Η εκτέλεση των 200 κομμουνιστών στην Καισαριανή διαψεύδει τον Μαρξ, ο οποίος υποστήριζε πως «όλα τα μεγάλα κοσμοϊστορικά γεγονότα παρουσιάζονται δυο φορές. Την πρώτη φορά ως τραγωδία και τη δεύτερη ως φάρσα». Η εκτέλεση των 200 είναι ένα μεγάλο κοσμοϊστορικό γεγονός. Συνάμα είναι και ένα ανεπανάληπτο γεγονός. Ένα γεγονός που δεν συμψηφίζεται. Δυστυχώς όμως η δημοσίευση των φωτογραφιών απ’ αυτή την εκτέλεση προκάλεσε μια αρθρογραφία συμψηφισμού του γεγονότος. Αμέσως κάποιοι θυμήθηκαν γεγονότα από τον Παπαφλέσσα μέχρι τον συνταγματάρχη Ψαρρό, την Λέλα Καραγιάννη και τον Κώστα Περρίκο. Και η Δεξιά είχε θύματα στην κατοχή είπαν. Λες και υπάρχει κανένας σώφρων που υποστηρίζει πως η Αντίσταση ήταν έργο μόνο του ΚΚΕ; Ούτε το ίδιο δεν ισχυρίζεται κάτι τέτοιο. Μα το ΚΚΕ ήθελε να πάρει την εξουσία μετά την Κατοχή! Η Δεξιά δεν την ήθελε; Οι 200 ήταν κομμουνιστές και ως εκ τούτου σταλινικοί. Σοβαρό επιχείρημα τώρα! Η μεταφορά της εκ των υστέρων ιστορικής γνώσης σε προγενέστερες ιστορικές εποχές, δεν προδίδει επιστημονική κατάρτιση και ιδεολογική συνοχή. Λες και θα μπορούσαμε να κατηγορήσουμε τον Μέγα Αλέξανδρο πως δεν ήταν δημοκράτης ή τον Ιούλιο Καίσαρα που δεν ήταν φιλελεύθερος. Η μεταφορά της σημερινής συμπυκνωμένης ιστορικής γνώσης σε εποχές που επικρατούσε μια ιδεαλιστική εικόνα για τη Σοβιετική Ένωση είναι μια αστεία υπόθεση. Η στράτευση υπέρ του κομμουνισμού αυτή την εποχή δεν μπορεί να ερμηνευτεί με σημερινά εργαλεία. Το ίδιο ισχύει και για όσους αβαθείς και φανατικούς συνάμα, όσο και να επικαλούνται την Χάνα Άρεντ, οι οποίοι χωρίζουν τις σημερινές κοινωνίες σε σταλίνες και αντισταλίνες, κρίνοντας το σήμερα με τα εργαλεία του παρελθόντος. Οι εκτελεσμένοι της Καισαριανής, όπως πολύ ωραία έγραψε ο Νίκος Μαραντζίδης «δεν έτυχε, λοιπόν, να είναι κομμουνιστές οι εκτελεσμένοι. Βρέθηκαν εκεί επειδή ήταν κομμουνιστές» (Αυτοί οι ήρωες ήταν κομμουνιστές, News 24/7). Ήταν κομμουνιστές και συνάμα πατριώτες. Όπως πατριώτες ήταν όσοι και όσες εκτελέστηκαν από τους ναζί και ανήκαν στο δεξιό στρατόπεδο.
Πρόσφατα είδα την ταινία «Δυο εισαγγελείς» του σκηνοθέτη Σεργκέι Λόζνιτζα. Είμαστε στα 1937 και ένας πολύ νεαρός εισαγγελέας σε μια ρωσική επαρχιακή πόλη λαμβάνει ένα σημείωμα από ένα παλιό μπολσεβίκο, κρατούμενο τώρα στις σοβιετικές φυλακές, στην οποία καταγγέλλονται οι συνθήκες κράτησής του. Τον επισκέπτεται στη φυλακή και αντιλαμβάνεται πως τον είχε καθηγητή στη Νομική Σχολή. Οι δυο τους συμφωνούν πως όλα αυτά αποτελούν παραβίαση της «κομμουνιστικής δικαιοσύνης» που και για τους δυο είναι υπέρτατο ιδανικό. Δεν είναι όμως αυτό και το υπέρτατο σημείο του ιδεαλισμού της κομμουνιστικής στράτευσης του νεαρού επαρχιώτη εισαγγελέα. Αποφασίζει να παρακάμψει την τοπική εισαγγελία και να πάει κατευθείαν να καταγγείλει την παραβίαση των ατομικών δικαιωμάτων στην Κεντρική Εισαγγελία της Μόσχας. Και ποιόν συναντά εκεί για να καταγγείλει το γεγονός; Μα φυσικά τον εισαγγελέα που ένα χρόνο αργότερα θα πρωταγωνιστήσει στις δίκες της Μόσχας κατά σχεδόν όλων των παλαιών μπολσεβίκων ηγετών. Τον περιβόητο εγκληματία Βισίνσκι. Αν και ο νεαρός εισαγγελέας μας πιστεύει στον Στάλιν και ό,τι κάνει το κάνει επειδή θεωρεί πως οι διώξεις γίνονται ενάντια στη βούληση του «μεγάλου ηγέτη», τον συλλαμβάνουν και τον φυλακίζουν. Αυτός ήταν σταλινικός;
