Στις 2 Μαρτίου 1931 γεννήθηκε ο Μιχαήλ Σεργκέγιεβιτς Γκορμπατσόφ και η ιστορία το έφερε ακριβώς 54 χρόνια αργότερα, το 1985, πάλι Μάρτιο στις 11, να αναλάβει την ηγεσία του Κομμουνιστικού Κόμματος και της ΕΣΣΔ. Αν ζούσε ακόμη σήμερα το πρώτο που θα έκανε θα ήταν να απαντήσει σ’ όλους αυτούς που δηλώνουν πως σήμερα «πληρώνουμε πανάκριβα την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης, την απουσία αντίπαλου δέους». Θα τους ρωτούσε: «Πληρώνουμε αυτή την κατάρρευση ή πληρώνουμε πως η Δύση δεν ήταν έτοιμη να την υποστηρίξει με κοινωνικούς και όχι νεοφιλελεύθερους όρους;».
Αυτός όντως, όταν έγινε ηγέτης του ΚΚΣΕ δεν είχε αποκρυσταλλωμένη ιδέα για το πόσο «χάλια» ήταν τα πράγματα στη χώρα του. Τον ενδιέφερε όντως να διασώσει τη Σοβιετική Ένωση ως το «αντίπαλο δέος» στον καπιταλισμό. Τα γερόντια της Κεντρικής Επιτροπής του Κόμματος που τον εξέλεξαν, έβλεπαν τη διαφθορά και τη γραφειοκρατία του συστήματος και τον εξέλεξαν για ν’ αντιστρέψει αυτή την πορεία, χωρίς όμως ν’ απειλήσει την εξουσία τους. Και ό ίδιος με την ειλικρίνεια που τον διακατείχε θα συμφωνούσε πως τότε ήθελε το ίδιο. Ήθελε να αποκεντρώσει τον σοβιετικό οικονομικό συγκεντρωτισμό. Το «αντίπαλο δέος» όμως έπρεπε να παραμείνει. Οι πολιτικές του όμως, η περεστρόικα (φιλελευθεροποίηση της οικονομίας) και, κυρίως, η γκλάσνοστ (πολιτική διαφάνεια), άνοιξαν τον ασκό του Αιόλου, και ο ανατολικός άνεμος ελευθερίας ξεχύθηκε αρχικά στην Πολωνία, που στις 24 Αυγούστου 1989 απέκτησε τον πρώτο μη κομμουνιστή πρωθυπουργό. Και τι πρωθυπουργό! Κάποιον που θα τον ζήλευαν πολλές δυτικές δημοκρατίες, τον διανοούμενο και ακέραιο άνθρωπο, Ταντέους Μαζοβιέτσκι. Μέσα στο 1989 κατέρρευσαν όλες οι Λαϊκές Δημοκρατίες, με μόνη αιματηρή τροπή να λαμβάνει χώρα τον Δεκέμβριο του 1989 στη Ρουμανία.
Ο Γκορμπατσόφ, όπως έγραφε ο Ίαν Κέρσοου, «ξεκίνησε ως κομμουνιστής και κατέληξε σοσιαλδημοκράτης δυτικού τύπου. Αντιλήφθηκε βαθμιαία ότι δεν αρκούσε η μεταρρύθμιση. Το 1988 είχε φθάσει στο σημείο να αντιληφθεί ότι το σοβιετικό σύστημα έπρεπε να αναδιαμορφωθεί και να μετασχηματιστεί πλήρως» (Ian Kershaw, Η Ευρώπη σε δίνη 1950-2017, μετάφραση Γεώργιος-Μενέλαος Αστερίου, Αλεξάνδρεια, 2021, σ. 338). Δεν είμαι σίγουρος. Είμαι όμως σίγουρος πως αυτός τελικά αγάπησε περισσότερο την ελευθερία από το σαθρό «αντίπαλο δέος». Ο Τενγκ Σιάο-Πινγκ τον θεωρούσε ηλίθιο, επειδή οδηγούσε στην κατάρρευση του σοσιαλιστικού στρατοπέδου και όχι στην οικονομική φιλελευθεροποίηση με σφίξιμο των πολιτικών λουριών, όπως έκανε ο ίδιος. Ο Γκορμπατσόφ αντιθέτως θεωρούσε και θα το επαναλάμβανε και σήμερα πως το αγαθό της πολιτικής ελευθερίας ήταν ανώτερο κάθε οικονομικής ελευθερίας.
