Ενώ η μία κρίση διαδέχεται την άλλη, ο πόλεμος μας περικυκλώνει, το περιβάλλον συνεχίζει να καταστρέφεται, οι θεσμοί έχουν αποδομηθεί, η Ελλάδα έχει εγκλωβιστεί στο παραγωγικό μοντέλο της ανεξέλεγκτης ανάπτυξης. Αποσκοπώντας μόνο στο εύκολο κέρδος, εντατικοποιεί την υπερεκμετάλλευση των φυσικών πόρων και εξακολουθεί να περιορίζει το ρόλο της οικονομίας στους δείκτες των αγορών. Η αίσθηση της ασφάλειας στην καθημερινή ζωή έχει χαθεί. Οι τιμές των αγαθών αυξάνονται χωρίς όρια, τα ψυχολογικά προβλήματα διευρύνονται, η αίσθηση της δικαιοσύνης έχει απολεσθεί. Το τσιμέντο, η κερδοσκοπία, η διαφθορά, η απληστία, επιβλήθηκαν σαν να ήταν ιδεολογία.
Όμως, παρόλο που η λατρεία του χρήματος - η ψυχασθένεια της εποχής μας - έχει αναχθεί στο κυρίαρχο αξιακό πρότυπο, η κοινωνία νιώθει ότι βαδίζουμε σε λάθος κατεύθυνση. Οι πόλεις είναι τα μεγάλα αρχεία των κοινωνιών. Στα κτίρια, στις λεωφόρους και στα τοπία τους αποτυπώνονται οι αξίες κάθε εποχής, οι φιλοδοξίες και οι αυταπάτες της.
Η Αθηναϊκή Ριβιέρα και η απώλεια της πόλης
Η ακτογραμμή της Αθήνας βρίσκεται σήμερα αντιμέτωπη με μια τέτοια αυταπάτη. Όπως τότε, λίγες δεκαετίες πριν, που η μαζική κουλτούρα της αντιπαροχής κατέστρεψε μία από τις ομορφότερες πόλεις του κόσμου. «Με άστρα, πουλιά και σύννεφα τον ουρανό θα ντύσω
και τ' όνομά σου αθάνατο στην πέτρα θα κεντήσω», έγραφε ο Νίκος Γκάτσος σε μουσική του Μάνου Χατζιδάκι. Κι όμως, δεν μάθαμε. Συνηθίσαμε στην ασχήμια. «Το μυστικό είναι να μην συνηθίσεις στην ασχήμια. Από την ώρα που τη συνηθίζεις και μειώνεις τη σημασία της, θα πει ότι αρχίζεις και της μοιάζεις», έλεγε ο αγαπημένος μας συνθέτης.
Το παραλιακό μέτωπο της πρωτεύουσας, ένα από τα ωραιότερα σε όλη την Ευρώπη υποβιβάζεται σε μία βιτρίνα προβολής του Βαλκανικού νεοπλουτισμού. Ένα σύμβολο της παρακμής του πολιτικού συστήματος της Μεταπολίτευσης. Για το οποίο κανένα κόμμα δεν μιλάει. Αφήνοντας, σαν να μην συμβαίνει τίποτα, την ψυχασθένεια της εποχής μας να εξαπλώνεται.
