Μόλις τρεις μέρες έπειτα από τον ερχομό του νέου έτους η επίλεκτη ομάδα των αμερικανικών ειδικών δυνάμεων Delta Force πραγματοποίησε επιχείρηση στο Καράκας της Βενεζουέλας με στόχο τη σύλληψη του Προέδρου Μαδούρο και της συζύγου του και την παραπομπή τους σε δίκη στα αμερικανικά δικαστήρια με την κατηγορία της συνεργασίας με καρτέλ διακίνησης κοκαΐνης, αδίκημα το οποίο, για τις ΗΠΑ, ισοδυναμεί με τρομοκρατική ενέργεια.
Η σύλληψη του Μαδούρο, όπως ήταν φυσικό, προκάλεσε ανάμικτες αντιδράσεις με την Κίνα, τη Ρωσία το Ιράν, τη Νότια Αφρική, το Πακιστάν και την Ουγκάντα να αντιδρούν εντόνως, τις χώρες κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης να διατηρούν αμφίθυμη στάση και τoν Γενικό Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών Αντόνιο Γκουτέρες να τονίζει τη σημασία του σεβασμού στον χάρτη των Ηνωμένων Εθνών, στην εθνική κυριαρχία, την πολιτική ανεξαρτησία και την εδαφική ακεραιότητα, υπογραμμίζοντας πώς οι πρακτικές των Ηνωμένων Πολιτείων δημιουργούν επικίνδυνo προηγούμενο για την παγκόσμια τάξη.
Παράλληλα με την επιτυχή επιχείρηση σύλληψης του Μαδούρο συνεχίστηκε και ο διάλογος για την επιστροφή του δόγματος Μονρόε στην αμερικανική εξωτερική πολιτική. Ωστόσο, αυτό που χρήζει διερεύνησης δεν είναι το δόγμα Μονρόε και η εκ νέου επιδίωξη της αποκλειστικής επιρροής των Ηνωμένων Πολιτειών στο Δυτικό Ημισφαίριο και κυρίως στην αμερικανική ήπειρο, αλλά πολύ περισσότερο ποιες διαχρονικά εφαρμοσμένες πολιτικές νομιμοποιούνται εκ νέου, υπό το πρόσχημα της επιτακτικής προστασίας από τους εξωτερικούς κινδύνους (Κίνα και Ρωσία).
Καταρχάς, η επαναφορά του δόγματος Μονρόε από τον πρόεδρο Τραμπ ακολουθείται από δύο βασικά στοιχεία, την ασφαλειοποίηση και τις νεοαποικιοκρατικές πολιτικές. Η περίπτωση της Βενεζουέλας είναι η πλέον εμβληματική. Από τον Φεβρουάριο του 2025 οι Ηνωμένες Πολιτείες ενέταξαν τα δίκτυα διακίνησης ναρκωτικών στη λίστα των τρομοκρατικών οργανώσεων. Η νομοθεσία αυτή χρησιμοποιήθηκε από τις ΗΠΑ για την αιτιολόγηση της επέμβασής τους στη Βενεζουέλα και τη σύλληψη του Μαδούρο με την κατηγορία της συνεργασίας του τελευταίου με τα καρτέλ ναρκωτικών Σιναλόα, Λος Ζέτας, και Τρεν ντε Αράγουα, μεταξύ άλλων. Όπως και στην περίπτωση του Ιράκ, έτσι και στην περίπτωση της Βενεζουέλας η τρομοκρατία και η υπαρξιακή απειλή που αυτή συνιστά για τις ΗΠΑ αποτέλεσε τον νομιμοποιητικό παράγοντα για την δράση των αμερικανικών δυνάμεων εκτός των συνόρων των Ηνωμένων Πολιτειών. Η συγκεκριμένη ενέργεια θα ήταν αδύνατο να περάσει αν δεν συνδεόταν με ένα ζήτημα που να επιτρέπει τη λήψη έκτακτων μέτρων.
