Βρίσκεται η ευτυχία στις διακοπές ή και στο γραφείο; Πότε και πώς ξεκουράζεται κανείς πραγματικά; Και μήπως το burn out είναι ένας συνηθισμένος επαγγελματικός κίνδυνος που παραμονεύει στην γωνία όταν το στρες ξεπερνά τα όριά μας;
Ο Αριστοτέλης, στα Ηθικά Νικομάχεια, έγραφε ότι «μοχθούμε για να αναπαυθούμε και πολεμάμε για να ζούμε ειρηνικά». Δεν αντιμετώπιζε, όμως, την ανάπαυση ως παθητική αδράνεια, αλλά ως ενεργητική κατάσταση που επιτρέπει στον άνθρωπο να ανακτήσει ισορροπία και νόημα. Εντυπωσιακά, η σύγχρονη ψυχολογία της εργασίας και του τουρισμού φαίνεται να τον δικαιώνει. Η ουσιαστική ξεκούραση δεν επιτυγχάνεται απλώς με το «να μη κάνουμε τίποτα», αλλά όπως δείχνουν οι μελέτες, μέσα από δραστηριότητες σε ήρεμα και ευχάριστα περιβάλλοντα: επαφή με τη φύση, μουσεία και εκδηλώσεις πολιτισμού, χώροι χωρίς έντονα στρεσογόνα ερεθίσματα.
3 ημέρες ή 3 μήνες διακοπές, όπως στα σχολικά μας χρόνια; Το δικαίωμα στην ξεκούραση είναι αυτονόητο, αλλά η διάρκειά της δεν είναι αδιάφορη. Μελέτες της οργανωσιακής ψυχολογίας γύρω από την κορτιζόλη, την ορμόνη του στρες μας δείχνουν ότι ο εγκέφαλος χρειάζεται χρόνο για να ξεμάθει το στρες. Τα μακρά Σαββατοκύριακα, όσο δελεαστικά κι αν είναι, σπάνια κάνουν τη διαφορά. Προσφέρουν κυρίως την εντύπωση ότι ξεκουράστηκε κανείς. Αντίθετα η ουσιαστική μείωση του εργασιακού άγχους εμφανίζεται μετά από μία εβδομάδα πλήρους αποσύνδεσης με την καλύτερη στιγμή μετά την 8η ημέρα διακοπών. Τότε μιλάμε για ουσιαστική μείωση του εργασιακού άγχους. Και αν καταφέρουμε να παραμείνουμε μακριά ως 2 εβδομάδες, τότε μιλάμε για σταθεροποίηση και ορμονική ανάκαμψη από το στρες.
Όμως η ξεκούραση δεν αφορά μόνο τις διακοπές. Τα τακτικά διαλείμματα μέσα στη χρονιά είναι κρίσιμα για να αποφύγουμε την πνευματική κόπωση που διαβρώνει τη συγκέντρωση και τη μνήμη και εμποδίζει την ικανότητά μας να συγκεντρωνόμαστε συνεχόμενα σε μια δραστηριότητα. Μελέτες σε πανεπιστημιακούς και φοιτητές έδειξαν ότι η μνήμη και η συγκέντρωση βελτιώνονται ακόμα και σε σύντομε διακοπές. Προϋπόθεση η πλήρης απομάκρυνση από την εργασία, χωρίς emails, διαδικτυακές συσκέψεις και συνεχή νοητική ενασχόληση με όσα εκκρεμούν στο γραφείο.
Ο όρος burnout συνδέθηκε με την επαγγελματική ζωή και απέκτησε το νόημα της εξουθένωσης μέσα από μελέτες των δυσκολιών που αντιμετωπίζουν οι ειδικοί ψυχικής υγείας όταν εργαζόντουσαν με ψυχικά ασθενείς Τον συναντάμε όμως ήδη έναν αιώνα νωρίτερα ως εμπειρία στην λογοτεχνία όπως στo κείμενo του Ντοστογιέφσκι όπου ο κεντρικός ήρωας των αδελφών Καραμαζώφ, ο Αλιόσα, μορφή ηθική και θρησκευόμενη, ζητά από τον μέθυσο πατέρα του την άδεια να πάει να μονάσει. Και εκείνος του απαντά: You will be burned and burned out. (Θα καείς — και θα εξαντληθείς). Ο Freudenberger, το 1974, έδωσε επιστημονικό ορισμό ως μια κατάσταση κατά την οποία ένα άτομο είναι «εξαντλημένο από την επιβολή ακραίων απαιτήσεων σε ενέργεια, δύναμη ή πόρους» από τις συνθήκες εργασίας του, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να εργαστεί αποτελεσματικά. Το burnout δεν είναι απλή κούραση. Είναι ένα φαινόμενο με πολυδιάστατες ψυχικές σωματικές και γνωστικές επιπτώσεις, όπου το άτομο νιώθει συναισθηματικά εξαντλημένο, έχει συνεχές άγχος, πολλά σωματικά συμπτώματα όπως αϋπνία, γίνεται κυνικό, δεν πιστεύει πλέον στον εαυτό του και αισθάνεται ανεπαρκές να ανταπεξέλθει στις απαιτήσεις. Μάλιστα η εμπειρία αυτή βιώνεται ως ανυπέρβλητη. Όμως δεν είναι αποτυχία του ατόμου αλλά του εργασιακού πλαισίου.
Η τηλεργασία που ήρθε για να μείνει, δεν λειτούργησε ως αντίδοτο. Έρευνες πριν την πανδημία δείχνουν ότι 1 στους 2 εργαζόμενους βίωνε κάποιου βαθμού burn out. Κατά τη διάρκειά της το ποσοστό αυτό εκτινάχθηκε στο 90%. Οι πλήρως απομακρυσμένοι εργαζόμενοι φαίνεται μάλιστα να αισθάνονται πιο εξουθενωμένοι από όσους εργάζονται αποκλειστικά δια ζώσης.
Σε έναν κόσμο όπου οι εργασιακές συνθήκες αλλάζουν ραγδαία, δεν αρκεί να προσαρμοζόμαστε παθητικά. Οφείλουμε να πάρουμε την ζωή μας στα χέρια μας. Η φροντίδα του εαυτού και η προστασία της ισορροπίας ανάμεσα στην προσωπική και την επαγγελματική ζωή δεν αποτελούν πολυτέλεια. Είναι αναγκαιότητα και βασικός τρόπος πρόληψης του burn οut. Η ξεκούραση, και οι σύντομες επαναλαμβανόμενες διακοπές δεν είναι σπατάλη χρόνου. Είναι σοβαρή υπόθεση που μπορεί να αναδείξει τον καλύτερο εαυτό μας, κάνοντάς μας τελικά και καλύτερους εργαζόμενους. Δεν είναι τυχαίο ότι το σουηδικό κράτος έχει ήδη αναγνωρίσει αυτή την ανάγκη, συνταγογραφώντας σε εργαζομένους δωρεάν διακοπές στη εξοχή. Όχι ως προνόμιο, αλλά ως επένδυση σε μια ζωή πιο υγιή. Και πιο ευτυχισμένη.
(Η Δρ Αλεξάνδρα Πάλλη είναι Κλινική ψυχολόγος-ψυχοθεραπεύτρια)


