Η ιδέα της «Αθηναϊκής Ριβιέρας» γεννήθηκε στις εκλογές του 2006 στο Δήμο Βουλιαγμένης. Ήταν ένα σχέδιο για να ανοίξει η πόλη προς τη θάλασσα, να προστατευτεί ακόμη περισσότερο το περιβάλλον, να δημιουργηθούν υποδομές πολιτισμού, να διασφαλιστεί η ελεύθερη πρόσβαση των δημοτών στις παραλίες και να προστατευτεί ο κοινωνικός ιστός από την ανεξέλεγκτη ανάπτυξη. «Από τους ξένους», έλεγε ο Γρηγόρης Κασσιδόκωστας αντίπαλός μου και Δήμαρχος Βουλιαγμένης ήδη 20 χρόνια τότε. «Αν δεν συνεργαστούμε», θα μας φάνε», με προειδοποιούσε, όταν του εξηγούσα το πρόγραμμα. Είχαμε διαφορετικό τρόπο σκέψης και σχέδια, αλλά κοινό σκοπό. Μια Ριβιέρα για τους Έλληνες. Όχι για ξεπούλημα. Με ομόφωνες αποφάσεις του Δημοτικού Συμβουλίου είχαμε ήδη αρχίσει να γκρεμίζουμε κτίρια, περιττούς όγκους από τσιμέντο που διέκοπταν τη σχέση της πόλης με τη θάλασσα. Καμία σχέση με ότι γίνεται σήμερα. Ένας απλός και σοφός άνθρωπος. Όλα όσα έλεγε επιβεβαιώθηκαν, σαν να τα έβλεπε μπροστά του. Σαν να ήξερε.
Μετά τη χρεοκοπία της χώρας, η «Αθηναϊκή Ριβιέρα» παρουσιάστηκε ξαφνικά ως το μεγάλο αναπτυξιακό όραμα της μεταμνημονιακής Ελλάδας. Ένα έργο που θα έφερνε επενδύσεις, τουρισμό και διεθνή ακτινοβολία. Τελικά, στην πράξη, εφαρμόζονται με καθυστέρηση τα σχέδια τους Χούντας.
Το νέο παραλιακό μέτωπο της Αθήνας δεν θυμίζει μια μεσογειακή πόλη που εξελίσσεται οργανικά μέσα στην ιστορία της. Θυμίζει περισσότερο μια βιτρίνα διεθνούς real estate. Έναν χώρο όπου η πόλη μετατρέπεται σε προϊόν και η ακτογραμμή σε σύμβολο ενός νέου τύπου νεοπλουτισμού. Όχι ενός κοσμοπολίτικου τρόπου ζωής, αλλά ενός βαλκανικού νεοπλουτισμού, χωρίς ιστορική μνήμη και χωρίς αίσθηση του μέτρου.
Η μαύρη τρύπα του 2004
Το πρόβλημα, βέβαια, ξεκίνησε νωρίτερα. Σύμφωνα με τη λογική στρατηγική, το σχέδιο για την κληρονομιά των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004 θα έπρεπε να βασιστεί στην μητροπολιτική αξιοποίηση της έκτασης του παλιού αεροδρομίου στο Ελληνικό. Αυτό, άλλωστε, εφάρμοσε το επιτυχημένο μοντέλο των Αγώνων της Βαρκελώνης, που θα έπρεπε να έχουμε ως πρότυπο. Ο πρόεδρος της Διεθνούς Ολυμπιακής Επιτροπής Χουάν Αντόνιο Σάμαρανκ μας το είχε τονίσει κατ΄επανάληψη, συνεπώς δεν υπήρχε δικαιολογία. Στα Ολυμπιακά έργα, όμως, εκτός από κάποιες περιφερειακές εγκαταστάσεις, δεν υπήρχε σχέδιο για το Ελληνικό. Το Ελληνικό ήταν μία μαύρη τρύπα.
Κάποιοι είχαν άλλες βλέψεις εξ αρχής. Δεν είναι τυχαίο ότι φαγώθηκε η Γιάννα Αγγελοπούλου, ενώ μόλις είχε κερδίσει τη διεκδίκηση των Αγώνων. Ούτε οι άνθρωποι που ανέλαβαν τη διοργάνωσή τους την πρώτη περίοδο. Δεν είχαν καμία σχέση με το Ολυμπιακό Κίνημα. Και ξαφνικά εμφανίσθηκαν τα σχέδια για ένα τεχνητό νησί μπροστά από τις αθλητικές εγκαταστάσεις του Αγίου Κοσμά. Οι εταιρίες συμβούλων που είχαν αναλάβει την εκπόνηση του Master Plan, με τεχνογνωσία από τους Ολυμπιακούς της Βαρκελώνης, έμειναν εμβρόντητες. Το Business Plan των Ολυμπιακών Αγώνων Αθήνα 2004, που είχε εκπονηθεί, δεν παραλήφθηκε ποτέ. Εάν δεν ήταν έτοιμος ο Σάμαρανκ να πάρει πίσω τους Αγώνες λόγω των αδικαιολόγητων καθυστερήσεων με στόχο την αύξηση του κόστους, εάν δεν είχε δείξει αυτή την περίφημη κίτρινη κάρτα, η καταστροφή θα είχε ξεκινήσει πολύ νωρίτερα.