Ταυτόχρονα, η επιστροφή του δόγματος Μονρόε συνδέεται με την επιστροφή των νεοαποικιακών πολιτικών που την συνόδευαν και κατά το παρελθόν. Εκτός του άτυπου διορισμού της αντιπροέδρου της κυβέρνησης Μαδούρο Ντέλσι Ροντρίγκεζ στην προεδρία της Βενεζουέλας, ο πρόεδρος Τραμπ δήλωσε ανοιχτά πώς οι πετρελαϊκές εταιρείες των Ηνωμένων Πολιτειών θα διαχειρίζονται τον πετρελαϊκό πλούτο της χώρας της Λατινικής Αμερικής πραγματοποιώντας επενδύσεις δισεκατομμυρίων, παρουσιάζοντας την οικειοποίησή τους ως ευεργεσία. Επιπλέον νεοαποικιοκρατικό στοιχείο αποτελεί η εισροή μέρους των εσόδων από τις πωλήσεις του πετρελαίου της Βενεζουέλας στις Ηνωμένες Πολιτείες ως μορφή αποζημίωσης, με την αδιευκρίνιστη αιτιολογία ότι πρόκειται για αποζημίωση βλαβών που προκάλεσε η Βενεζουέλα στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Αν και οι νεοαποικιοκρατικές πολιτικές και η ασφαλειοποίηση δεν εμφανίστηκαν για πρώτη φορά ασφαλώς, η επαναφορά του δόγματος Μονρόε στην εξωτερική πολιτική των Ηνωμένων Πολιτειών συνοδεύεται από την ανήκουστη, για τα μεταψυχροπολεμικά δεδομένα, διάρρηξη του status quo στη Δύση. Οι τελευταίες εξελίξεις γύρω από το ζήτημα της Γροιλανδίας δρουν προς επίρρωση των ανωτέρω. Ο ζήλος του προέδρου Τραμπ δε σχετίζεται μόνο με την πρόσβαση των Ηνωμένων Πολιτειών στους ορυκτούς πόρους της Γροιλανδίας ούτε αποκλειστικά με την ρητορική ασφαλείας του Αμερικανού προέδρου περί επικείμενης κατάληψης του μεγαλύτερου νησιού του κόσμου από τη Ρωσία και την Κίνα, αλλά σχετίζεται με την ανάγκη των Ηνωμένων Πολιτειών να αποκλείσουν κάθε άλλη δύναμη, ανεξαρτήτως συμμαχικών δεσμών, από πόρους και στρατηγικές θέσεις που μπορούν να τους προσδώσουν στρατηγικό πλεονέκτημα.
Αδιαμφισβήτητα, οι πολιτικές αυτές οδηγούν στην υπονόμευση των γεωπολιτικών σταθερών μετά τον Ψυχρό Πόλεμο. Αν και από οικονομικής άποψης η Ευρωπαϊκή Ένωση συνιστούσε πάντα πεδίο διχογνωμίας στις ευρωατλαντικές σχέσεις - ανάμεσα σε εκείνους που την αντιμετώπιζαν ως οικονομικό και εμπορικό ανταγωνιστή και σε εκείνους που την αντιμετώπιζαν ως εμπορικό, οικονομικό και γεωπολιτικό σύμμαχο-, οι αυστηροί δασμοί, και οι οικονομικές απειλές εν προκειμένω δεν οδηγούν μόνο σε οικονομικό ανταγωνισμό, αλλά και σε οικονομικό πόλεμο. Μάλιστα, η συγκεκριμένη εξέλιξη υπονομεύει την ενότητα του ΝΑΤΟ σε μια περίοδο κατά την οποία η Ευρώπη δεν έχει επιτύχει την ανάδειξή της σε αυτόνομη και υπολογίσιμη στρατιωτική δύναμη. Η απειλή δε χρήσης ακόμα και στρατιωτικών μέτρων ενάντια σε ευρωπαϊκό έδαφος από τον σταθερότερο σύμμαχο της Ευρωπαϊκής Ένωσης συνιστά ευθεία αμφισβήτηση της ίδιας της ύπαρξης του ΝΑΤΟ.
Συνεκδοχικά, οι νεοαποικιοκρατικές πολιτικές των Ηνωμένων Πολιτειών κατευθύνονται ευθέως πλέον και προς τους δυτικούς συμμάχους τους, καθώς μία πιθανή αποδοχή της ενσωμάτωσης της Γροιλανδίας στις Ηνωμένες Πολιτείας με συνέχιση της διάθεσης συνεργασίας από την ευρωπαϊκή πλευρά θα σήμαινε παραδοχή της αδυναμίας και της άνευ όρων εξάρτησης της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Επιπρόσθετα, ένα μη προφανές στοιχείο που συνοδεύει το δόγμα Μονρόε είναι η μη επέμβαση ευρωπαϊκών ή άλλων δυνάμεων στην αμερικανική ήπειρο αλλά όχι το αντίθετο. Αν και οι περιπτώσεις της Βενεζουέλας και της Γροιλανδίας δεν εντάσσονται σ’ αυτή τη σφαίρα καθώς πρόκειται για παραλλαγές «ιμπεριαλισμού των γιάνκηδων», η περίπτωση του Ιράν είναι χαρακτηριστική.
