμβάνοντας το 9,4% του συνόλου των προσλήψεων του ίδιου έτους. Οι μορφές αυτές, στη μεγάλη τους πλειονότητα συνδέονται με χαμηλές αποδοχές, ανασφάλεια, δεν καλύπτονται από συλλογικές συμβάσεις και σε γενικές γραμμές λειτουργούν κάτω από δυσμενείς συνθήκες, συνδεόμενες σε σημαντικό βαθμό, με τη φτώχεια.
Σαν επίλογο και με βάση τις εξελίξεις αυτές που περιεγράφηκαν σε συντομία, δεν φαίνεται να αναδεικνύεται μια τάση διαφοροποίησης του παραγωγικού συστήματος της χώρας, συνθήκη που θα επέτρεπε μια μονιμότερη βελτίωση των συνθηκών ανάπτυξης του ανθρώπινου δυναμικού, καθώς τόσο οι δραστηριότητες υψηλής τεχνολογικής εξειδίκευσης όσο και αυτές αύξησης της υψηλής προστιθέμενης αξίας δεν φαίνεται να κερδίζουν έδαφος.
Όλη η μελέτη εδώ
(Ο Άγγελος Ευστράτογλου είναι Δρ. Οικονομικών της Εργασίας – Μελέτη στο Ινστιτούτο ΕΝΑ)
