Τελικά, όχι μόνο δεν διασφαλίστηκε η κληρονομιά των Ολυμπιακών του 2004, αλλά γκρεμίσθηκαν και όλα όσα προϋπήρχαν. Σήμερα, στις αθλητικές εγκαταστάσεις του Αγίου Κοσμά, εκεί όπου για δεκαετίες αθλούνταν γενιές Αθηναίων, απλώνεται το τσιμέντο. Οι Ολυμπιακές εγκαταστάσεις του κανόε καγιάκ, του μπέιζμπολ και του μπάσκετ των Αγώνων του 2004 εγκαταλείφθηκαν και απαξιώθηκαν. Οι αθλητές και οι Ολυμπιονίκες εκδιώχθηκαν από τους χώρους προπόνησής τους. Οι πατριώτες της φακής γκρέμισαν σε μία νύχτα το σχέδιο του Κωνσταντίνου Καραμανλή για το Εθνικό Αθλητικό Κέντρο Νεότητας Αγίου Κοσμά, όπου εγκαινιάσθηκε παρουσία του, και ξεπούλησαν σε τιμές ευκαιρίας τόσο το μονοπώλιο τυχερών παιγνίων για τη χρηματοδότηση του ελληνικού αθλητισμού όσο και τη ναυαρχίδα του τουρισμού της πρωτεύουσας στη Βουλιαγμένη.
Η χαμένη πολεοδομική ευκαιρία
Το Ελληνικό ήταν η μεγαλύτερη ελεύθερη έκταση της Αθήνας. Μια περιοχή σχεδόν έξι χιλιάδων στρεμμάτων που θα μπορούσε να αλλάξει ριζικά τη σχέση της πόλης με το φυσικό περιβάλλον και τη θάλασσα. Τρεις φορές μεγαλύτερο από το Μονακό.
Η ιδέα ενός μεγάλου μητροπολιτικού πάρκου δεν ήταν μια ουτοπική πρόταση. Ήταν μια στοιχειώδης πολεοδομική ανάγκη. Ο Κώστας Λαλιώτης, η Βάσω Παπανδρέου, ο Κώστας Καραμανλής, ο Γιώργος Σουφλιάς επαναλάμβαναν, ο καθένας με το δικό του ύφος, ότι η Αθήνα είχε ανάγκη ένα Μητροπολιτικό Πάρκο. Η Αθήνα είναι από τις πιο πυκνοδομημένες πρωτεύουσες της Ευρώπης και συνάμα μία από τις πιο φτωχές σε πράσινο. Οι διαθέσιμοι δημόσιοι χώροι ανά κάτοικο είναι δραματικά περιορισμένοι, ενώ η περιβαλλοντική ισορροπία του λεκανοπεδίου επιδεινώνεται σημαντικά τις τελευταίες δεκαετίες.
Το Ελληνικό θα μπορούσε να αποτελέσει τη μεγαλύτερη πολεοδομική ανάσα της πόλης. Έναν χώρο όπου η Αθήνα θα συναντούσε ξανά τη φύση και τη θάλασσα. Αντί για αυτό, η περιοχή μετατρέπεται σε μια οχυρωμένη πόλη πολυτελών κατοικιών, ξενοδοχείων, εμπορικών κέντρων και τουριστικών εγκαταστάσεων. Η μεταμόρφωση αυτή δεν είναι απλώς μια διαφορετική επιλογή ανάπτυξης. Είναι η εγκατάλειψη μιας ολόκληρης αντίληψης για την πόλη.