Πιο συγκεκριμένα, η ακραία βίαιη αντιμετώπιση των αντικαθεστωτικών κινημάτων που κατέκλυσαν τη χώρα με αφορμή την κατάρρευση του ριαλ από το καθεστώς των μουλάδων, ο υψηλός αριθμός θανάτων διαδηλωτών και η απειλή ζωντανών εκτελέσεων οδήγησαν στην δήλωση και έμμεση παρέμβαση του προέδρου Τραμπ προαναγγέλλοντας σχέδιο στρατιωτικής επιχείρησης στο έδαφος του Ιράν με στόχο την υποστήριξη των διαδηλωτών.
Αν και αυτό το ενδεχόμενο αποσοβήθηκε κατόπιν υποχωρήσεων του καθεστώτος στο Ιράν, η λεκτική απειλή των Ηνωμένων Πολιτειών υποδηλώνει ότι το δόγμα Μονρόε συνεπάγεται, όπως και το 19ο αιώνα, επιλεκτικό απομονωτισμό. Αν οι ισορροπίες στο εσωτερικό του καθεστώτος και της κοινωνίας του Ιράν επέτρεπαν πράγματι την επέμβαση των Ηνωμένων Πολιτειών και αν οι τελευταίες διέβλεπαν κάποιο εναλλακτικό σχέδιο διακυβέρνησης για την επόμενη μέρα της χώρας, η επιχείρηση ενδεχομένως να είχε υλοποιηθεί. Ειδικά από τη στιγμή που οι σχετικά ήπιες αντιδράσεις της Κίνας και της Ρωσίας στις μέχρι τώρα ενέργειες της αμερικανικής ηγεσίας δεν δημιουργούν υπόνοιες για σημαντικά αντίμετρα απέναντι στην αμερικανική παρέμβαση.
Γενικότερα, στο σκέλος των γεωπολιτικών και των γεωοικονομικών εξελίξεων η επαναφορά του δόγματος Μονρόε είναι ένα ακόμα φαινόμενο που συνδέεται με το πολυπολικό διεθνές σύστημα και τους ανταγωνισμούς μεταξύ των δρώντων, με καθορισμό, εκ νέου, σφαιρών επιρροής.
Επιπροσθέτως, αναδεικνύει την σημασία των ορυκτών πόρων και της ενεργειακής αυτονομίας ως καταλυτών για την ανάδειξη των κυρίαρχων ή του κυρίαρχου πόλου. Ένα παιχνίδι από το οποίο οι Ηνωμένες Πολιτείες όχι μόνο δε σκοπεύουν να απέχουν, αλλά να το διαμορφώσουν. Για αυτό και η εκμετάλλευση των πόρων του Δυτικού Ημισφαιρίου είναι παραπάνω από απαραίτητη. Αναπόδραστα, η ενέργεια και οι πόροι συνδέονται με την απόκτηση τεχνολογιών αιχμής και καυσίμων σε περίπτωση πολεμικής σύγκρουσης.
Ακόμα, η επιστροφή του δόγματος Μονρόε συνδέεται με τον παραγκωνισμό του διεθνούς δικαίου το οποίο από εργαλείο ειρηνικής επίλυσης διαφορών μετατρέπεται σε κενό γράμμα, όπως φάνηκε από την επιλεκτική επίκληση των αρχών του από τις ΗΠΑ στην περίπτωση του Ιράν, λίγες μέρες μετά την επιχείρηση στη Βενεζουέλα και τις απειλές στρατιωτικής κατάληψης της Γροιλανδίας.
Συνοψίζοντας, το δόγμα Μονρόε δεν είναι μια καινούργια συνθήκη στην εποχή Τραμπ, αλλά όπως και η συζήτηση γύρω από αυτό, είναι ένα νεφέλωμα που κρύβει την συνέχεια μεταξύ των πολιτικών ισχύος και εκμετάλλευσης του παρελθόντος και του τώρα.
(Ο Αλέξανδρος Παπαμιχαλόπουλος είναι Υποψήφιος διδάκτωρ, Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης & Δημόσιας Διοίκησης ΕΚΠΑ – Άρθρο στο Ινστιτούτο ΕΝΑ)