Τι θα έκανε όμως σήμερα βλέποντας την κατάσταση του κόσμου με την κυριαρχία του απρόβλεπτου και ανεξέλεγκτου Τράμπ; Θα απαντούσε πως είναι θλιβερή, αλλά και πάλι δεν θα μπορούσε να φανταστεί τη συνέχιση της παλιάς ισορροπίας τρόμου, σε βάρος των λαών της Κεντρικής και της Ανατολικής Ευρώπης. Θα υποστήριζε επίσης πως τα περί «παρακμής της Ευρώπης» δεν ταιριάζουν σε προοδευτικούς ανθρώπους, αλλά σε βαθιά αντιδραστικούς, όπως ήταν ο κόμης Ζοζέφ ντε Μέστρ, ο πολιτικός και φιλόσοφος Έντμουντ Μπερκ και ο σκοτεινός φιλόσοφος Όσβαλντ Σπένγκλερ. Γι’ αυτούς Ευρώπη σήμαινε πάντα παρακμή. Η σημερινή Ευρώπη, θα τους έλεγε, σίγουρα δεν είναι αυτή που ήταν την εποχή ηγετών όπως ο Μπραντ, ο Μιτεράν, ακόμη και ο Κολ, ίσως και ο ίδιος, αλλά εξακολουθεί να αποτελεί φάρο ελευθερίας. Αν οι λαοί της βλέπουν το βιοτικό τους επίπεδο να πέφτει, αυτό και καλύτερο είναι από πολλά άλλα μέρη του πλανήτη, αλλά και στο χέρι αυτών των λαών είναι ν’ αλλάξουν «χωρίς αιματοχυσίες» ηγεσίες και μέλλον. Σίγουρα ο κίνδυνος ενός πυρηνικού πολέμου σήμερα είναι πολύ μεγαλύτερος από το 1991 που κατέρρευσε η Σοβιετική Ένωση και αυτός έχασε την εξουσία. Αλλά και πάλι το αγαθό της ελευθερίας παραμένει το ύψιστο αγαθό. Θα τόνιζε πως αυτό χρειάζεται να το συμπληρώσουμε με τη μείωση των ανισοτήτων και όχι να το απεμπολήσουμε για χάρη ενός ολοκληρωτικού «αντίπαλου δέους» και των αντιδραστικών θεωριών περί παρακμής της Ευρώπης.
Και το 2026 θα θεωρούσε ως πρώτιστο καθήκον του τον εκδημοκρατισμό της Ρωσίας. Ενώ ως οπαδός του Διαφωτισμού που ήταν θα τόνιζε πως κανένας λαός δεν είναι γεννημένος να ζει υπό αυταρχικά καθεστώτα. Ούτε ο ρωσικός, φυσικά. Θα μετέφερε όμως και στους ηγέτες, αυτό που έγραφε ο Μαρξ για τους λαούς. Κατά τον Μαρξ οι λαοί όντως κάνουν την ιστορία τους, αλλά «δεν την κάνουν όπως τους αρέσει· δεν την κάνουν κάτω από συνθήκες που επιλέγουν οι ίδιοι, αλλά κάτω από συνθήκες που αντιμετωπίζουν άμεσα, που έχουν μεταβιβαστεί από το παρελθόν» (18η Μπρυμαίρ). Το ίδιο όμως ισχύει και για τους ηγέτες. Πολλά θα έκανε διαφορετικά σήμερα, ένα όμως θα φύλαγε ως κόρη οφθαλμού. Την αγάπη προς την ελευθερία. Αν και θα προβληματιζόταν από την αναφορά του Πολωνού καθολικού ιερέα και φιλόσοφου Γιούζεφ Τίσνερ, ο οποίος βλέποντας τα αποτελέσματα αυτής της ελευθερίας, αναρωτιόταν μήπως τελικά αυτή ήταν ένα «άτυχο δώρο»; Αυτό όμως δεν σήμαινε πως δεν ήταν και λυτρωτικό. Ο Γκόρμπι θα μείνει στην ιστορία ως δωρητής ελευθερίας.
(Ο Γιώργος Σιακαντάρης είναι Διδάκτωρ Κοινωνιολογίας- Το άρθρο αποτελεί αναδημοσίευση από την εφημερίδα «Νέα Σαββατοκύριακο»)
