Η αρχιτεκτονική της επίδειξης
Το νέο τοπίο που δημιουργείται στο Ελληνικό δεν βασίζεται σε κανένα σχέδιο για την ταυτότητα της Αθήνας. Σαν τα νησιά που ήδη πνίγονται από τον υπερτουρισμό. Όλα γίνονται μπετόν , όλα για το εύκολο χρήμα. Καζίνο, πύργοι, συγκροτήματα πολυτελών κατοικιών, εμπορικά κέντρα και μεγάλα ξενοδοχεία δημιουργούν μια εικόνα που θα μπορούσε να ανήκει σε οποιαδήποτε παραθαλάσσια επενδυτική ζώνη του πλανήτη. «Αυτοί, αν τους αφήσουμε, θα το κάνουν Dubai», προειδοποιούσε από τότε ο Κασσιδόκωστας.
Το πρόβλημα δεν είναι απλώς η κλίμακα της δόμησης. Οι χρήσεις που διαμορφώνονται δεν συνομιλούν με την ιστορία της πόλης ούτε με το τοπίο της Αττικής. Υπηρετούν μόνο την αγορά. Για δεκαετίες το πολιτικό σύστημα της χώρας διαβεβαίωνε ότι η Αθήνα δεν θα αποκτήσει καζίνο. Η δέσμευση αυτή εγκαταλείφθηκε χωρίς ιδιαίτερη συζήτηση. Η ανάπτυξη της πρωτεύουσας οργανώνεται πλέον γύρω από τον τζόγο. Η πόλη παύει να είναι ένα δημιούργημα της κοινωνίας και μετατρέπεται σε σκηνικό μιας κενής αναπτυξιακής δραστηριότητας. Μετά από μισό σχεδόν αιώνα, εφαρμόζεται το σχέδιο του Παττακού για το Μαϊάμι της Ευρώπης.
Η ιδιωτικοποίηση της θάλασσας
Η παραλιακή ακτογραμμή της Αθήνας ήταν για δεκαετίες ένας από τους πιο δημοκρατικούς χώρους της πόλης. Ένας τόπος όπου οι κάτοικοι του λεκανοπεδίου μπορούσαν να συναντήσουν τη θάλασσα χωρίς κοινωνικούς φραγμούς.
Η ανεξέλεγκτη ανάπτυξη βιάζει αυτή τη σχέση. Το μεγαλύτερο και σίγουρα το καλύτερο μέρος του παραλιακού μετώπου περικυκλώνεται πλέον από ιδιωτικές εγκαταστάσεις. Κλειστά συγκροτήματα που δημιουργούν μια νέα γεωγραφία πρόσβασης υπό ιδιωτικό έλεγχο. Η θάλασσα δεν εξαφανίζεται, αλλά μετατρέπεται σε εμπόρευμα. Παντού χρειάζεται εισιτήριο, με εξωφρενικές τιμές.
Η κοινωνική μεταμόρφωση των νοτίων προαστίων
Οι μεταμορφώσεις αυτές δεν περιορίζονται στο τοπίο. Τροποποιούν και την κοινωνική δομή των νοτίων προαστίων. Η υπογειοποίηση της λεωφόρου Ποσειδώνος, που παρουσιάζεται ως τεχνικό επίτευγμα, λειτουργεί στην πραγματικότητα ως μηχανισμός απόσπασης της πόλης από το θαλάσσιο μέτωπό της. Οι τιμές των ακινήτων αυξάνονται ραγδαία. Οι αντικειμενικές αξίες ανεβαίνουν. Οι περιοχές γύρω από το Ελληνικό μετατρέπονται σε επενδυτικές ζώνες.