Αυτονόητα για να τα συζητάμε. Τότε γιατί τα συζητάμε; Γιατί οι φωτογραφίες είναι το πρόσχημα για να επαναφέρουν κάποιοι τη θεωρία της ταύτισης των άκρων. Πολλοί ενοχλήθηκαν που οι φωτογραφίες προκάλεσαν «συγκινησιακή και πολιτική χειραγώγηση». Και έτσι συνεχίστηκε ένας συμψηφισμός που ως στόχο του δεν είχε το ΚΚΕ, το οποίο όντως από την πλευρά του καλά έκανε και επιχείρησε να εκμεταλλευτεί αυτήν τη φόρτιση. Στόχος αυτού του «θορύβου» ήταν να επαναφερθεί, από την κεντρική πύλη μάλιστα, η θεωρία της ταύτισης των δυο άκρων. Αν και οι πιο φανατικοί και φανατικές υπέρ αυτής της θεωρίας δεν το ομολογούν καθαρά. Γράφουν για τις διαφορές των δυο συστημάτων, αλλά συμφωνούν πως η αφετηρία και των δυο ήταν το μίσος, το φυλετικό στον ναζισμό, το ταξικό στον κομμουνισμό. Σπεύδω να συμφωνήσω πως από την πλευρά των θυμάτων και των δυο ολοκληρωτισμών, δεν είχαν καμία σημασία οι διαφορές τους. Από την πλευρά όμως του σεβασμού στην ιστορική επιστήμη και στην πολιτική ανάλυση, είναι τεράστιο σφάλμα να ταυτίζεται μια κοσμοθεωρία που εκκινά από το μίσος κατά του φυλετικά άλλου και μια κοσμοθεωρία που ξεκινά από την ανάγκη παντρέματος της ισότητας με την ελευθερία, του προτάγματος δηλαδή της Γαλλικής Επανάστασης. Όπως έγραψε ο Τίμοθυ Σνάιντερ «μόνο όποιος αποδέχεται χωρίς ενδοιασμούς τα κοινά στοιχεία του ναζιστικού και του σοβιετικού καθεστώτος είναι ικανός να αντιληφθεί σε βάθος τις μεταξύ τους διαφορές» (Αιματοβαμμένες χώρες, Η Ευρώπη μεταξύ Χίτλερ και Στάλιν, μετάφραση Ανδρέας Παππάς, εκδόσεις Παπαδόπουλος, σ. 457), αλλά αυτό δεν πρέπει να μας εμποδίζει να βλέπουμε πως «το πρόγραμμα των Μπολσεβίκων προωθούσε τους στόχους του επικαλούμενο οικουμενικής αξίας αρχές∙ (ενώ) το σχέδιο του Χίτλερ προέβλεπε την κατάκτηση μεγάλου μέρους της Ανατολικής Ευρώπης προς όφελος της «φυλής των κυρίων», της «άριας φυλής»», (ό, π., σ.45). Τα θύματα του Στάλιν αποτελούσαν απόρροια μιας διαδικασίας προστασίας του ηγέτη και του καθεστώτος του, τα θύματα του Χίτλερ ήταν ενταγμένα σε ένα γενικότερο σχέδιο ιδεολογικής, ακόμα και αισθητικής αποθέωσης του θανάτου. Και αυτή η διαφορά, επαναλαμβάνω για την ιστορική επιστήμη και την πολιτική ανάλυση και όχι για τα θύματα, είναι μείζονος σημασίας.
Αλλά θα πάω ένα βήμα παρακάτω. Ούτε η θεωρία των δυο άκρων ήταν ο μόνος λόγος αυτής της συζήτησης, η οποία άνοιξε με αφορμή τη δημοσίευση αυτών των φωτογραφιών. Ο απώτερος λόγος ήταν η υπεράσπιση της αρχής πως μετά την κατάρρευση του κομμουνισμού, την κρίση της σοσιαλδημοκρατίας και το ταβάνι της ριζοσπαστικής και οικολογικής Αριστεράς «δεν υπάρχει εναλλακτική». Όλα είναι «Κέντρο». Η αναγκαία πολιτική συμφιλίωση να σερβίρεται ως μη εναλλακτική στη «Δεξιά», δηλαδή. Αλλά αγαπητές φίλες και φίλοι πείτε το αυτό από την αρχή, όπως είπε και ο Ηλιόπουλος, σε μια τηλεφωνική συνομιλία, στην οποία αυτός υποκρινόταν πως συνομιλεί με ένα υπουργό και στο τέλος τον διαολόστειλαν.
ΥΓ. Όταν γράφονταν τα παραπάνω, ξεκίνησε η επίθεση Τραμπ στο Ιράν. Ελπίζω στο εξής να μη νοσταλγήσουμε ακόμη και αυτές τις συζητήσεις για τους συμψηφισμούς και την ταύτιση των δυο άκρων.
(Ο Γιώργος Σιακαντάρης είναι Συντονιστής Ομάδας Εργασίας Ινστιτούτου Αλέξης Τσίπρας, διδάκτωρ Κοινωνιολογίας, συγγραφέας)



























