Ένα νέο σοκ πληθωρισμού απειλεί να εκτροχιάσει την εύθραυστη ανάκαμψη της παγκόσμιας οικονομίας, μετά την επίθεση των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ισραήλ στο Ιράν και την επακόλουθη κλιμάκωση της έντασης στη Μέση Ανατολή. Η εκτίναξη των τιμών πετρελαίου και φυσικού αερίου έχει ήδη προκαλέσει ανησυχία σε κεντρικούς τραπεζίτες και οικονομολόγους, οι οποίοι προειδοποιούν ότι μια παρατεταμένη σύγκρουση θα μπορούσε να αυξήσει σημαντικά τις τιμές για τους καταναλωτές παγκοσμίως και να ανατρέψει τις προβλέψεις ανάπτυξης για το 2026.
Η Γενική Διευθύντρια του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, Κρισταλίνα Γκεοργκίεβα, προειδοποίησε ότι μια αύξηση 10% στις τιμές ενέργειας που θα διαρκέσει για έναν χρόνο θα μπορούσε να αυξήσει τον παγκόσμιο πληθωρισμό κατά περίπου 0,4 ποσοστιαίες μονάδες και να επιβραδύνει την οικονομική ανάπτυξη κατά 0,1 έως 0,2 ποσοστιαίες μονάδες.
Ωστόσο, αρκετοί αναλυτές εκτιμούν ότι η άνοδος του κόστους ενέργειας και μεταφορών μπορεί να αποδειχθεί δευτερεύον ζήτημα αν η στρατιωτική κλιμάκωση αποσταθεροποιήσει τις ήδη εύθραυστες διεθνείς χρηματοπιστωτικές αγορές. Ο πρώην επικεφαλής οικονομολόγος της Goldman Sachs Asset Management, Τζιμ Ο’Νιλ, τόνισε ότι η σύγκρουση ξεκίνησε σε μια περίοδο κατά την οποία η παγκόσμια οικονομία βρισκόταν ήδη σε ασταθές περιβάλλον, με ανησυχίες για τη φούσκα των μετοχών τεχνητής νοημοσύνης και τις επιπτώσεις των αμερικανικών δασμών στις εισαγωγές.
Παράλληλα, η γεωπολιτική ένταση εντείνεται μετά τις ιρανικές επιθέσεις σε χώρες της περιοχής, όπως το Κουβέιτ, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, η Σαουδική Αραβία και το Αζερμπαϊτζάν. Αναλυτές προειδοποιούν ότι η κλιμάκωση αυτή μπορεί να οδηγήσει σε αναδιάταξη διεθνών συμμαχιών, με ορισμένα κράτη του Κόλπου να αμφισβητούν την αξιοπιστία των Ηνωμένων Πολιτειών ως στρατηγικού εταίρου και να στρέφονται περισσότερο προς δυνάμεις όπως η Κίνα, η Ινδία και η Βραζιλία.
Στο επίκεντρο των ανησυχιών βρίσκεται η αγορά πετρελαίου. Περίπου το 20% της παγκόσμιας προσφοράς πετρελαίου διέρχεται από τα Στενά του Ορμούζ, έναν από τους σημαντικότερους ενεργειακούς διαύλους στον κόσμο. Σύμφωνα με εκτιμήσεις της Bloomberg Economics, κάθε μείωση της προσφοράς κατά 1% μπορεί να αυξήσει την τιμή του πετρελαίου κατά περίπου 4%. Ένα ενδεχόμενο κλείσιμο των στενών για μερικούς μήνες θα μπορούσε να εκτινάξει την τιμή του πετρελαίου έως και 80% πάνω από τα προπολεμικά επίπεδα, φτάνοντας περίπου τα 108 δολάρια το βαρέλι.
Η αύξηση του ενεργειακού κόστους αναμένεται να ενισχύσει τον πληθωρισμό στην Ευρώπη. Η Oxford Economics εκτιμά ότι έως το τέλος του έτους ο πληθωρισμός στο Ηνωμένο Βασίλειο και την ευρωζώνη θα είναι κατά 0,5 έως 0,6 ποσοστιαίες μονάδες υψηλότερος από τις προηγούμενες προβλέψεις. Σημειώνεται ότι τον Ιανουάριο ο πληθωρισμός στο Ηνωμένο Βασίλειο ήταν στο 3%, ενώ τον Φεβρουάριο στην ευρωζώνη διαμορφώθηκε στο 1,9%.
Στις Ηνωμένες Πολιτείες, οι προβλέψεις ανάπτυξης παραμένουν προς το παρόν αμετάβλητες, στο 2,2% για το 2026, καθώς τα υψηλότερα ενεργειακά κόστη αντισταθμίζονται εν μέρει από τα αυξημένα κέρδη των αμερικανικών εταιρειών εξόρυξης σχιστολιθικού πετρελαίου και φυσικού αερίου. Παρ’ όλα αυτά, οι Αμερικανοί καταναλωτές έχουν ήδη αρχίσει να αισθάνονται την πίεση, με την τιμή του Brent να έχει αυξηθεί κατά 17%, εξέλιξη που μεταφέρεται σταδιακά στις τιμές των καυσίμων.
Σύμφωνα με την υπηρεσία παρακολούθησης τιμών GasBuddy, η μέση τιμή της βενζίνης στις ΗΠΑ έχει αυξηθεί κατά 15 σεντς ανά γαλόνι μέσα σε μία εβδομάδα. Μακροπρόθεσμα, οι διαταραχές στην παγκόσμια εφοδιαστική αλυσίδα ενδέχεται να αυξήσουν περαιτέρω το κόστος για τους Αμερικανούς καταναλωτές, σε μια περίοδο που το ζήτημα της ακρίβειας παραμένει ιδιαίτερα ευαίσθητο πολιτικά.
Την ίδια στιγμή, οι αγορές παρακολουθούν στενά και τις αποφάσεις της Ομοσπονδιακής Τράπεζας των ΗΠΑ. Ο Κέβιν Γουόρς, που έχει προταθεί από τον πρόεδρο, Ντόναλντ Τραμπ, για τη θέση του επικεφαλής της Fed, αναμένεται να αναλάβει τον Μάιο και πιθανότατα θα υιοθετήσει πιο χαλαρή νομισματική πολιτική. Αν ακολουθήσει τη γραμμή του Λευκού Οίκου, ενδέχεται να προχωρήσει σε μείωση επιτοκίων ακόμη και σε περιβάλλον αυξανόμενου πληθωρισμού. Προς το παρόν, πάντως, οι αγορές εκτιμούν με πιθανότητα 97% ότι η Fed θα διατηρήσει αμετάβλητα τα επιτόκια στην επόμενη συνεδρίασή της, μέχρι να ξεκαθαρίσει η πορεία της κρίσης στη Μέση Ανατολή.






