Οι παλιές γειτονιές της Γλυφάδας, της Βούλας, της Βάρκιζας και της Βουλιαγμένης αλλάζουν χαρακτήρα. Πολλοί από τους κατοίκους που μεγάλωσαν εκεί δυσκολεύονται πλέον οικονομικά να παραμείνουν στα σπίτια τους. Η Ριβιέρα απευθύνεται σε διαφορετικά κοινά. Σε επενδυτές, σε αγοραστές πολυτελών κατοικιών και σε διεθνή κεφάλαια που βλέπουν την ακτογραμμή της Αθήνας ως ευκαιρία υψηλής απόδοσης. Η πόλη μετατρέπεται σε χώρο επενδύσεων και όχι σε τόπο κατοικίας. Η έννοια του παραθερισμού έχει εξαφανιστεί. Η Ριβιέρα της Αθήνας δεν ανήκει στους Έλληνες.
Η σιωπή της πολιτικής
Για αυτή τη βίαιη μεταμόρφωση είναι πλήρης η απουσία κάθε πολιτικής συζήτησης. Τα κόμματα της παλιάς Μεταπολίτευσης αντιμετωπίζουν την ανεξέλεγκτη ανάπτυξη της Αθηναϊκής ακτογραμμής με μια σιωπηρή συναίνεση.
Καμία ουσιαστική αντιπαράθεση για το πολεοδομικό μοντέλο της Αθήνας δεν υπάρχει. Ούτε καν μια δημόσια συζήτηση για το μέλλον του παραλιακού μετώπου. Όπως καταστράφηκε η Αθήνα από την αντιπαροχή, όπως έγιναν τα έργα των Αγώνων του 2004 χωρίς κανένα σχέδιο για την επόμενη ημέρα, η πολιτική έχει παραιτηθεί από τον ρόλο της.
Η πολιτική χρεοκοπία της Μεταπολίτευσης
Η έννοια της πόλης είναι συνυφασμένη με την πολιτική. Η απομάκρυνση του αεροδρομίου από το Ελληνικό ήταν μία ιστορική ευκαιρία για την Αθήνα. Για να δημιουργήσει ένα παραλιακό μέτωπο που θα αποτελούσε διεθνές παράδειγμα αστικού σχεδιασμού. Έναν χώρο όπου η φύση, ο πολιτισμός και η δημόσια ζωή θα συνυπήρχαν αρμονικά.
Αντί για αυτό δημιουργείται μια ζώνη real estate. Μια κλειστή πόλη που δύσκολα μπορεί να ενταχθεί οργανικά στον κοινωνικό ιστό του λεκανοπεδίου.
Σήμερα, ο νέος πατριωτισμός είναι περισσότερο επίκαιρος από ποτέ. Απέναντι σε κάθε τυχοδιωκτισμό. Σε όλες τις διαστάσεις της πολιτικής, κοινωνικής, οικονομικής και πολιτισμικής ζωής. Η Αθηναϊκή Ριβιέρα δεν κινδυνεύει απλώς να γίνει ένα ακόμη επενδυτικό έργο, χωρίς καμία ανταποδοτικότητα για την κοινωνία και την πατρίδα. Μέρα με τη μέρα, μεταμορφώνεται στο σύμβολο της παραγωγικής αποτυχίας του ύστερου σταδίου της παλιάς Μεταπολίτευσης. Όπου η πολιτική, χωρίς καμία αντίσταση παρέδωσε το δημόσιο χώρο στην αγορά. Ένα μνημείο από μπετόν, μιας εποχής που έχασε το μέτρο. Ένας χώρος κενός από καθετί που θα έπρεπε να συμβολίζει η Ελλάδα. Ένας τόπος χωρίς Έλληνες. Το σύμβολο του Βαλκανικού νεοπλουτισμού.
(Ο Δημήτρης Τζιώτης είναι σύμβουλος στρατηγικής)
































